Πώς μπορεί το σχολείο να προετοιμάσει τους νέους για έναν κόσμο εργασίας που θα αλλάζει διαρκώς και δραστικά; Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών, που γιορτάζεται σήμερα, ο μαθηματικός και εκπαιδευτικός Σπύρος Κρόκος μιλά στην αθηΝΕΑ για την τεχνητή νοημοσύνη, τις δεξιότητες του αύριο και όσα χρειάζεται να αλλάξουν στην εκπαίδευση.
Για πολλές γενιές, η ερώτηση «Τι θα γίνω όταν μεγαλώσω;» είχε πίσω της έναν κόσμο προβλέψιμο. Οι σπουδές οδηγούσαν, λίγο-πολύ, σε συγκεκριμένα επαγγέλματα, οι δεξιότητες παρέμεναν χρήσιμες για χρόνια και η εκπαιδευτική διαδρομή μπορούσε να λειτουργήσει σαν χάρτης για την επαγγελματική ζωή. Σήμερα, ο χάρτης αυτός μοιάζει να σχεδιάζεται την ίδια ώρα που κάποιος προσπαθεί να τον διαβάσει.
Η τεχνολογία μετακινεί διαρκώς τα όρια του εφικτού. Η τεχνητή νοημοσύνη μπαίνει σταδιακά στην εργασία, στην παραγωγή γνώσης, στη δημιουργία, στην επικοινωνία, αλλά και σε επαγγέλματα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν προστατευμένα από τις μεγάλες τεχνολογικές ανατροπές. Νέες ειδικότητες εμφανίζονται, παλιότερες μετασχηματίζονται, δεξιότητες χάνουν μέρος της αξίας τους, ενώ άλλες αποκτούν ξαφνικά κεντρική σημασία.
Μέσα σε αυτή τη ρευστότητα, η επιλογή επαγγέλματος δεν είναι πλέον απλώς μια απόφαση για το «τι θα κάνω», αλλά μια προσπάθεια να προβλέψει κανείς έναν κόσμο που δεν έχει ακόμη πάρει την τελική του μορφή.
Κάπου εδώ επιστρέφει αναπόφευκτα το σχολείο. Όχι μόνο ως χώρος μετάδοσης γνώσεων, αλλά ως ο πρώτος θεσμός που καλείται να βοηθήσει έναν νέο άνθρωπο να καταλάβει τον εαυτό του, τις δυνατότητές του και τις επιλογές που ανοίγονται μπροστά του. Μπορεί, όμως, ένα εκπαιδευτικό σύστημα να προετοιμάσει τους μαθητές για επαγγέλματα που ενδεχομένως δεν υπάρχουν ακόμη; Διαθέτει τα κατάλληλα εργαλεία, τις υποδομές και, κυρίως, την ευελιξία ώστε να ανταποκριθεί σε μια αγορά εργασίας που αλλάζει με πολύ ταχύτερο ρυθμό από εκείνον των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων;
Υπάρχουν άνθρωποι που συναντάς και, πριν ακόμη αρχίσουν να μιλούν για το θέμα για το οποίο τους έχεις καλέσει, έχεις την αίσθηση ότι η συζήτηση θα ξεφύγει από τα προφανή. Ο Σπύρος Κρόκος είναι ένας από αυτούς. Είναι μαθηματικός στο Μουσικό Σχολείο Αθήνας, χωρίς όμως να περιορίζεται στα όρια της επιστήμης του.
Έχει σπουδάσει Μαθηματικά και έχει ολοκληρώσει μεταπτυχιακές σπουδές στη Μαθηματική Εκπαίδευση και την Ιστορία των Μαθηματικών, στις Επιστήμες της Αγωγής, αλλά και στη Δημιουργική Γραφή. Η σχέση του με τη γραφή δεν είναι θεωρητική: διηγήματα και μικρής φόρμας έργα του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικές ιστοσελίδες και συλλογές, ενώ έχει γράψει και θεατρικά έργα.
Αυτός ο συνδυασμός –ο μαθηματικός που ασχολείται με την εκπαίδευση, αλλά ταυτόχρονα γράφει λογοτεχνία και θέατρο– είναι ίσως και το πιο ενδιαφέρον σημείο εκκίνησης για μια συζήτηση γύρω από το μέλλον του σχολείου. Γιατί η εκπαίδευση δεν αφορά μόνο μαθήματα, εξετάσεις, βαθμούς και επαγγελματικές διεξόδους. Αφορά και τον άνθρωπο που θέλουμε να διαμορφώσουμε σε έναν κόσμο ο οποίος αλλάζει πολύ γρηγορότερα από τις βεβαιότητές μας.
Μιλήσαμε σχετικά με ένα ερώτημα που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να απαντηθεί: μπορεί το εκπαιδευτικό σύστημα να βοηθήσει έναν νέο άνθρωπο να επιλέξει το επάγγελμά του, όταν ακόμη και τα ίδια τα επαγγέλματα μετασχηματίζονται πριν προλάβουμε να τα κατανοήσουμε;
Πόσο ρεαλιστικό είναι να ζητάμε από έναν νέο άνθρωπο να επιλέξει σήμερα ένα επάγγελμα για το οποίο δεν γνωρίζουμε ακόμη πώς θα έχει διαμορφωθεί αύριο;
Όχι μόνο δεν είναι ρεαλιστικό, αλλά θα έλεγα πως είναι και ανώφελο να ζητάει κανείς από έναν νέο την επιλογή και υιοθέτηση μιας άκαμπτης επαγγελματικής ταυτότητας που θα τον ακολουθεί σε όλη του τη ζωή. Αυτή η αντίληψη μοιάζει ξεπερασμένη ακόμα και σήμερα. Σε ένα περιβάλλον που μετασχηματίζεται με ασύλληπτους ρυθμούς –χάρη, αλλά και εξαιτίας, της τεχνητής νοημοσύνης– η οπτική ενός εφήβου που οραματίζεται το μέλλον του οφείλει να προσανατολίζεται στην επιλογή σπουδών που του προσφέρουν ευρύ φάσμα μελλοντικών δυνατοτήτων. Κι εδώ δεν αναφέρομαι αποκλειστικά σε επιλογές εργασίας, αλλά και στη δυνατότητα μετασχηματισμού, ανανέωσης και εξέλιξης των γνώσεων που αποκτάει.
Το παρόν και το μέλλον διαγράφουν επαγγελματικές διαδρομές που θα είναι ολοένα και λιγότερο γραμμικές. Απαιτείται έτσι συνεχής επαγρύπνηση και παρακολούθηση των εξελίξεων και των τάσεων που διαμορφώνονται, με ταυτόχρονη ικανότητα όχι απλώς να μαθαίνει κανείς, αλλά και να εγκαταλείπει πρακτικές που έχουν ξεπεραστεί. Όσοι έχουν ασχοληθεί με την εκπαίδευση ενηλίκων γνωρίζουν πως ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια στην εδραίωση νέων γνώσεων είναι η συναισθηματική επένδυση του ατόμου σε γνώσεις και δεξιότητες που έχουν ξεπεραστεί, αλλά δυσκολεύεται να εγκαταλείψει.
Συχνά, η χρυσή τομή για την ανάληψη τέτοιων αποφάσεων βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται οι διαχρονικές αξίες που καλλιεργούνται στο παιδί από την οικογένεια και λειτουργούν ως πυξίδα με τη σύγχρονη οπτική του ίδιου του νέου για τον κόσμο και το προσωπικό του όραμα για το μέλλον.
Το σχολείο, ωστόσο, προετοιμάζει τους νέους για την αγορά εργασίας του μέλλοντος; Αν όχι, πού εντοπίζετε το μεγαλύτερο κενό;
Η προετοιμασία των νέων για την αγορά εργασίας αποτελεί χωρίς αμφιβολία μέρος της αποστολής του σχολείου. Ωστόσο ο ρόλος του σχολείου δεν μπορεί να εξαντλείται εκεί. Η μετατροπή του σχολείου σε έναν απλό οργανισμό κατάρτισης που ακολουθεί άκριτα τις επιταγές της αγοράς –η οποία συχνά θυμίζει ανεξέλεγκτη ζούγκλα― θα του στερούσε τον παιδαγωγικό και ανθρωποκεντρικό του προσανατολισμό.
Τείνω να καταλήξω πως το σημαντικότερο κενό εντοπίζεται στη δομική αδυναμία του εκπαιδευτικού συστήματος να μετασχηματιστεί με τους ταχύτατους ρυθμούς της τεχνολογίας. Με τα αναλυτικά προγράμματα και τα διδακτικά εγχειρίδια να παραμένουν ίδια για δεκαετίες, το σχολείο εγκλωβίζεται σε μια προσπάθεια να ανταγωνιστεί την τεχνητή νοημοσύνη στο δικό της πεδίο, στην παροχή και απομνημόνευση πληροφοριών.
Η πραγματική πρόκληση, συνεπώς, είναι να ενισχύσουμε την κριτική σκέψη των μαθητών, την ηθική τους κρίση και τις διαπροσωπικές τους δεξιότητες – στοιχεία που η τεχνητή νοημοσύνη δεν θα μπορέσει ποτέ να υποκαταστήσει. Το σχολείο οφείλει να στέκεται απέναντι στην αγορά όχι ως παθητικός της ακόλουθος, αλλά ως θεσμός που αξιολογεί, κρίνει και διευκολύνει την ομαλή, συνειδητή μετάβαση του εφήβου στην κοινωνία και την εργασία, διατηρώντας πάντοτε στο επίκεντρο τις ανθρώπινες αξίες. Κι αυτό, κατά την προσωπική μου άποψη, θα πρέπει να διαφυλαχθεί με κάθε κόστος.
Το ζητούμενο δεν είναι να προβλέψουμε ποια επαγγέλματα θα υπάρχουν στο άμεσο μέλλον, αλλά η διαμόρφωση ανθρώπων που θα είναι ικανοί να κινούνται με αυτοπεποίθηση σε ένα ρευστό μέλλον.
Ποιες είναι οι δεξιότητες που θα πρέπει να καλλιεργεί ένας μαθητής από πολύ νωρίς, ώστε να μπορεί να προσαρμόζεται σε επαγγέλματα και τεχνολογίες που σήμερα ακόμη δεν γνωρίζει;
Οι δεξιότητες αυτές στηρίζονται σε τρεις αλληλεπιδρώντες πυλώνες.
Ο πρώτος αφορά την κατανόηση των νέων τεχνολογιών, κάτι που έχει άμεσο αντίκτυπο στην ορθολογική χρήση τους. Σχετίζεται επίσης με την ικανότητα ανάγνωσης, ερμηνείας και κριτικής ανάλυσης των δεδομένων, αλλά και των παραγόμενων αποτελεσμάτων. Το ζητούμενο είναι οι μαθητές να χρησιμοποιούν την τεχνολογία ως εργαλείο και να μην καθορίζονται από αυτή.
Παράλληλα, καθίστανται κρίσιμες οριζόντιες, μη τεχνικές δεξιότητες (Soft Skills), όπως η συναισθηματική νοημοσύνη, η ενσυναίσθηση, η ικανότητα συνεργασίας, η ηθική κρίση, καθώς και γνωστικές ικανότητες που σχετίζονται με την κριτική σκέψη και την επίλυση προβλημάτων. Όσο η τεχνητή νοημοσύνη αυτοματοποιεί ολοένα και περισσότερες τεχνικές εργασίες τόσο η αξία αυτών των βαθιά ανθρώπινων χαρακτηριστικών θα αυξάνεται.
Το κλειδί, ωστόσο, της μακροπρόθεσμης προσαρμογής βρίσκεται στην ανάπτυξη μεταδεξιοτήτων (Meta-Skills) όπως η προσαρμοστικότητα, η ευελιξία, η συναισθηματική ανθεκτικότητα απέναντι στην αβεβαιότητα και η ικανότητα αυτορρυθμιζόμενης μάθησης. Πρόκειται για δεξιότητες που επιτρέπουν στο άτομο να ανανεώνει διαρκώς τις γνώσεις του και να ανταποκρίνεται δημιουργικά στις αλλαγές που πραγματοποιούνται.
Η τεχνητή νοημοσύνη αντιμετωπίζεται συχνά είτε ως απειλή είτε ως ευκαιρία. Ποια από τις δύο πλευρές υπερισχύει σήμερα στην εκπαίδευση; Είναι το ελληνικό σχολείο έτοιμο να αξιοποιήσει την AI προς όφελος των μαθητών;
Στη σημερινή σχολική πραγματικότητα η τεχνητή νοημοσύνη αντιμετωπίζεται συχνότερα ως απειλή και λιγότερο ως ευκαιρία. Η ευκολία των έτοιμων απαντήσεων στις ασκήσεις που δίνονται για το σπίτι, η μηχανική αντιγραφή και επικόλληση στις σχολικές εργασίες και τα ΑΙ «σκονάκια» δημιουργούν στους μαθητές μια ψευδαίσθηση διεκπεραίωσης των υποχρεώσεών τους, χωρίς κανένα ουσιαστικό μαθησιακό αποτέλεσμα.
Η σύγχρονη εποχή έχει ανάγκη από εκπαιδευτικές διεργασίες που επανασχεδιάζονται διαρκώς, ενώ η αξιολόγηση των μαθητών θα πρέπει να αποδεσμευτεί από ερωτήματα που περιστρέφονται αποκλειστικά γύρω από τυποποιημένες γνώσεις, οι οποίες ευνοούν τη χρήση της τεχνολογίας ως εργαλείου παράκαμψης της μάθησης. Τα παραδοσιακά μοτίβα στα οποία παραμένει προσκολλημένη η ελληνική εκπαίδευση σαφώς και δεν ευνοούν μια τέτοια προοπτική.
Η προσέγγιση αυτή φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη για συστηματοποίηση μιας ηθικής στάσης απέναντι στην αντιγραφή και τη λογοκλοπή. Η ηθική στάση δεν περιορίζεται μόνο σε τιμωρίες, αλλά δίνει ιδιαίτερη βάση στην ενημέρωση, στην κατ’ ιδίαν συζήτηση των παραμέτρων που αφορούν την εργασία ενός μαθητή, στην αναζήτηση πρωτοτυπίας στα παραδοτέα και στην αιτιολόγηση των βημάτων που ακολούθησε για την ολοκλήρωση μιας ανάθεσης. Παράλληλα, είναι σημαντικό να τονιστεί η ανάγκη οργανικής ένταξης της τεχνητής νοημοσύνης ως ενεργού εργαλείου διδασκαλίας μέσα στην ίδια την τάξη – κάτι που οριοθετεί σαφώς και το εύρος της χρήσης της.
Πόσο σημαντικό είναι να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον επαγγελματικό προσανατολισμό; Θα πρέπει πλέον να μιλάμε λιγότερο για «ένα επάγγελμα για μια ζωή» και περισσότερο για μια διαδρομή διαρκούς επανεκπαίδευσης και προσαρμογής;
Η ίδια η πραγματικότητα επιβάλλει πλέον μια τελείως διαφορετική αντίληψη για τον επαγγελματικό προσανατολισμό από εκείνη που είχαμε στο παρελθόν. Βλέπουμε επαγγέλματα να μεταλλάσσονται ριζικά: ένας γραφίστας δεν σχεδιάζει απλώς, αλλά καθοδηγεί παραγωγικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Ο δημοσιογράφος καλείται όλο και περισσότερο να λειτουργεί παράλληλα ως αναλυτής δεδομένων και ελεγκτής αξιοπιστίας πηγών απέναντι σε ψευδείς ειδήσεις.
Οι γιατροί συνεργάζονται με προηγμένους αλγόριθμους για την πρόληψη, τη διάγνωση, τον σχεδιασμό εξατομικευμένων θεραπειών, ακόμη και για την υποστήριξη χειρουργικών επεμβάσεων. Στον κατασκευαστικό τομέα εφαρμόζεται ήδη σε περιορισμένη κλίμακα η κατασκευή κατοικιών με τη χρήση 3D εκτυπωτών. Ταυτόχρονα, εμφανίζονται ειδικότητες που πριν από λίγα μόλις χρόνια δεν υπήρχαν, όπως οι σύμβουλοι ψηφιακής ηθικής (tech ethicists).
Πραγματοποιείται έτσι μια μετατόπιση στην έννοια του επιτυχημένου επαγγελματία. Ο σύγχρονος επαγγελματίας δεν είναι πλέον μόνο εκείνος που ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις απαιτήσεις της εργασίας του, αλλά αυτός που μπορεί να εξελίσσεται, να αποκτά νέες δεξιότητες και να επαναπροσδιορίζει τον ρόλο του μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον.
Γίνεται, συνεπώς, αντιληπτό ότι ο επαγγελματικός προσανατολισμός δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στην επιλογή ενός επαγγέλματος ή στην απόκτηση ενός τίτλου σπουδών. Οφείλει να προετοιμάζει τον νέο για μια πορεία συνεχούς μάθησης, επανεκπαίδευσης και προσαρμογής καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του.
Αν η πρόσβαση στα εργαλεία και η καλλιέργεια δεξιοτήτων δε διασφαλιστούν ισότιμα και δωρεάν μέσα στη σχολική τάξη, η τεχνολογία θα λειτουργήσει αντίστροφα από την υπόσχεσή της: αντί να εξισώνει ευκαιρίες, θα αναπαράγει και θα εντείνει τις υπάρχουσες κοινωνικές ανισότητες.
Υπάρχει κίνδυνος η τεχνολογική μετάβαση να διευρύνει τις εκπαιδευτικές και κοινωνικές ανισότητες; Για παράδειγμα, ένας μαθητής μπορεί να έχει πρόσβαση σε σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία ενώ κάποιος άλλος όχι.
Ναι, ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και ήδη τεκμηριωμένος – ίσως ο σοβαρότερος που συνοδεύει αυτή τη μετάβαση. Το ψηφιακό χάσμα δεν αφορά πια μόνο την πρόσβαση σε συσκευή ή σύνδεση στο διαδίκτυο, αν και η έλλειψη βασικών υποδομών παραμένει πρόβλημα για πολλές οικογένειες. Το βαθύτερο χάσμα είναι ποιοτικό: αφορά το πώς χρησιμοποιείται η τεχνολογία.
Ένας μαθητής με σύγχρονο υπολογιστή, γρήγορη σύνδεση και οικογενειακό περιβάλλον που μπορεί να τον καθοδηγήσει μαθαίνει να αξιοποιεί τα ψηφιακά εργαλεία ως μέσο έρευνας, πειραματισμού και δημιουργικής σκέψης. Ένας μαθητής χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις –είτε λόγω έλλειψης εξοπλισμού είτε λόγω απουσίας καθοδήγησης στο σπίτι– κινδυνεύει να περιοριστεί στην παθητική κατανάλωση περιεχομένου, χωρίς να αναπτύξει ουσιαστικό ψηφιακό γραμματισμό. Όταν μάλιστα η υβριδική και η εξ αποστάσεως διδασκαλία γίνεται κανόνας, αυτή η απόσταση μεταφράζεται άμεσα σε ακαδημαϊκή υστέρηση.
Εδώ αναδεικνύεται ο αναντικατάστατος ρόλος του δημόσιου σχολείου ως κοινωνικού εξισωτή. Αν η πρόσβαση στα εργαλεία και η καλλιέργεια δεξιοτήτων δε διασφαλιστούν ισότιμα και δωρεάν μέσα στη σχολική τάξη, η τεχνολογία θα λειτουργήσει αντίστροφα από την υπόσχεσή της: αντί να εξισώνει ευκαιρίες, θα αναπαράγει και θα εντείνει τις υπάρχουσες κοινωνικές ανισότητες.
Αν είχατε τη δυνατότητα να αλλάξετε σήμερα τρία πράγματα στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, ώστε να προετοιμάσουμε καλύτερα τους νέους για την αγορά εργασίας του άμεσου μέλλοντος, ποια θα ήταν αυτά;
Θα ξεκινήσω από την προσαρμογή του τρόπου διδασκαλίας (που απαιτεί τροποποιήσεις τόσο στη διδακτέα ύλη όσο και στο αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών) στις σύγχρονες απαιτήσεις και τον επανασχεδιασμό της αξιολόγησης. Μετατόπιση του βάρους από την αποστήθιση στην κριτική σκέψη, τη δημιουργικότητα, την επίλυση σύνθετων προβλημάτων, τη συνεργασία και την ικανότητα διατύπωσης σωστών ερωτημάτων. Ταυτόχρονα, μια εξέταση θα πρέπει να επιμένει στον τρόπο αιτιολόγησης, στον συνδυασμό και στην αξιολόγηση πηγών, στον έλεγχο της κριτικής ικανότητας.
Θεωρώ επίσης πολύ σημαντική την καλλιέργεια οριζόντιων δεξιοτήτων (Soft Skills) και μεταδεξιοτήτων (Meta- Skills) μέσα από ενσωματωμένες στα μαθήματα του ωρολογίου προγράμματος δραστηριότητες. Έτσι, όμιλοι, σύνολα και διάφορα προγράμματα που αυτή τη στιγμή υλοποιούνται εκτός σχολικού ωραρίου, μπορούν να αποτελούν μέρος μιας κύριας μαθησιακής διαδικασίας. Σε ένα τέτοιο σχολείο, ζητήματα που αφορούν τη χρήση/κατάχρηση της τεχνητής νοημοσύνης αλλά και η ψηφιακή ηθική οφείλουν να έχουν διακριτή και δεσπόζουσα θέση. Και όλα αυτά βέβαια θα πρέπει να έχουν άμεση εφαρμογή στη διδασκαλία κάθε αντικειμένου.
Τέλος, θα εστίαζα στον επαγγελματικό προσανατολισμό. Το σχολείο έχει ανάγκη εξωστρέφειας και πραγματικής επαφής με επαγγελματίες και εργασιακούς χώρους. Το ζητούμενο δεν είναι να προβλέψουμε ποια επαγγέλματα θα υπάρχουν στο άμεσο μέλλον, αλλά η διαμόρφωση ανθρώπων που θα είναι ικανοί να κινούνται με αυτοπεποίθηση σε ένα ρευστό μέλλον.
Τελικά, ποιο είναι το μεγαλύτερο λάθος που μπορούμε να κάνουμε απέναντι στους νέους όταν μιλάμε για το επαγγελματικό τους μέλλον: να τους προετοιμάζουμε για επαγγέλματα που ίσως εξαφανιστούν ή να μην τους προετοιμάζουμε καθόλου για έναν κόσμο που ακόμη δεν γνωρίζουμε;
Επιτρέψτε μου να είμαι επιφυλακτικός ως προς το συγκεκριμένο δίλημμα, καθώς θεωρώ πως και οι δύο επιλογές εκκινούν από την ίδια εσφαλμένη παραδοχή: ότι η εκπαίδευση οφείλει να προβλέψει το μέλλον, είτε δεσμευόμενη σε συγκεκριμένα επαγγέλματα είτε παραιτούμενη επειδή αδυνατεί να το πράξει με βεβαιότητα.
Η αβεβαιότητα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελέσει δικαιολογία για παθητικότητα. Αντιθέτως, είναι ακριβώς ο λόγος για προετοιμασία – διαφορετικού όμως τύπου.
Η κρίσιμη διαπίστωση αφορά το περιεχόμενο που αποδίδουμε στον όρο «προετοιμασία». Αν σημαίνει μετάδοση εφήμερων τεχνικών γνώσεων, τότε η σημασία της ακυρώνεται νομοτελειακά. Αν όμως εννοούμε τη συγκρότηση ανθρωποκεντρικών σταθερών, τότε ο νέος αποκτάει την πνευματική πυξίδα που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει το μέλλον, χωρίς την ανάγκη να το έχει μαντέψει σωστά.
Συμπερασματικά, το μεγαλύτερο λάθος είναι να προσφέρουμε στους νέους είτε μια ψευδή βεβαιότητα είτε τον φόβο για το αύριο, αντί για την αυτοπεποίθηση και τα εργαλεία να αναπροσαρμόζουν την πορεία τους σε έναν κόσμο που διαρκώς μεταβάλλεται.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ: