Η ισότητα των φύλων στο σχολείο διαμορφώνεται καθημερινά, μέσα από προσδοκίες, συμπεριφορές και μικρές αντιδράσεις που επηρεάζουν το πώς τα παιδιά βλέπουν τον εαυτό τους και τις δυνατότητές τους.
Το εκπαιδευτικό σύστημα κατοχυρώνει, θεωρητικά τουλάχιστον, την ισότητα των φύλων και διέπεται από την αρχή της ίσης μεταχείρισης όλων των παιδιών. Η θεσμική κατοχύρωση της ισότητας, όμως, δεν συνεπάγεται αυτομάτως και την εξάλειψη των έμφυλων ανισοτήτων. Το σχολείο μπορεί να συμμετέχει στη συντήρηση και στην αναπαραγωγή τους μέσα από τα αναλυτικά προγράμματα, την οργάνωση και διοίκησή του, το παιδαγωγικό υλικό και, κυρίως, μέσα από καθημερινές πρακτικές που συχνά θεωρούνται αυτονόητες.
Από το «Απαγορεύεται» στο «Αναμένεται»
Όταν το σχολείο δεν μιλά για την ισότητα, δεν σημαίνει ότι δεν διδάσκει τίποτα γι’ αυτήν. Η σιωπή αποτελεί και αυτή παιδαγωγικό μήνυμα. Τα παιδιά μαθαίνουν για το φύλο όχι μόνο όταν το σχολείο αποφασίζει να μιλήσει γι’ αυτό, αλλά και μέσα από το κρυφό ή άτυπο αναλυτικό πρόγραμμα: όλα όσα διδάσκει χωρίς να έχουν διατυπωθεί ως μαθησιακοί στόχοι.
Μαθαίνουν, για παράδειγμα, από το πώς η ίδια συμπεριφορά μπορεί, ανάλογα με το φύλο, να ερμηνεύεται ως αυτοπεποίθηση ή ως υπερβολική διεκδικητικότητα, από το ποιο παιδί θεωρούμε ότι «έχει δυνατότητες», ακόμη και όταν η τωρινή του επίδοση δεν είναι καλή, από το ποια σώματα, ενδιαφέροντα, συναισθήματα και τρόποι έκφρασης γίνονται εύκολα αποδεκτά από την ομάδα των συνομηλίκων και ποια έχουν κοινωνικό κόστος. Ίσως εκεί χρειάζεται να αναζητήσουμε ορισμένες από τις πιο ανθεκτικές μορφές έμφυλης ανισότητας.
Οι έμφυλες διακρίσεις δεν εκδηλώνονται σήμερα μόνο με κραυγαλέες μορφές σεξισμού, αλλά συχνά μέσα από έμμεσους και λιγότερο ορατούς μηχανισμούς. Η σύγχρονη έμφυλη κανονικότητα λειτουργεί λιγότερο με το «απαγορεύεται» και περισσότερο με το «αναμένεται». Τα όρια δεν τίθενται πάντοτε ρητά, αλλά συγκροτούνται μέσα από προσδοκίες για το τι θεωρείται φυσικό, κατάλληλο ή επιθυμητό για ένα αγόρι ή ένα κορίτσι – και για το τι συμβαίνει όταν ένα παιδί αποκλίνει από αυτές.
Η αίσθηση ενός παιδιού ότι «αυτό είναι για μένα», ή «εγώ δεν είμαι γι’ αυτό», συγκροτείται σταδιακά και μέσα στο σχολείο.
Η σχολική ζωή είναι γεμάτη κρίσεις μέσα στις οποίες αυτές οι προσδοκίες μπορεί να βρίσκουν χώρο. Ποιο παιδί έχει ιδιαίτερες δυνατότητες; Ποιο μπορεί να αναλάβει έναν ηγετικό ρόλο; Ποιο χρειάζεται ενθάρρυνση και από ποιο περιμένουμε περισσότερα; Η έμφυλη ανισότητα δεν βρίσκεται μόνο στις ευκαιρίες που στερούμε από ένα παιδί, αλλά και στις δυνατότητες που φανταζόμαστε γι’ αυτό.
Οι προσδοκίες του σχολείου μπορεί έτσι να συμβάλλουν στη δημιουργία της διαφοράς που αργότερα παρουσιάζεται ως «φυσική». Η αίσθηση ενός παιδιού ότι «αυτό είναι για μένα», ή «εγώ δεν είμαι γι’ αυτό», συγκροτείται σταδιακά και μέσα στο σχολείο.
Ένα βλέμμα έκπληξης για μια εξαιρετική επίδοση, μια διαφορετική ερώτηση, η μεγαλύτερη υπομονή όταν ένα παιδί δυσκολεύεται, η πρόσκληση να δοκιμάσει κάτι πιο απαιτητικό: μικρές, ανεπαίσθητες στιγμές που, μέσα από την επανάληψή τους, μπορούν να διευρύνουν ή να περιορίσουν αυτό που ένα παιδί θεωρεί δυνατό για τον εαυτό του.
Οι έμφυλα μεροληπτικές προσδοκίες μπορούν έτσι να λειτουργήσουν ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία: να επηρεάσουν την αυτοαντίληψη, τις επιλογές και τελικά ακόμη και την επίδοση των ίδιων των παιδιών. Δεν βιώνουν, βέβαια, όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο αυτές τις προσδοκίες. Το φύλο διασταυρώνεται με την κοινωνική τάξη, την εθνική ή φυλετική καταγωγή, την αναπηρία, τη σεξουαλικότητα και την έκφραση φύλου.
Μια διαθεματική ματιά μάς καλεί να δούμε ποια παιδιά ενθαρρύνονται, ποια πειθαρχούνται, ποια γίνονται ορατά και ποια παραμένουν στο περιθώριο και πώς το φύλο συνδιαμορφώνει, χωρίς ποτέ να καθορίζει μόνο του, αυτές τις εμπειρίες.
Όταν τα Παιδιά Επιτηρούν τα Όρια του Φύλου
Υπάρχει και ένα άλλο κρυφό στο αναλυτικό πρόγραμμα που συχνά παραβλέπουμε: αυτό των συνομηλίκων. Δεν χρειάζεται ένας/μία εκπαιδευτικός να πει σε ένα αγόρι «μην είσαι θηλυπρεπής». Αρκεί να γνωρίζει ότι ορισμένες κινήσεις, ενδιαφέροντα, συναισθήματα ή φιλίες μπορεί να του κοστίσουν κοινωνικά. Τα παιδιά μαθαίνουν γρήγορα ποιες είναι οι έμφυλες προσδοκίες και ότι η απόκλιση από αυτές μπορεί να έχει κόστος. Η επιτήρηση των έμφυλων ορίων γίνεται στην τάξη, στο προαύλιο, στην παρέα, στα αστεία, στο ποιο παιδί θεωρείται δημοφιλές και ποιο γίνεται αντικείμενο χλευασμού.
Ο ομοφοβικός ή τρανσφοβικός χλευασμός και εκφοβισμός δεν αφορά μόνο τα ΛΟΑΤΚΙ+ παιδιά, αλλά λειτουργεί ευρύτερα ως μηχανισμός πειθάρχησης του φύλου. Ένα αγόρι δεν χρειάζεται να είναι γκέι για να μάθει ότι ορισμένοι τρόποι να κινείται, να μιλά ή να εκφράζει φόβο και τρυφερότητα μπορεί να θέσουν υπό αμφισβήτηση την «αρρενωπότητά» του. Ένα κορίτσι αντιλαμβάνεται αντίστοιχα ποιο είδος θηλυκότητας επιβραβεύεται περισσότερο.
Έτσι, τα ίδια τα παιδιά γίνονται φορείς του κρυφού αναλυτικού προγράμματος. Και όταν ένα σεξιστικό, ομοφοβικό ή τρανσφοβικό «αστείο» αντιμετωπίζεται ως ασήμαντο, η σιωπή των ενηλίκων γίνεται μέρος του μαθήματος.
Χρειαζόμαστε και μια νέα διάσταση του έμφυλου γραμματισμού: να διαβάζουμε κριτικά όσα παράγει ένας αλγόριθμος και να ρωτάμε: «Με ποια δεδομένα έμαθε να μας περιγράφει τον κόσμο;».
Το Κρυφό Αναλυτικό Πρόγραμμα στην Εποχή των Αλγορίθμων
Σήμερα η τεχνολογία είναι ένας ακόμη παράγοντας που παρεμβαίνει όλο και περισσότερο στην εκπαιδευτική διαδικασία. Η UNESCO επισημαίνει ότι δεν είναι ουδέτερη ως προς το φύλο και ότι μπορεί να αναπαράγει ή να ενισχύει έμφυλες νόρμες και στερεότυπα.
Μελέτη της σε μεγάλα γλωσσικά μοντέλα εντόπισε έμφυλες προκαταλήψεις, συνδέοντας συχνότερα τις γυναίκες με το σπίτι και την οικογένεια και τους άνδρες με τη σταδιοδρομία και επαγγελματικούς ρόλους υψηλότερου κύρους.
Το σύγχρονο κρυφό αναλυτικό πρόγραμμα μπορεί, επομένως, να βρίσκεται και στην απάντηση που παράγει ένα εργαλείο AI, στην εικόνα που δημιουργεί, στις ψηφιακές αναπαραστάσεις του κόσμου που προσφέρει στα παιδιά. Χρειαζόμαστε και μια νέα διάσταση του έμφυλου γραμματισμού: να διαβάζουμε κριτικά όσα παράγει ένας αλγόριθμος και να ρωτάμε: «Με ποια δεδομένα έμαθε να μας περιγράφει τον κόσμο;».
Η καλή πρόθεση, επομένως, δεν αρκεί. Χρειάζονται γνώση, αναστοχασμός, επιμόρφωση και ένα εκπαιδευτικό πλαίσιο που να τα υποστηρίζει.
Η Ισότητα Κρίνεται στην Καθημερινότητα
Μια «Ημέρα Ισότητας» δεν μπορεί να ακυρώσει 180 ημέρες έμφυλων μηνυμάτων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι οργανωμένες δράσεις για την ισότητα δεν χρειάζονται. Σημαίνει ότι δεν αρκούν. Το πρόβλημα δεν είναι ότι το σχολείο δηλώνει πως τα κορίτσια και τα αγόρια δεν είναι ίσα. Είναι ότι μπορεί να δηλώνει ακριβώς το αντίθετο και, ταυτόχρονα, μέσα από εκατοντάδες μικρές πρακτικές αξιολόγησης, προσδοκιών, αναγνώρισης, σιωπής και κανονικοποίησης, να χαράζει για τα παιδιά διαφορετικά όρια του δυνατού ανάλογα με το φύλο.
Η ισότητα, επομένως, δεν μπορεί να είναι μια ειδική θεματική που επισκέπτεται το σχολείο λίγες φορές τον χρόνο. Δεν είναι μια επετειακή δράση, ούτε ένα μεμονωμένο πρόγραμμα. Είναι ο τρόπος να οργανώνεται η καθημερινότητά του: ο τρόπος που αξιολογούμε, ενθαρρύνουμε, ακούμε, μοιράζουμε τον λόγο, διαχειριζόμαστε τις συγκρούσεις και αναγνωρίζουμε τη διαφορετικότητα.
Αν κάνουμε μια δραστηριότητα για τις γυναίκες επιστημόνισσες στα γνωστικά πεδία STEM αλλά στην καθημερινότητα απευθύνουμε περισσότερες απαιτητικές ερωτήσεις στα μαθήματα αυτά στα αγόρια, τότε δίνουμε αντιφατικά μηνύματα. Αν μιλάμε για ισότητα αλλά ανεχόμαστε το «κοριτσάκι είσαι;» ως προσβολή μεταξύ αγοριών, κάτι άλλο διδάσκουμε. Αν έχουμε αφίσα κατά των διακρίσεων αλλά δεν παρεμβαίνουμε όταν ένα αγόρι χλευάζεται επειδή θεωρείται «θηλυπρεπές», το πραγματικό μάθημα δίνεται από τη σιωπή μας.
Χρειαζόμαστε αντισεξιστική εκπαίδευση. Η ισότητα δεν διδάσκεται μόνο με αυτά που λέμε, αλλά και με αυτά που κάνουμε συστηματικά. Το κρυφό αναλυτικό πρόγραμμα είναι τόσο ισχυρό ακριβώς επειδή δεν προϋποθέτει συνειδητή πρόθεση διάκρισης.
Οι εκπαιδευτικοί, όπως όλοι και όλες μας, έχουν μεγαλώσει μέσα σε έναν κόσμο οργανωμένο γύρω από έμφυλες προσδοκίες. Η καλή πρόθεση, επομένως, δεν αρκεί. Χρειάζονται γνώση, αναστοχασμός, επιμόρφωση και ένα εκπαιδευτικό πλαίσιο που να τα υποστηρίζει.
Τελικά, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν το σχολείο μιλάει για την ισότητα των φύλων, αλλά αν τα παιδιά τη βιώνουν: αν κάθε παιδί μπορεί να δοκιμάζει, να επιλέγει, να εκφράζεται και να φαντάζεται το μέλλον του πέρα από όσα οι έμφυλες προσδοκίες προδιαγράφουν γι’ αυτό. Η ισότητα στο σχολείο, επομένως, δεν κρίνεται μόνο από όσα θεσμικά κατοχυρώνει ή ρητά διδάσκει.
Κρίνεται και από το εύρος των δυνατοτήτων που ανοίγει –ή κλείνει– για κάθε παιδί. Γιατί δεν αρκεί να λέμε στα παιδιά ότι μπορούν να γίνουν ό,τι θέλουν, αν προηγουμένως τους έχουμε μάθει, με χίλιους μικρούς τρόπους, τι «ταιριάζει» να θέλουν.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ: