Ρατσιστής, Εγώ;

The mirror test/ Blind spot

Μπορεί να πιστεύουμε ειλικρινά ότι αντιμετωπίζουμε όλους τους ανθρώπους ισότιμα. Κι όμως, οι ασυνείδητες προκαταλήψεις μπορεί να επηρεάζουν τις καθημερινές μας αποφάσεις χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Πώς, όμως, μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε όσα δεν βλέπουμε στον εαυτό μας;

«Δεν έχεις θέση εδώ».

Μια φράση που κανείς δεν θα έπρεπε να ακούει. Κι όμως, σύμφωνα με την πανελλαδική έρευνα που πραγματοποίησε το ΚΜΟΠ (Κέντρο Κοινωνικής Δράσης και Καινοτομίας) σε συνεργασία με το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας και την ΕΕΔΑ (Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου) για το έργο ECOSYSTEM, σχεδόν 8 στους 10 ανθρώπους δηλώνουν ότι έχουν βιώσει κάποια μορφή διάκρισης στην Ελλάδα.

Το εύρημα γεννά ένα δύσκολο ερώτημα: πώς συνυπάρχουν τόσο εκτεταμένες εμπειρίες διάκρισης με μια κοινωνία ανθρώπων που, στη μεγάλη τους πλειονότητα δεν θεωρούν τον εαυτό τους προκατειλημμένο;

Ως άτομο, αλλά και μέσα από τη μακροχρόνια επαγγελματική μου πορεία στο ΚΜΟΠ, έχω συναντήσει πολλές φορές αυτή την αντίφαση. Και έχω διαπιστώσει ότι η συζήτηση για τις διακρίσεις χρειάζεται να ξεκινά όχι από την κατηγορία, αλλά από την επίγνωση του τι συμβαίνει σε εμένα τον ίδιο/α.

Όταν η Πρόθεση Δεν Αρκεί

Το implicit bias –οι αυτόματες, συχνά μη συνειδητές συνδέσεις που έχουμε μάθει να κάνουμε για ανθρώπους και κοινωνικές ομάδες– μας βοηθά να κατανοήσουμε ένα μέρος αυτής της πραγματικότητας. Δεν ταυτίζεται με τη συνειδητή προκατάληψη. Μπορεί να πιστεύουμε ειλικρινά στην ισότητα και την ίδια στιγμή να έχουμε εσωτερικεύσει στερεότυπα που επηρεάζουν μια γρήγορη κρίση μας: ποιος μας φαίνεται αξιόπιστος, ποιος «ταιριάζει» σε μια θέση, ποιο παιδί θεωρούμε ικανό, ποιον ακούμε περισσότερο.

Η προκατάληψη δεν εμφανίζεται πάντα ως μια μεγάλη, ξεκάθαρη πράξη αποκλεισμού. Συχνά κρύβεται σε μια πρόσληψη, σε μια σχολική τάξη, σε μια αξιολόγηση, σε ένα αστείο ή σε μια μικρή καθημερινή απόφαση.

Το βλέπουμε χαρακτηριστικά στον εκφοβισμό. Ένα παιδί μπορεί να αρχίσει να «πειράζει» ένα άλλο χωρίς να αντιλαμβάνεται πλήρως τι προκαλεί. Άλλα παιδιά παρασύρονται, γελούν, συμμετέχουν. Το πείραγμα επαναλαμβάνεται και σταδιακά γίνεται κάτι περισσότερο. Το παιδί που το δέχεται απομονώνεται, αποκλείεται από την ομάδα, μπορεί να αρχίσει να αμφισβητεί τον ίδιο του τον εαυτό. Μπορεί κανένας τους να μην ξεκίνησε με την πρόθεση να αλλάξει τη ζωή του άλλου. Το αποτέλεσμα, όμως, μπορεί να είναι καταλυτικό.

Ανάλογες δυναμικές συναντάμε και στον κόσμο της εργασίας. Ένας υποψήφιος μπορεί να αξιολογηθεί όχι μόνο με βάση τα προσόντα του, αλλά και μέσα από άρρητες προσδοκίες για το ποιος «ταιριάζει» σε έναν ρόλο. Και όσο πιο αυτονόητη μοιάζει μια τέτοια κρίση τόσο δυσκολότερο είναι να αναγνωρίσουμε το στερεότυπο που μπορεί να βρίσκεται από πίσω.

Γιατί, όμως, βλέπουμε την προκατάληψη ευκολότερα στους άλλους παρά στον εαυτό μας;

Επειδή για τον εαυτό μας γνωρίζουμε τις προθέσεις: «Δεν το εννοούσα έτσι». «Δεν είχα κακή πρόθεση». «Εγώ αντιμετωπίζω όλους τους ανθρώπους ισότιμα». Μπορεί να είναι όλα αληθινά. Δεν μας λένε, όμως, απαραίτητα τι αποτέλεσμα είχε η συμπεριφορά μας.

Αυτό είναι ένα κρίσιμο μάθημα στην πρόληψη του εκφοβισμού και των διακρίσεων. Η πρόθεση έχει σημασία, αλλά και το αποτέλεσμα έχει σημασία.

Πώς Αλλάζουμε Όσα Δεν Βλέπουμε;

Μπορούμε να περιορίσουμε τις ασυνείδητες προκαταλήψεις μας; Ναι, αλλά όχι προσπαθώντας απλώς να γίνουμε άνθρωποι «χωρίς προκαταλήψεις». Εκείνο που χρειάζεται είναι να δημιουργούμε συνθήκες που μειώνουν την πιθανότητα οι αυτόματες κρίσεις μας να μετατραπούν σε άνιση μεταχείριση. Για παράδειγμα, σαφέστερα κριτήρια στις προσλήψεις και στις αξιολογήσεις, διαφάνεια στις αποφάσεις, διαφορετικές φωνές γύρω από το ίδιο τραπέζι, εκπαίδευση που συνδέεται με πραγματικά διλήμματα και, κυρίως, το να δημιουργούμε χώρο για αμφισβήτηση.

Να μπορούμε να ρωτήσουμε: «Θα έκρινα αυτή την περίπτωση με τον ίδιο τρόπο αν το πρόσωπο απέναντί μου ήταν διαφορετικό;».

Ένας τρόπος να παρατηρήσουμε αυτές τις αυτόματες συνδέσεις είναι μέσα από τα Τεστ Μη Συνειδητών Συσχετίσεων (Implicit Association Test – IAT). Το ΚΜΟΠ, σε συνεργασία με τη Headway, έχει αναπτύξει στην Ελλάδα μια σειρά τέτοιων online τεστ, με πιο πρόσφατο το IAT που αφορά την ηλικία. Μέσα από μια σύντομη διαδικασία κατηγοριοποίησης λέξεων και εικόνων, το τεστ εξετάζει ποιες συνδέσεις ενεργοποιούνται αυθόρμητα όταν σκεφτόμαστε νεότερους και μεγαλύτερους ανθρώπους.

Δεν αξιολογεί τον χαρακτήρα μας, ούτε «διαγιγνώσκει» προκατάληψη. Μπορεί, όμως, να αποτελέσει μια αφορμή να παρατηρήσουμε κάτι που συνήθως παραμένει αόρατο – και να συμμετάσχουμε παράλληλα σε μια ευρύτερη ερευνητική προσπάθεια. Είναι ελεύθερα ανοιχτό σε όλους και ανώνυμο.

Η εμπειρία του ΚΜΟΠ, από την πρόληψη του εκφοβισμού έως την έρευνα και τα προγράμματα για τις διακρίσεις, δείχνει ότι η αλλαγή δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην καλή πρόθεση του ατόμου. Χρειάζεται να αλλάζουν και τα περιβάλλοντα μέσα στα οποία μεγαλώνουμε, εργαζόμαστε, αξιολογούμε και παίρνουμε αποφάσεις.

Η καμπάνια «(Δεν) έχεις θέση εδώ» μας καλεί να ακούσουμε μια φράση που κανένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε να βιώνει. Ίσως το επόμενο βήμα είναι να αναρωτηθούμε όχι μόνο αν εμείς οι ίδιοι θα τη λέγαμε ποτέ, αλλά και αν, μέσα από τις μικρές καθημερινές μας επιλογές, δημιουργούμε άθελά μας τις συνθήκες ώστε κάποιος άλλος να την αισθανθεί.

Γιατί η συμπερίληψη δεν αρχίζει όταν αναγνωρίζουμε τον «άλλο» ως διαφορετικό. Αρχίζει όταν είμαστε διατεθειμένοι να εξετάσουμε και τον τρόπο με τον οποίο εμείς οι ίδιοι βλέπουμε τον άλλο.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:

Από την Απαγόρευση του Κινητού στην Εκπαίδευση του Ψηφιακού Πολίτη

Πώς Γίναμε Όλοι «Ψ»

«Άτομα με Αναπηρία» ή «Ανάπηροι»; Η Πολιτική Πίσω από τις Λέξεις

Η Δρ. Αντωνία Τορρένς είναι εκπαιδευτική ψυχολόγος, γενική διευθύντρια του ΚΜΟΠ, δημιουργός και υπεύθυνη του πανελλήνιου προγράμματος Live Without Bullying και Πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Οικογενειακών Οργανώσεων Ευρώπης. Είναι Απόφοιτος του Εθνικού Καποδιστριακού Παν/μίου Αθηνών και κάτοχος M.ED και Ph.D εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Παν/μίου του Sheffield στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το 2004, ανέλαβε στο ΚΜΟΠ την ίδρυση και λειτουργία τριών στεγαστικών δομών και ενός κέντρου ημέρας ψυχικά ασθενών στα πλαίσια του εθνικού προγράμματος «Ψυχαργώς». Επιβλέπει ως επιστημονικά υπεύθυνη πολυάριθμα έργα σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, που στοχεύουν στην καλύτερη διαβίωση κοινωνικά ευάλωτων ομάδων, όπως ατόμων με ειδικές ανάγκες, ανέργων, θυμάτων βίας και εμπορίας ανθρώπων, ηλικιωμένων, εθνικών μειονοτήτων και πολλών άλλων. Από το 2016 μέχρι σήμερα, στο πλαίσιο του προγράμματος Live Without Bullying, έχει δημιουργήσει μία σειρά εκπαιδευτικών εργαλείων για την αντιμετώπιση του εκφοβισμού και της βίας στα σχολεία, καθώς και για την ασφαλή πλοήγηση των παιδιών στο διαδίκτυο, τα οποία έχουν παρακολουθήσει χιλιάδες εκπαιδευτικοί, γονείς και μαθητές σε όλη τη χώρα.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε πρωί!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+