Η προστασία των παιδιών από τους κινδύνους του ψηφιακού κόσμου πρέπει να συμβαδίζει με την προετοιμασία τους για να ζήσουν μέσα σε αυτόν. Καθώς ολοένα περισσότερες χώρες περιορίζουν τη χρήση κινητών στα σχολεία, η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στις απαγορεύσεις.
Η νέα σχολική χρονιά στη Γαλλία ξεκινά με ένα σαφές μήνυμα: τα κινητά τηλέφωνα δεν έχουν θέση στην καθημερινότητα των μαθητών μέσα στο σχολείο. Η πρωτοβουλία του προέδρου Emmanuel Macron εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια περιορισμού της έκθεσης των παιδιών στις οθόνες και αντιμετώπισης των επιπτώσεων της ψηφιακής υπερέκθεσης.
Αντίστοιχη συζήτηση βρίσκεται σε εξέλιξη και στη Δανία, όπου προωθείται η απαγόρευση των κινητών στα δημοτικά και τα γυμνάσια.
Αλλά και στην Ελλάδα, το σχολικό κουδούνι συνοδεύεται πλέον από αυστηρούς κανόνες για τη χρήση κινητών και άλλων έξυπνων συσκευών. Η συζήτηση για το τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται στα σχολεία μας είναι ήδη μέρος της εκπαιδευτικής πραγματικότητας.
Η πρόθεση είναι κατανοητή. Θέλουμε τα παιδιά να συγκεντρώνονται στο μάθημα, να επικοινωνούν μεταξύ τους, να αναπτύσσουν ουσιαστικές σχέσεις και να προστατεύονται από τον διαδικτυακό εκφοβισμό, την υπερβολική χρήση των κοινωνικών δικτύων και την έκθεση σε επιβλαβές περιεχόμενο.
Όμως, καθώς επιστρέφουμε στα σχολεία, αξίζει να θέσουμε ένα διαφορετικό ερώτημα:
Αρκεί να απομακρύνουμε το κινητό από το σχολείο για να προετοιμάσουμε τα παιδιά για τον κόσμο στον οποίο θα ζήσουν;
Η Απαγόρευση δεν Είναι Εκπαίδευση
Το κινητό μπορεί να μείνει στην τσάντα κατά τη διάρκεια του μαθήματος. Η ψηφιακή πραγματικότητα, όμως, ακολουθεί τα παιδιά έξω από την πόρτα του σχολείου.
Επιστρέφει στο σπίτι, στις παρέες, στα ομαδικά chats, στα κοινωνικά δίκτυα. Εκεί όπου ένα προσβλητικό μήνυμα μπορεί να γίνει δημόσια διαπόμπευση, μια φωτογραφία να διαδοθεί χωρίς συναίνεση και μια ψευδής πληροφορία να εκληφθεί ως αλήθεια.
Και εδώ υπάρχει ένας ακόμη προβληματισμός: μήπως η απαγόρευση, χωρίς να συνοδεύεται από εκπαίδευση, εντείνει την επιθυμία των παιδιών για το κινητό, οδηγώντας τα να «κολλούν» σε αυτό μόλις επιστρέψουν στο σπίτι; Γιατί η αποχή που επιβάλλεται από έναν κανόνα δεν είναι το ίδιο με την αυτορρύθμιση που καλλιεργείται μέσα από την παιδεία.
Το κινητό επιστρέφει, επίσης, μέσα από τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης. Τα παιδιά καλούνται ήδη να μάθουν, να αναζητήσουν πληροφορίες, να δημιουργήσουν περιεχόμενο και να λύσουν προβλήματα με εργαλεία που αλλάζουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούμε με τη γνώση.
Δεν αρκεί, λοιπόν, να αναρωτιόμαστε πόσο χρόνο περνούν μπροστά σε μια οθόνη. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε τι κάνουν με την τεχνολογία, πώς αντιλαμβάνονται τις συνέπειες των επιλογών τους και αν διαθέτουν την κρίση να τη χρησιμοποιούν υπεύθυνα.
Η απαγόρευση μπορεί να δημιουργήσει χώρο για συγκέντρωση και ανθρώπινη επικοινωνία. Δεν διδάσκει, όμως, από μόνη της πώς να αντιμετωπίσουμε το διαδικτυακό εκφοβισμό, πώς να προστατεύσουμε τα προσωπικά μας δεδομένα ή πώς να αξιολογήσουμε μια πληροφορία που παράγεται από την τεχνητή νοημοσύνη.
Ψηφιακή Πολιτειότητα: από τη Χρήση στην Υπευθυνότητα
Πριν από μερικά χρόνια, σε μια παρουσίασή μου σε ένα διεθνές μαθητικό συνέδριο, είχα θέσει ένα ερώτημα που παραμένει επίκαιρο: καθώς οι υπολογιστές αποκτούν ολοένα περισσότερες ανθρώπινες δυνατότητες, πώς θα επηρεάσουν τους πραγματικούς ανθρώπους;
Η απάντηση ξεκινά από μια απλή παραδοχή: το μέλλον δεν είναι κάτι που απλώς παρακολουθούμε. Είναι κάτι που διαμορφώνουμε με τις επιλογές μας.
Αυτό ακριβώς βρίσκεται στον πυρήνα της ψηφιακής πολιτειότητας. Είναι δεδομένο ότι όλοι μας έχουμε την ικανότητα να χειριστούμε συσκευές και εφαρμογές. Η ψηφιακή πολιτειότητα, αλλιώς το ηθικό πλαίσιο συμπεριφοράς του σύγχρονου πολίτη, είναι η δυνατότητα να συμμετέχει υπεύθυνα στον ψηφιακό κόσμο, με γνώση, κριτική σκέψη, σεβασμό και επίγνωση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του.
Σημαίνει να μαθαίνουμε στα παιδιά:
- Να αναγνωρίζουν τον διαδικτυακό εκφοβισμό, να γνωρίζουν πώς να προστατεύουν τον εαυτό τους και να στηρίζουν όσους γίνονται στόχοι.
- Να κατανοούν την αξία της ιδιωτικότητας, της συναίνεσης και της ασφάλειας των προσωπικών δεδομένων.
- Να διακρίνουν την τεκμηριωμένη πληροφορία από την παραπληροφόρηση και να αμφισβητούν όσα βλέπουν, ακόμη κι όταν παρουσιάζονται με πειστικό τρόπο.
- Να χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη με σκοπό και κριτική σκέψη, χωρίς να εκχωρούν σε αυτή την προσωπική τους κρίση.
- Να αντιλαμβάνονται ότι ο σεβασμός, η δικαιοσύνη και η υπευθυνότητα δεν σταματούν στην οθόνη.
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με τη συζήτηση για την ψηφιακή πολιτειότητα στην εκπαίδευση, τη μεταφορά της Αγωγής του Πολίτη στον σύγχρονο ψηφιακό κόσμο όπου η τεχνολογική επάρκεια χρειάζεται να συνοδεύεται από κριτική σκέψη και υπεύθυνη συμμετοχή στην κοινωνία.
Η Ελληνική Εκπαιδευτική Πρόκληση
Για την Ελλάδα, η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν τη δούμε μέσα από τα πιο πρόσφατα αποτελέσματα του PISA 2025.
Τα νέα είναι διπλά. Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα περιορίζει την απόσταση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Από την άλλη, οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών εξακολουθούν να παραμένουν χαμηλές σε σχέση με τις χώρες του ΟΟΣΑ. Και ίσως αυτή η διπλή εικόνα είναι πιο χρήσιμη από οποιαδήποτε απλή κατάταξη.
Γιατί το ζητούμενο στην εκπαίδευση σήμερα είναι ο μαθητής να μπορεί να κατανοεί, να αξιολογεί, να συνδέει και να εφαρμόζει τη γνώση σε πραγματικές συνθήκες. Αυτή η δεξιότητα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία είναι άφθονη και η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να παράγει μια απάντηση σε δευτερόλεπτα.
Η πρόκληση σήμερα είναι να καλλιεργήσουμε στους νέους τις ανθρώπινες ικανότητες που κάνουν τη χρήση της τεχνολογίας ουσιαστική: κριτική σκέψη, δημιουργικότητα, επίλυση προβλημάτων, συνεργασία και υπευθυνότητα.
Η πρόκληση δεν περιορίζεται, όμως, μόνο στις σχολικές επιδόσεις. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Eurostat, οι Έλληνες κατατάσσονται τελευταίοι στην ΕΕ ως προς τις δεξιότητες fact-checking. Σε μια εποχή όπου η πληροφορία διαδίδεται με ταχύτητα και η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να παράγει εξαιρετικά πειστικό περιεχόμενο, η ικανότητα να ελέγχουμε όσα διαβάζουμε και να διακρίνουμε το αξιόπιστο από το παραπλανητικό δεν είναι πλέον προαιρετική δεξιότητα. Είναι βασικό εφόδιο του σύγχρονου πολίτη.
Και εδώ η ψηφιακή πολιτειότητα μπορεί να παίξει έναν ουσιαστικό ρόλο. Όχι ως υποκατάστατο των βασικών γνώσεων, ούτε ως άλλη μία «μόδα» στην εκπαίδευση. Αλλά ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο τα παιδιά μαθαίνουν να αξιοποιούν την τεχνολογία με σκοπό και κρίση: να αναζητούν πληροφορίες, να ελέγχουν την αξιοπιστία τους, να προστατεύουν τον εαυτό τους και τους άλλους, να αναγνωρίζουν τη χειραγώγηση και να χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη ως εργαλείο μάθησης και δημιουργίας, όχι ως υποκατάστατο της σκέψης τους.
Αν το PISA μας υπενθυμίζει ότι πρέπει να ενισχύσουμε τις δεξιότητες των μαθητών μας, η ψηφιακή πραγματικότητα μας υπενθυμίζει ότι πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε και ποιες δεξιότητες θα χρειαστούν για το μέλλον.
Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Αντίθετα, συνδέονται.
Από το «Μη Χρησιμοποιείς» στο «Μάθε να Επιλέγεις και να Διακρίνεις»
Στην παρουσίασή μου είχα αναφερθεί στην ανάγκη για έναν νέο ηθικό κώδικα στην τεχνολογία, βασισμένο σε διαχρονικές αξίες: δικαιοσύνη, ασφάλεια, ιδιωτικότητα, συμπερίληψη, διαφάνεια και λογοδοσία. Είχα θέσει, μάλιστα, το ερώτημα αν θα μπορούσαμε να φανταστούμε έναν «Ιπποκρατικό Όρκο» για τους ψηφιακούς πολίτες, με μια απλή αρχή: «Μην προκαλείς κακό».
Το 2026, αυτή η αρχή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Δεν αφορά μόνο εκείνους που σχεδιάζουν την τεχνολογία, αλλά και όλους όσοι τη χρησιμοποιούν.
Το σχολείο, επομένως, χρειάζεται να γίνει χώρος συστηματικής εκπαίδευσης στην ψηφιακή πολιτειότητα. Όχι μόνο με ενημέρωση για τους κινδύνους του διαδικτύου, αλλά με συνεχή καλλιέργεια δεξιοτήτων, με βιωματικές δραστηριότητες, με ανοιχτή συζήτηση πάνω σε πραγματικά περιστατικά και με συνεργασία εκπαιδευτικών, γονέων και μαθητών.
Χρειαζόμαστε παιδιά που δεν θα γνωρίζουν μόνο τι απαγορεύεται, αλλά θα κατανοούν γιατί. Παιδιά που θα μπορούν να αναγνωρίζουν πότε η τεχνολογία τα βοηθά και πότε τα περιορίζει. Που θα αξιοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη για να δημιουργούν, να μαθαίνουν και να προσφέρουν, διατηρώντας την ανθρώπινη κρίση και ευθύνη.
Η απαγόρευση του κινητού μπορεί να είναι ένα χρήσιμο μέτρο προστασίας. Δεν πρέπει, όμως, να γίνει υποκατάστατο της εκπαίδευσης.
Με τα μέτρα περιορισμών θα εξασφαλίσουμε ότι τα παιδιά θα μάθουν να ζουν χωρίς κινητό για λίγες ώρες. Η πρόκληση όμως είναι να μεγαλώσουμε μια γενιά που ξέρει να ζει υπεύθυνα με την τεχνολογία.
Γιατί ο ψηφιακός κόσμος δεν είναι ένας κόσμος έξω από την κοινωνία μας. Είναι μέρος της. Και η προετοιμασία των παιδιών για να συμμετέχουν σε αυτόν με ασφάλεια, κριτική σκέψη, σκοπό και σεβασμό θα πρέπει να είναι αναπόσπαστο μέρος της παιδείας για τον 21ο αιώνα.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Πώς Μαθαίνουμε να Μη Μιλάμε για Όσα μας Πονάνε