Πώς Μαθαίνουμε να Μη Μιλάμε για Όσα μας Πονάνε

Η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας, στις 10 Οκτωβρίου, είναι μια αφορμή να μιλήσουμε για όσα συχνά δυσκολευόμαστε να πούμε. Γιατί εξακολουθεί να είναι τόσο δύσκολο να μιλήσουμε για την κατάθλιψη και τον ψυχικό μας πόνο; Το κοινωνικό στίγμα, ο φόβος της έκθεσης και της απόρριψης, αλλά και όσα μάθαμε από νωρίς για τα συναισθήματα που «επιτρέπεται» να εκφράζουμε, μπορεί να μας οδηγούν στη σιωπή.

Με μια λέξη, θα πω ότι μας εμποδίζει ο φόβος μέσα μας. Όμως το θέμα είναι αρκετά ευρύ και βαθύ. Ο φόβος απαξίωσης ότι μπορεί να πω κάτι που θα με κάνει να ντραπώ, να νιώσω μειονεκτικά, να προκαλέσει συζητήσεις και σχόλια –όχι πάντα καλόβουλα– στον κύκλο μου. Ο φόβος ότι όσα πω κινδυνεύουν να μεταφερθούν ελεύθερα σε περιβάλλοντα και παρέες που δεν ελέγχω, με αποτέλεσμα να μην ξέρω καν ποιοι –ίσως άγνωστοι– γνωρίζουν για μένα.

Ωστόσο, όταν κρύβω τα προβλήματά μου από φόβο, καθυστερώ ή αποφεύγω εντελώς τη θεραπεία, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που επιβαρύνει την κατάστασή μου. Η σιωπή μπορεί να δίνει τη φρούδη αίσθηση προστασίας, αλλά κοστίζει –και συχνά κοστίζει αρκετά ακριβά–, αφού επιδεινώνει το πρόβλημα. Αν ντρέπομαι για αυτό που βιώνω, δεν μιλώ, δεν συνδέομαι με τους γύρω μου και σταδιακά απομακρύνομαι. Μαζί με την απομόνωση έρχεται σιγά σιγά και η αίσθηση ότι «δεν με παίζουν».

Έτσι, θυμώνω με τους άλλους, αλλά και με τη δική μου αδυναμία να αλλάξω την κατάσταση. Αυτός ο φαύλος κύκλος μπορεί να φτάσει ακόμη πιο μακριά, μέχρι το σύνδρομο που περιγράφει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ως «γιατί-να-προσπαθήσω» (why-try syndrome), όπου οι άνθρωποι αποφεύγουν να διεκδικήσουν σπουδές, δουλειές ή σχέσεις, έχοντας εσωτερικεύσει την πεποίθηση ότι θα αποτύχουν και ότι δεν μπορούν να αλλάξουν την κατάστασή τους.

Η ψυχική ασθένεια είναι συχνά αόρατη, ασαφής και δυσνόητη. Και ό,τι δεν κατανοούμε εύκολα μπορεί να μας προκαλεί φόβο ή να μας οδηγεί στην αποφυγή. Σε πολλές κουλτούρες εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως ταμπού, ως κάτι που κάποιος οφείλει απλώς να «ξεπεράσει» αντί να συζητήσει ανοιχτά, ενώ ακόμη και η αναζήτηση βοήθειας μπορεί να εκλαμβάνεται ως ένδειξη αδυναμίας. Η πίεση αυτή γίνεται εντονότερη σε κοινωνικά περιβάλλοντα όπου η οικογενειακή «τιμή» και η εικόνα προς τα έξω έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα.

Ο κύριος λόγος για τον οποίο αποφεύγουμε να μιλήσουμε είναι το στίγμα (stigma): το σύνολο των αρνητικών στάσεων, πεποιθήσεων και στερεοτύπων απέναντι στους ανθρώπους που βιώνουν ψυχικές διαταραχές. Το στίγμα μπορεί να γεννήσει ντροπή, αίσθημα κατωτερότητας και φόβο για το πώς θα μας αντιμετωπίσουν οι άλλοι.

Η σιωπή, όμως, δεν διαμορφώνεται μόνο από το βλέμμα της κοινωνίας. Συνδέεται και με όσα έχουμε μάθει για τον πόνο, την ευαλωτότητα και την έκφραση των δύσκολων συναισθημάτων – συχνά ήδη από τις πρώτες μας σχέσεις.

Η παιδική ηλικία παίζει καθοριστικό ρόλο τόσο στην ικανότητά μας να εκφράζουμε όσα μας δυσκολεύουν όσο και να ακούμε όσα δυσκολεύουν τους άλλους.

 Η Μόχλευση

Ας προσθέσουμε εδώ και έναν πρόθυμο δημιουργό μόχλευσης του άγχους και της κατάθλιψης: τα «σόσιαλ» (!), όπως ακούω να τα λένε. «Τι σχέση έχουν τα κοινωνικά δίκτυα;» με ρωτούν. Μα, θεμελιώδη σχέση έχουν! Μαζί με την αίσθηση επικοινωνίας και την πρόσκαιρη ευχαρίστηση που προσφέρουν, πλέκουν αθόρυβα το δίχτυ της μείωσης του εύρους της προσοχής (attention span), της αδράνειας, της απουσίας διάθεσης για δημιουργία, της αίσθησης κούρασης για καθετί που μοιάζει να απαιτεί προσπάθεια και –κατά βάθος– υφαίνουν το δίχτυ του άγχους και της κατάθλιψης.

Κάθε Ασθένεια!

Κάτι αντίστοιχο μπορεί να ισχύει και για τις σωματικές ασθένειες, παρότι συνήθως θεωρούνται πιο «κοινωνικά αποδεκτές» από τις ψυχικές. Πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν να μιλήσουν για την ασθένειά τους, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για χρόνιες, «αόρατες» ή στιγματισμένες παθήσεις. Η κοινωνία προωθεί ρητά και άρρητα ένα πρότυπο «κανονικότητας»: όποιος αισθάνεται ότι αποκλίνει από αυτό –εξαιτίας ορατών ή αόρατων συμπτωμάτων– μπορεί να νιώσει την πίεση να κρύψει την κατάστασή του, ώστε να μη θεωρηθεί ότι «ορίζεται» από την ασθένειά του.

Καθοριστικό ρόλο παίζει επίσης, μαζί με άλλους παράγοντες, η ντροπή: ο φόβος ότι θα στενοχωρήσουν την οικογένεια ή τους φίλους τους, η ανάγκη να διατηρήσουν τον έλεγχο και την ιδιωτικότητα γύρω από τις προσωπικές τους πληροφορίες, αλλά και η επιθυμία να νιώθουν «φυσιολογικοί» και να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά.

Σε οικογένειες ή κουλτούρες όπου κυριαρχεί η ανάγκη να δείχνουν όλοι ότι «τα έχουν όλα υπό έλεγχο», δύσκολες σκέψεις, φόβοι και ανασφάλειες δύσκολα βρίσκουν χώρο να εκφραστούν. Το παιδί μπορεί έτσι να μάθει ότι είναι ασφαλέστερο να τα κρατά για τον εαυτό του.

Τα «Αρνητικά» Θέματα

Εκτός από τις ασθένειες, δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε ανοιχτά και για άλλα «αρνητικά» θέματα που μας απασχολούν. Ο συχνότερος λόγος είναι ο φόβος ότι η αποκάλυψή τους μπορεί να οδηγήσει σε κριτική, ντροπή ή εγκατάλειψη.

Όταν μοιραζόμαστε κάτι που μας στενοχωρεί, εκθέτουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας, χωρίς να μπορούμε να ελέγξουμε πλήρως πώς θα το δεχτεί ο άλλος. Συχνά φοβόμαστε ότι ο πόνος μας είναι πολύ βαρύς για να τον κατανοήσει πραγματικά κάποιος άλλος, ότι θα τον «βαρύνουμε» με τα προβλήματά μας και θα απομακρυνθεί ή ακόμη ότι, έχοντας εκτεθεί, θα αισθανόμαστε μειονεκτικά ή θα βρεθούμε αντιμέτωποι με την απόρριψη από την ομάδα μας.

Πώς Μαθαίνουμε να Σιωπούμε;

Αυτή η δυσκολία δεν είναι έμφυτη, συχνά διαμορφώνεται ήδη από τη μικρή ηλικία, μέσα από το περιβάλλον. Τα παιδιά κλαίνε και εκφράζουν τα συναισθήματά τους χωρίς αναστολές. Καθώς μεγαλώνουν, όμως, μπορεί να συναντήσουν απόρριψη απέναντι σε έντονα αρνητικά συναισθήματα, αδιαφορία ή θυμό όταν κλαίνε.

Έτσι, σταδιακά μαθαίνουν ότι αυτού του είδους η έκφραση δεν είναι αποδεκτή, καθώς τη συνδέουν με την απομάκρυνση και την αποσύνδεση από τους γονείς τους. Σε οικογένειες ή κουλτούρες όπου κυριαρχεί η ανάγκη να δείχνουν όλοι ότι «τα έχουν όλα υπό έλεγχο», δύσκολες σκέψεις, φόβοι και ανασφάλειες δύσκολα βρίσκουν χώρο να εκφραστούν. Το παιδί μπορεί έτσι να μάθει ότι είναι ασφαλέστερο να τα κρατά για τον εαυτό του.

Μαθαίνει έτσι ότι οι γονείς είναι διαθέσιμοι να ακούσουν ορισμένα μόνο συναισθήματα, όχι όλα, και βέβαια προτεραιότητα σε αυτή τη «μη διαθεσιμότητα» έχουν τα αρνητικά συναισθήματα: η λύπη, ο φόβος, η ντροπή, η ζήλια, η απέχθεια, η αηδία. Αυτά είναι τα συναισθήματα που, όταν τα μοιραζόμαστε, δυσκολεύουν περισσότερο την αντίδραση των γύρω μας.

«Καλύτερα είναι να μην τα λέω…», σκέφτεται μέσα του, «…δεν τα καταλαβαίνουν».

Το Κόστος της Σιωπής

Η μη-έκφραση δεν εξαφανίζει το συναίσθημα – απλώς το μεταφέρει κάπου αλλού. Η απώθηση και η απόσυρση λειτουργούν βραχυπρόθεσμα ως μηχανισμοί άμυνας κατά του άγχους, αλλά μακροπρόθεσμα συνδέονται με μεγαλύτερη επιβάρυνση στην ψυχική υγεία.

 Η Αποδοχή

Η δεξιότητα αποδοχής του πόνου από τον συνομιλητή είναι ουσιαστικά ο καθοριστικός παράγοντας που θα κρίνει το αν αυτό το μοίρασμα θα οδηγήσει σε πραγματική στήριξη ή, αντίθετα, σε απόσυρση, απόρριψη, ή ακόμη και σε μια νέα πληγή για εκείνον μοιράστηκε τον πόνο του.

Στην ψυχολογία, ο όρος «παράθυρο ανοχής» (window of tolerance) περιγράφει το εύρος μέσα στο οποίο κάποιος μπορεί να επεξεργαστεί δύσκολα συναισθήματα –δικά του ή των άλλων– χωρίς να χάνει τον αυτοέλεγχό του. Όσο πιο έντονη είναι αυτή η προσωπική δυσφορία στον ακροατή τόσο πιο αρνητικά νιώθει όταν ακούει για τον πόνο κάποιου άλλου.

Όταν κάποιος καλείται επανειλημμένα να ακούει και να διαχειρίζεται τον πόνο των άλλων –ως φίλος, σύντροφος ή θεραπευτής– χωρίς αρκετή ανοχή ή επαρκή αυτοφροντίδα, μπορεί να εμφανίσει κόπωση ενσυναίσθησης και συμπόνιας (empathy/compassion fatigue), δηλαδή μειωμένη ικανότητα στο να νοιαστεί. Σε πιο έντονες μορφές, όπως συμβαίνει με τους φροντιστές χρόνιων νοσημάτων, η συνεχής έκθεση στον πόνο των άλλων μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε δευτερογενές τραύμα (vicarious trauma), επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο ακροατής αντιλαμβάνεται τον κόσμο.

Παιδική Ηλικία

Πόσο συνδέεται με την παιδική ηλικία η δεξιότητά μας να μιλάμε για τον δικό μας πόνο ή να αντέχουμε τον πόνο του άλλου; Η παιδική ηλικία παίζει καθοριστικό ρόλο τόσο στην ικανότητά μας να εκφράζουμε όσα μας δυσκολεύουν όσο και να ακούμε όσα δυσκολεύουν τους άλλους. Η επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει ότι πρόκειται για μια δεξιότητα που δεν αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας, αλλά διαμορφώνεται νευρολογικά και ψυχολογικά μέσα από τις πρώιμες σχέσεις σύνδεσης.

Η ασφαλής σύνδεση σχετίζεται σταθερά με πιο προσαρμοστικούς τρόπους ρύθμισης των συναισθημάτων και μεγαλύτερη ενσυναίσθηση, ενώ η μη ασφαλής σύνδεση –αποφευκτική, αγχώδης ή αποδιοργανωμένη– σχετίζεται συχνότερα με δυσλειτουργικές στρατηγικές, όπως η κριτική, καθώς και με μειωμένη ενσυναίσθηση. Οι διαφορετικοί αυτοί τρόποι αντίδρασης δεν οφείλονται απαραίτητα σε έλλειψη αγάπης ή ενδιαφέροντος, αλλά σε μοτίβα διαχείρισης των συναισθημάτων που έχουν διαμορφωθεί πολύ νωρίτερα με τους γονείς.

Αυτό το «παράθυρο ανοχής» έχει άμεση αναπτυξιακή προέλευση: το αυτόνομο νευρικό σύστημα του παιδιού καλλιεργεί σταδιακά την ικανότητα ρύθμισης μέσα από ασφαλείς και προβλέψιμες εμπειρίες κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής. Μελέτες δείχνουν ότι η ικανότητα να αντέχουμε τον συναισθηματικό πόνο δεν αποτελεί μόνο ψυχολογική συνήθεια, αλλά συνδέεται και με μετρήσιμο νευρολογικό αποτύπωμα που διαμορφώνεται ήδη από την παιδική ηλικία.

Ένας συνομιλητής που έχει αναπτύξει ασφαλή σύνδεση και σταθερούς τρόπους συναισθηματικής ρύθμισης είναι πιθανότερο να μπορέσει να «σταθεί» δίπλα στον πόνο του άλλου, χωρίς να κατακλυστεί από αυτόν ή να αντιδράσει αμυντικά. Και τότε ο «ψυχικά πονεμένος» μπορεί να μιλήσει. Συνήθως «έχουμε πολλά να πούμε όταν υπάρχει ένα αυτί πρόθυμο να μας ακούσει».

Απαντώντας, λοιπόν, στο αρχικό μας ερώτημα, γιατί δεν μάθαμε να μιλάμε για την κατάθλιψή μας ή για όσα δύσκολα μας συμβαίνουν, ίσως αυτό να οφείλεται και στο ότι οι σημαντικοί άνθρωποι στη ζωή μας δεν ήταν έτοιμοι να μας ακούσουν. Αυτό, όμως, μπορεί να αλλάξει. Ένας καλός σύντροφος, ένας φίλος, ίσως και ένας πεφωτισμένος ιερωμένος μπορούν να μας προσφέρουν τον ασφαλή χώρο που κάποτε μας έλειψε. Και, βέβαια, ένας κατάλληλος θεραπευτής, που μπορεί να μας βοηθήσει να χτίσουμε μια σχέση ασφαλούς σύνδεσης.

«Να μπορέσω, επιτέλους, με κάποιον να μιλήσω!»

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:

Τι Μαθαίνει το Σχολείο στα Παιδιά για το Φύλο (Χωρίς να το Διδάσκει)

Ξέχνα το «Τι θα Γίνεις Όταν Μεγαλώσεις»

Ο Μιχάλης Καλλιφρονάς είναι ιατρός (MD) και πιστοποιημένος προσωποκεντρικός ψυχοθεραπευτής (ECP). Έχει πραγματοποιήσει postdoctoral εκπαίδευση στην Ενδοκρινολογία (Paris V) και κατέχει μεταπτυχιακά διπλώματα στην Κλινική Φαρμακολογία και Τοξικολογία (Paris VII), στη Συμβουλευτική (Strathclyde), στο Focusing (East Anglia) και στην Κλινική Εποπτεία (Derby). Είναι editor και κριτής επιστημονικών περιοδικών και διετέλεσε ιδρυτικός πρόεδρος της Ελληνικής Προσωποκεντρικής και Βιωματικής Εταιρείας. Εργάζεται ατομικά και ομαδικά, με έμφαση στην ψυχοθεραπεία χρόνιων νόσων, στις ομάδες γονέων, στη διαχείριση θυμού, τη θετική διεκδίκηση και την αυτοεκτίμηση, ενώ παρέχει επίσης κλινική εποπτεία.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε πρωί!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+