Μια πόλη δεν τη βλέπουμε μόνο. Τη νιώθουμε. Από την οικειότητα ενός σπιτιού μέχρι την ένταση ενός δρόμου, η αρχιτεκτονική και η αισθητική αφήνουν το αποτύπωμά τους στη διάθεση, στον ρυθμό, στην καθημερινότητά μας.
Ήταν ένα θεσσαλονικιώτικο χειμωνιάτικο βράδυ πριν από αρκετά χρόνια. Ο καλεσμένος της λέσχης ανάγνωσης που συντονίζω, ένας άνθρωπος που είχε διδάξει για δεκαετίες αρχιτεκτονική, αλλά είχε αφιερώσει τη ζωή του στην αποκωδικοποίηση της λογοτεχνίας και της παραλογοτεχνίας, της αισθητικής και της κριτικής της τέχνης, είχε μόλις ολοκληρώσει την παρουσίασή του κι εγώ είχα προσφερθεί να τον πάω στο σπίτι του, στις Σαράντα Εκκλησιές.
Φτάνοντας, με προσκάλεσε για λίγο στο διαμέρισμά του. Μπαίνοντας, το πρώτο πράγμα που σε αιχμαλώτιζε ήταν μια επιβλητική, σχεδόν οργανική παρουσία βιβλίων. Βιβλία σε βιβλιοθήκες, βιβλία σε στοίβες στο πάτωμα, βιβλία τοποθετημένα ακόμη και σε ράφια πάνω από τις κάσες των θυρών, σαν ολόκληρο το σπίτι να μη στηριζόταν σε μπετόν, αλλά σε χάρτινες ραχοκοκαλιές.
Σε κάποιον από τους χώρους του σπιτιού, το βλέμμα μου κόλλησε σε έναν πίνακα του Δημήτρη Φράγκου: μια γυναικεία φιγούρα ντυμένη στα μαύρα, αιωρούμενη οριζόντια σε ένα αινιγματικό, σχεδόν υπερβατικό κενό. Καθώς καθίσαμε, παρατήρησα πως, παρότι το διαμέρισμα βρισκόταν σε σημείο που αγκάλιαζε πανοραμικά ολόκληρη την πόλη, τα ρολά ήταν χαμηλωμένα. Η θέα της Θεσσαλονίκης στο σκοτάδι είχε μείνει έξω. Όλος ο κόσμος, εκείνη τη στιγμή, συμπυκνωνόταν μέσα σε εκείνο το θερμό, εσωτερικό καταφύγιο από μελάνι, τέχνη και ξύλο.
Φεύγοντας από εκείνο το σπίτι, η εικόνα του χώρου έμεινε να αιωρείται μέσα μου. Συχνά αντιμετωπίζουμε το περιβάλλον μας σαν ένα ουδέτερο σκηνικό. Πιστεύουμε ότι η διάθεσή μας, η ηρεμία ή το άγχος μας είναι αποκλειστικά εσωτερικές υποθέσεις, προϊόντα σκέψεων, αποφάσεων ή τύχης. Κι όμως, υπάρχει μια διαρκής, σιωπηλή αλληλεπίδραση ανάμεσα στη γεωμετρία του περιβάλλοντος και τη δική μας εσωτερική αρχιτεκτονική.
Οι χώροι μας μιλούν. Μας υπενθυμίζουν ποιες είναι οι αξίες μας, μας ηρεμούν όταν απειλούμαστε από το χάος, μας προκαλούν ένταση όταν στερούνται αρμονίας.
Ο Χώρος και ο Άνθρωπος
Η αισθητική των χώρων δεν είναι απλώς ζήτημα διακόσμησης. Είναι μέρος της καθημερινής μας εμπειρίας και, με έναν τρόπο που συχνά υποτιμούμε, της ψυχικής μας ισορροπίας.
Όπως στη θεωρία της τέχνης η αισθητική εμπειρία γεννιέται τη στιγμή της συνάντησης του δημιουργού που σχεδιάζει, του έργου που αποκτά τη δική του αυτονομία και του παραλήπτη που του δίνει τελικά νόημα, έτσι συμβαίνει και με την κατοίκηση. Ο αρχιτέκτονας ή ο πολεοδόμος θέτει τις βάσεις. Ο άνθρωπος, όμως, που κινείται μέσα στον χώρο είναι εκείνος που τον ενεργοποιεί. Οι χώροι μας μιλούν. Μας υπενθυμίζουν ποιες είναι οι αξίες μας, μας ηρεμούν όταν απειλούμαστε από το χάος, μας προκαλούν ένταση όταν στερούνται αρμονίας.
Η Πόλη ως Βιωματικός Οργανισμός
Αυτή η αρχιτεκτονική της ευτυχίας δεν εξαντλείται στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου. Το σπίτι είναι μόνο ο πυρήνας. Η πραγματική δοκιμασία της αισθητικής ποιότητας της ζωής μας παίζεται έξω: στους δρόμους, στα πεζοδρόμια, στις στοές και στα πάρκα.
Όταν μιλάμε για τις πόλεις του μέλλοντος, την αστική ανάπλαση και τη βιωσιμότητα, συχνά εστιάζουμε στις υποδομές, στους αριθμούς και στις τεχνολογικές λύσεις. Κι όμως, η ουσία της «πόλης που μοιραζόμαστε» κρύβεται και στον συναισθηματικό της αντίκτυπο πάνω μας. Όταν περπατάς σε ένα αστικό περιβάλλον με στενούς ορίζοντες, ψηλά τσιμεντένια μέτωπα και ελάχιστες παύσεις, το σώμα μοιάζει να βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση. Το βλέμμα χαμηλώνει, ο βηματισμός επιταχύνεται και η πόλη μετατρέπεται σε ένα εχθρικό πεδίο διασταυρώσεων.
Αντίθετα, η αστική αισθητική μπορεί να λειτουργήσει καταπραϋντικά όταν προσφέρει απρόσμενες συναντήσεις με την ομορφιά. Το θυμήθηκα πριν από έναν μήνα στην Αθήνα, όταν βρέθηκα στο Δάσος Συγγρού και αντίκρισα τον Άγιο Ανδρέα. Εκεί, ανάμεσα στα πεύκα, ο γοτθικός ρυθμός του Τσίλλερ –με τις οξυκόρυφες αψίδες του να ξεπροβάλλουν μέσα από το πράσινο– δημιουργεί μια παράδοξη, σχεδόν μυστικιστική ηρεμία. Δεν είναι απλώς ένα αρχιτεκτονικό αξιοθέατο. Είναι μια αστική παύση. Μια υπενθύμιση ότι ο σχεδιασμένος χώρος, όταν συντονίζεται με το φυσικό τοπίο, μπορεί να αλλάξει, έστω για λίγο, τον ρυθμό με τον οποίο βιώνουμε την πόλη.
Τέτοιες αναπνοές μάς προσφέρει η αισθητική του δημόσιου χώρου:
- Η ξαφνική οπτική εκτόνωση στο ανοιχτό μέτωπο της θάλασσας.
- Η σκιά μιας παλιάς στοάς τις θερμές ώρες της ημέρας.
- Ένας περίπατος σε έναν ναό κρυμμένο στο δάσος, όπου η γεωμετρία υποτάσσεται στη φύση.
- Οι μικρές εσωτερικές αυλές, τα πάρκα τσέπης και τα μπαλκόνια που λειτουργούν σαν ενδιάμεσοι σταθμοί ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο.
Η πόλη μας διαμορφώνει πολύ περισσότερο απ’ όσο τη διαμορφώνουμε. Ένας δρόμος σχεδιασμένος για τον περιπατητή δημιουργεί διαφορετικές συνθήκες ζωής από έναν οδικό άξονα που επιβάλλει τη βιασύνη.
Ένα σπασμένο πεζοδρόμιο, ένα εγκαταλελειμμένο πάρκο, μια πλατεία χωρίς δέντρα δεν είναι απλώς πολεοδομικές αβλεψίες. Είναι και σιωπηλές δηλώσεις για το πόση αξία αποδίδουμε στον χρόνο, στην αισθητική και στην ποιότητα ζωής των ανθρώπων που κινούνται εκεί.
Η Αισθητική ως Ηθική του Δημόσιου Χώρου
Η ποιότητα του δημόσιου χώρου επηρεάζει και τη συλλογική μας διάθεση. Στην εγκληματολογία, η «Θεωρία των Σπασμένων Παραθύρων» περιγράφει την ιδέα ότι ένα εμφανές σημάδι εγκατάλειψης ή αταξίας που παραμένει χωρίς αποκατάσταση μπορεί να λειτουργήσει ως μήνυμα αδιαφορίας, ενισχύοντας την αίσθηση ότι κανείς δεν φροντίζει τον χώρο.
Η θεωρία αυτή έχει δεχτεί σημαντική κριτική ως προς την απλή αιτιώδη σύνδεση ανάμεσα στην ορατή αταξία και την εγκληματικότητα. Όμως, ακόμη κι αν αφήσουμε στην άκρη το εγκληματολογικό της σκέλος, η βασική παρατήρηση παραμένει ενδιαφέρουσα για την αισθητική της καθημερινότητας. Ένα σπασμένο πεζοδρόμιο, ένα εγκαταλελειμμένο πάρκο ή μια τσιμεντένια πλατεία χωρίς δέντρα δεν είναι απλώς πολεοδομικές αβλεψίες. Είναι, σε κάποιον βαθμό, σιωπηλές δηλώσεις για το πόση αξία αποδίδουμε στον χρόνο, στην αισθητική και στην ποιότητα ζωής των ανθρώπων που κινούνται εκεί.
Αντίστοιχα, ένας φροντισμένος δημόσιος χώρος καλλιεργεί την οικειότητα και ενισχύει την αίσθηση ότι ο χώρος μας ανήκει και ότι, κατά συνέπεια, έχουμε κι εμείς ευθύνη απέναντί του. Η αισθητική, λοιπόν, δεν είναι πολυτέλεια για λίγους. Είναι μέρος της ποιότητας της κοινής μας ζωής.
Η Σχεδιαστική Επιλογή της Καθημερινότητας
Η ευτυχία, τελικά, ίσως να μην είναι μια μόνιμη κατάσταση που κατακτάται, αλλά μια σειρά από μικρές σχεδιαστικές επιλογές. Μια πρόθεση να οργανώσουμε το περιβάλλον μας και, κατ’ επέκταση, τον τρόπο με τον οποίο κινούμαστε μέσα σε αυτό, με βάση την ανθρώπινη κλίμακα.
Δεν χρειάζεται να ανακαινίσουμε ένα διαμέρισμα ή να αλλάξουμε πόλη για να το πετύχουμε. Αρκεί να επανακαθορίσουμε τη γεωμετρία της καθημερινότητάς μας: να επιλέξουμε τη διαδρομή που έχει δέντρα, κι ας είναι λίγο πιο μακριά· να διεκδικήσουμε τον δημόσιο χώρο περπατώντας τον· να φροντίσουμε την όψη του μπαλκονιού μας· να αναζητήσουμε τις μικρές αστικές παύσεις.
Εκείνο το βράδυ στις Σαράντα Εκκλησιές, ανάμεσα στις εκατοντάδες ράχες βιβλίων και την αιωρούμενη γυναικεία φιγούρα στον τοίχο, κατάλαβα κάτι βασικό. Η αρχιτεκτονική της ευτυχίας δεν απαιτεί πολυτέλεια. Απαιτεί πρόθεση. Απαιτεί να φτιάχνουμε και να διεκδικούμε χώρους, ιδιωτικούς και δημόσιους, που δεν σε καταβάλλουν, αλλά σε εμπεριέχουν. Χώρους που σου επιτρέπουν, τελικά, να αναπνεύσεις.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Για Ποιον Χτυπά η (Κλιματική) Καμπάνα; Ή Πέρα Βρέχει…