Τι υπάρχει πραγματικά πίσω από ένα φόρεμα; Πόση μνήμη χωράει σε μια βελονιά, πόση επιθυμία σε ένα πατρόν και πόσες ζωές μπορούν να κρυφτούν μέσα σε ένα κομμάτι ύφασμα; Πόσο προσωπικό είναι τελικά ένα έργο που συνομιλεί με την ιστορία τόσων άλλων γυναικών; Πραγματικά, τι συμβαίνει όταν η ραπτική παύει να είναι απλώς η κατασκευή ενός ενδύματος και γίνεται ένας τρόπος να καταλάβεις ποια είσαι, από πού έρχεσαι και –κυρίως– ποια θέλεις ακόμη να γίνεις;
Πίσω από κάθε δημιουργία της Μαρίας Διαμάντη βρίσκεται μια ολόκληρη διαδρομή – από τη γιαγιά που της κληροδότησε την τεχνογνωσία και τον χαρακτήρα μέχρι τις γυναίκες που αναζήτησε μέσα στην ιστορία της μόδας, από την ανάγκη της να διαφυλάξει τη μνήμη μέχρι την προσωπική της ενηλικίωση και χειραφέτηση.
Συνάντησα τη δημιουργό στο ατελιέ της, στον Κεραμεικό, πίσω από τα φορέματα, τις χιλιάδες ώρες χειροποίητης εργασίας και το «Αρχείο».
Από το Μουσείο Μπενάκη και το «Ode Couture» στο Ωδείο Αθηνών και το «Haute Premiere – Υψηλή Μοδίστρα», τι έχει αλλάξει μέσα σου ως δημιουργός σε αυτή τη διαδρομή;
Στο Μουσείο Μπενάκη, στην «Ωδή στη Ραπτική», ήμουν ακόμη «μωρό». Ήμουν μια ρομαντική δημιουργός που, ύστερα από δέκα χρόνια ως εκπαιδευτικός στον χώρο της μόδας, είχε επανεφεύρει και αναδημιουργήσει το οικογενειακό της ατελιέ και βρισκόταν ξαφνικά να ζει ένα μεγάλο όνειρο. Είχα μαζί μου μια ομάδα μαθητών που είχα ήδη εκπαιδεύσει, είχα γνωρίσει τον Γιάννη Τσεκλένη, ο οποίος μου έδωσε την ιδέα για τους «Παγκόσμιους Έλληνες Δημιουργούς», και είχα την τύχη να έχω δίπλα μου ανθρώπους από τον χώρο της τέχνης και του πνεύματος που πίστεψαν σε μένα.
Έτσι, στις 25 Σεπτεμβρίου 2019 παρουσίασα στο Μουσείο Μπενάκη την πρώτη μου μεγάλη μελέτη. Πήρα μαζί μου ολόκληρη την ομάδα μου, χωρίς κανένα προσωπικό όφελος, μόνο γιατί μαζί είχαμε φτάσει μέχρι εκεί. Έξι χρόνια αργότερα, στο Ωδείο Αθηνών, όλα ήταν διαφορετικά. Είχε μεσολαβήσει η πανδημία, η ομάδα μου είχε διασκορπιστεί, ο Γιάννης Τσεκλένης είχε φύγει από τη ζωή και εγώ είχα βάλει στον εαυτό μου ένα προσωπικό στοίχημα.
Η έκθεση ήταν για μένα μια βαθιά διαδικασία ενηλικίωσης και γυναικείας χειραφέτησης. Μελέτησα 19 γυναίκες που σημάδεψαν την ιστορία της μόδας και τους δημιουργούς που επηρεάστηκαν από εκείνες, δημιουργώντας 24 εξ ολοκλήρου χειροποίητα έργα, που απαίτησαν χιλιάδες ώρες εργασίας. Παράλληλα, θέλησα να δημιουργήσω μια οπτικοακουστική εμπειρία με φως, ήχο, σκηνικά και κείμενα και, για πρώτη φορά, κατασκεύασα η ίδια τα 16 από τα 24 έργα.
Αν στο Μουσείο Μπενάκη ανέβηκα έναν ψηλό ουρανοξύστη με τα πόδια και με πολλά όνειρα, στο Ωδείο Αθηνών ανέβηκα το Έβερεστ. Δεν θα κρύψω πόσο ταλαιπωρήθηκα. Όμως μέσα από αυτή τη διαδικασία πήρα σημαντικές αποφάσεις, που άλλαξαν τις σχέσεις μου με τους ανθρώπους, τη σχέση μου με τον εαυτό μου και, πιθανότατα, όσα θα ακολουθήσουν.
Το σημαντικότερο είναι πως δεν εγκατέλειψα ούτε στιγμή το όνειρό μου. Και αυτό είναι κάτι για το οποίο θα καμαρώνω πάντα.
«Θέλησα να φωτίσω και να αποκαταστήσω τη γυναικεία παρουσία στην ιστορία της μόδας, αναδεικνύοντας δημιουργούς που δεν υπήρξαν απλώς εξαιρέσεις, αλλά ουσιαστικοί διαμορφωτές της».

Photo credits: Στέλιος Στεφάνου
Στρέφεις το βλέμμα σε γυναίκες δημιουργούς που επηρέασαν και άλλαξαν την ιστορία της μόδας. Τελικά, πόσο γυναικεία είναι η ιστορία της μόδας;
Για δεκαετίες, η αφήγηση της μόδας γράφτηκε κυρίως μέσα από ανδρικά ονόματα, αφήνοντας στο περιθώριο μια ολόκληρη γενιά γυναικών που διαμόρφωσαν την εξέλιξη της δημιουργίας. Πέρα από ελάχιστες καθολικά αναγνωρισμένες μορφές, όπως η Coco Chanel, η Elsa Schiaparelli, η Mary Quant, η Nina Ricci, η Madeleine Vionnet, το έργο σημαντικών γυναικών δημιουργών παραμένει άγνωστο στο ευρύ κοινό. Πόσοι γνωρίζουν την Gabi Aghion που, ξεκινώντας να ράβει στο σαλόνι του σπιτιού της, ίδρυσε τον οίκο Chloé;
Τη Jeanne Paquin, πρώτη σχεδιάστρια που δημιούργησε δικό της διεθνή οίκο; Τη Sonia Delaunay, πρωτοπόρο καλλιτέχνιδα του 20ού αιώνα, η πρώτη εν ζωή γυναίκα με αναδρομική έκθεση στο Λούβρο; Την Bonnie Cashin, την Greta Plattry, την Katharine Hamnett, τη Valentina Sanina Schlee, μια πρωτοπόρο σχεδιάστρια που έφτασε το 1923 στη Νέα Υόρκη με μία βαλίτσα φορέματα, δημιουργώντας ιστορία με σήμα κατατεθέν «τα ρούχα της να συστήνουν τον άνθρωπο πριν ο άνθρωπος συστηθεί»; Ή τη Madame Grès, ζωγράφο και γλύπτρια, της οποίας τα γλυπτικά ντραπέ επηρέασαν βαθιά τη σύγχρονη ενδυματολογία;
Πίσω από κάθε όνομα υπάρχει μια ιστορία δημιουργίας, τόλμης, επιμονής, πρωτοπορίας. Ιστορίες που δεν έλαβαν πάντοτε τη θέση που τους αναλογεί. Αυτή τη λανθασμένη αντίληψη θέλησα να φωτίσω και να αποκαταστήσω τη γυναικεία παρουσία στην ιστορία της μόδας, αναδεικνύοντας δημιουργούς που δεν υπήρξαν απλώς εξαιρέσεις, αλλά ουσιαστικοί διαμορφωτές της.
Γιατί πιστεύεις ότι ένα φόρεμα μπορεί να γίνει «αρχείο» μιας γυναίκας και μιας ολόκληρης εποχής;
Ένα φόρεμα μπορεί να αποτελέσει μέρος ενός «αρχείου» – προσωπικού, οικογενειακού, μουσειακού ή θεσμικού. Μπορεί να κουβαλήσει, να διαφυλάξει και να αναδείξει μια ολόκληρη εποχή. Αφενός επειδή την αποτυπώνει, αφετέρου επειδή φέρει επάνω του, μαζί με τις αναμνήσεις και τα συναισθήματα, μια ολόκληρη βιβλιοθήκη γύρω από τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αντιλαμβανόταν το ένδυμα.
Αρκεί να θυμηθούμε τα αρχεία των μεγάλων μουσείων μόδας. Κάθε κουτί που φιλοξενεί ένα κοστούμι αποτελεί από μόνο του ένα μάθημα πολιτισμού. Διασώζει μια εποχή, αποκαλύπτει τον τρόπο σκέψης της, αφηγείται μια ιστορία.
Φέτος, στο Ωδείο Αθηνών, επιλέξαμε να κάνουμε μια συμβολική κίνηση. Κάθε ένδυμα που μεταφέραμε για την έκθεση τοποθετήθηκε στο δικό του μεγάλο, λευκό κουτί, ακριβώς όπως φυλάσσονται τα κοστούμια στα αρχεία μεγάλων μουσείων του εξωτερικού. Θέλαμε έτσι να υπογραμμίσουμε την αξία τους, αντιμετωπίζοντάς τα ως πολύτιμα μουσειακά εκθέματα.
Είμαστε τελικά αυτό που φοράμε;
Όχι, δεν είμαστε αυτό που φοράμε, και συχνά η επιλογή γίνεται με τυχαία κριτήρια. Δεν ξυπνάμε κάθε πρωί με την ανάγκη να δηλώσουμε ποιοι είμαστε χρησιμοποιώντας τις ενδυματολογικές μας επιλογές. Πόσοι από εμάς αντέχουν να το κάνουν αυτό καθημερινά;
Κι όμως, αυτό που φοράμε έχει δύναμη. Κάθε φορά που εμείς κάνουμε μια άτυχη επιλογή, κάτι απλό, πρόχειρο ή αδιάφορο, μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο υπάρχουμε μέσα στη μέρα. Το έχετε παρατηρήσει; Όπως και το αντίθετο θα έλεγα.
Η γιαγιά σου σου άφησε ένα ατελιέ, μια τεχνογνωσία, αλλά κυρίως έναν τρόπο σκέψης. Τι κουβαλάς από εκείνη χωρίς να το έχεις επιλέξει συνειδητά;
Ευτυχώς για μένα, η γιαγιά μου μού κληροδότησε την τεχνογνωσία, αλλά κυρίως τον χαρακτήρα της. Ακόμη πιο ευτυχές ήταν το γεγονός ότι δεν μου κληροδότησε το ατελιέ. Είχε ήδη πάψει να λειτουργεί όταν αποφάσισα να το ξαναεφεύρω.
Αυτό μου έδωσε τη δυνατότητα να κάνω μια σοβαρή προσωπική πορεία στον χώρο της μόδας, να αποκτήσω σημαντική εκπαιδευτική εμπειρία σε ελληνικές σχολές, να επιλέξω συνειδητά την επιστροφή του ατελιέ χωρίς να το αισθανθώ ως οικογενειακό βάρος ή υποχρέωση. DNA, ναι. Επιθυμία έκφρασης, επίσης. Τα υπόλοιπα, με έναν τρόπο, ήρθαν μόνα τους.
Η άποψή μου είναι πως ό,τι κουβαλάμε από τους δικούς μας ανθρώπους το κουβαλάμε ασυνείδητα, έτσι κι αλλιώς. Πάντως, αν έπρεπε να διαλέξω, πάλι αυτόν το χαρακτήρα θα ήθελα να έχω, τον δικό της. Αυτό που με τρομάζει πιο πολύ είναι οι στιγμές που ίσως τον χάνω.
Στα «γλυπτά φορέματά» σου χρησιμοποιείς υλικά όπως καρφίτσες, κουμπιά, σούστες, ξύλο, λάστιχο, ακόμη και υγρό γυαλί και αποξηραμένα φυτά για να μιλήσεις για συναισθήματα, όπως ο φόβος, η εξουσία, η επιθυμία, η αθωότητα, η έλλειψη. Θέλεις να μας πεις ένα μεγάλο σου φόβο;
Ένας μεγάλος φόβος που τον τελευταίο καιρό έχει καρφωθεί στο μυαλό μου δεν είναι μήπως δεν πραγματοποιήσω όλα τα όνειρά μου. Αυτό, μπορώ να το αντέξω. Εκείνο που φοβάμαι περισσότερο είναι ο ίδιος ο φόβος· μήπως, νιώθοντάς τον, πάψω να επιθυμώ όλα όσα θα μπορούσα να ονειρευτώ – ή, καλύτερα, όλα όσα θα ήθελα να τολμήσω να ονειρευτώ. Μήπως, από φόβο, πείσω τον εαυτό μου ότι δεν τα επιθυμεί.
Ξέρω, ακούγεται παράξενο. Είναι όμως ένας μηχανισμός που μπορεί να λειτουργήσει ύπουλα: να περιορίζεις την επιθυμία σου για να προστατευτείς από την απογοήτευση. Αυτό με φοβίζει περισσότερο.

Photo credits: Στέλλιος Στεφάνου
Αν μπορούσες να καθίσεις σήμερα απέναντι στη νέα γενιά σχεδιαστών, τι θα ήθελες να τους πεις;
Παρατηρώ ότι η εκπαίδευση στη μόδα έχει πάρει τα τελευταία χρόνια μια περίεργη τροπή. Κατ’ αρχάς, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι εννοούμε όταν αναφέρουμε τη λέξη μόδα. Μόδα είναι ο τρόπος με τον οποίο ντυνόμαστε και συμπεριφερόμαστε; Η καθημερινή έκφραση μέσα από τις ενδυματολογικές επιλογές μας; Ένα κοινωνικό φαινόμενο με συγκεκριμένο ρυθμό επανάληψης που επηρεάζει την καθημερινότητα όλων μας; Η γρήγορες αλλά έξυπνες δημιουργίες των γνωστών fast fashion ετικετών; Ή και όλα αυτά μαζί;
Μόδα είναι ταυτόχρονα και τα αριστουργήματα εκείνα του παρελθόντος με τις εκατομμύρια βελονιές, τις υπερβολές με τα κεντήματα, καθώς και τη χειροποίητη εργασία που αγγίζει τα όρια της τέχνης.
Η μόδα είναι δύο κόσμοι μαζί, όχι ένας. Ένας νέος που επιλέγει να γίνει δημιουργός οφείλει να γνωρίζει την τεράστια γκάμα επιλογών που ανοίγεται μπροστά του, όπως η βιομηχανική παραγωγή, τα ατελιέ, η υψηλή ραπτική, τα μοδιστράδικα, τα ΜΜΕ, ο κινηματογράφος, το θέατρο. Οι σπουδές μόδας θα έπρεπε να περιλαμβάνουν όλες αυτές τις κατευθύνσεις, δίνοντας στους νέους τη δυνατότητα να τις ανακαλύψουν μέσα από πρακτική άσκηση ή συμπληρωματική εκπαίδευση, ακόμη σε μικρούς, εναλλακτικούς χώρους. Μόνο έτσι θα αποκτήσουν πλήρη αντίληψη αυτής της τεράστιας «βιβλιοθήκης» που λέγεται μόδα.
Είναι αξιοσημείωτη τα τελευταία χρόνια μια αυξημένη τάση για σπουδές στο εξωτερικό. Εκεί η μόδα διδάσκεται το λιγότερο 3 με 4 χρόνια συστηματικά στις σχολές τέχνης, μέσα από πολυετείς σπουδές, μεταπτυχιακά, πρακτική άσκηση, εξειδικευμένα προγράμματα. Έχω προετοιμάσει πορτφόλιο νέων για την εισαγωγή τους σε τέτοιες σχολές.
Χρειάζεται, όμως, να αναρωτηθούμε τι περισσότερο μπορούμε να προσφέρουμε εδώ: ιστορία της τέχνης και της μόδας, φιλοσοφία, κοινωνιολογία, τα σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία, αλλά και τη γνώση παραδοσιακών τεχνικών, όπως η υφαντική, η κεντητική και η ραπτική. Γιατί η μόδα δεν είναι μόνο σχεδιασμός· είναι όλα αυτά μαζί.
Από το παρελθόν στο αύριο: Τι πιστεύεις ότι έχει αλλάξει πραγματικά για τις γυναίκες;
Αυτή είναι μια δύσκολη ερώτηση. Δημιούργησα μια ολόκληρη έκθεση για τη γυναικεία συνεισφορά στη μόδα, για τη δύναμη, τρυφερή αλλά αδιάψευστη, που καθόρισε την πορεία της δημιουργίας. Δεν είμαι, όμως, βέβαιη ότι αυτές οι γυναίκες μπόρεσαν να δράσουν πραγματικά απελευθερωμένες από τους υπόλοιπους «γυναικείους» τους ρόλους.
Ακόμη και σήμερα, η γυναίκα εξακολουθεί να αγωνίζεται για τα αυτονόητα. Αφιέρωσα την έκθεση στη μητέρα μου, γιατί εκείνη ανέλαβε όλα όσα συνδέονταν με τους δικούς μου «θηλυκούς» ρόλους, επιτρέποντάς μου να φτάσω μέχρι εδώ. Η απουσία της με ανάγκασε πλέον να κλέβω χρόνο από αμέτρητες υποχρεώσεις για να αφοσιωθώ στην τέχνη μου.
Ως εκπαιδεύτρια, βλέπω ακόμη αυτή την ανισότητα. Πλεονεκτούν όσοι μπορούν να σπουδάζουν έχοντας κάποιον να αναλαμβάνει τον ρόλο της «μάνας». Εμπιστεύομαι, όμως, τα νέα παιδιά. Μεγαλώνουν με διαφορετικά πρότυπα, από διαφορετικές μανάδες και μπαμπάδες. Ίσως γι’ αυτό το μέλλον να μπορεί πράγματι να είναι διαφορετικό.
Μικρό Πορτρέτο
Η Μαρία Διαμάντη μεγάλωσε μέσα σε μια διπλή κληρονομιά πολιτισμού και δημιουργίας. Ο παππούς της, Δημήτρης Διαμάντης, αρχαιολόγος και επί χρόνια Αρχιφύλακας στο Μουσείο της Ακρόπολης, της εμφύσησε τη βαθιά συγκίνηση για την ομορφιά και τη διαχρονικότητα της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η γιαγιά της, Μαρία Διαμάντη, ιδρύτρια ατελιέ και εργαστηρίου ελευθέρων σπουδών στον Κεραμεικό, της κληροδότησε την τέχνη της ένδυσης. Αφιερώθηκε στη διαφύλαξη αυτής της παρακαταθήκης, επανιδρύοντας το ατελιέ «Μαρία Διαμάντη» και δημιουργώντας το «Αρχείο». Στην πορεία αυτή στάθηκαν δίπλα της η οικογένεια, οι μαθητές και άνθρωποι του πνεύματος, με ξεχωριστή τη στήριξη του γιου της.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Οι Μοδίστρες «Ξαναράβουν» την Ιστορία τους
Μικρός Οδηγός για τα Σύννεφα: στη Ζωή, την Επιστήμη, την Τέχνη