Τι αλλάζει στη γλώσσα μας όταν ο πιο πρόθυμος συνομιλητής μας έχει μάθει να μιλά από λίγους και δεν λογοδοτεί σε κανέναν;
Για χρόνια η δουλειά μου ήταν να κάνω τις μηχανές να μιλάνε. Πριν από τρία χρόνια εξηγούσα το πώς. Σήμερα, το ερώτημα έχει αντιστραφεί: πώς μιλάμε εμείς σε αυτές. Τους μιλάμε κάθε μέρα, για τα πάντα. Και κάπου εκεί, αρχίσαμε να τους μιλάμε όπως στους ανθρώπους.
Όταν δίνεις εντολή σε μια μηχανή, δεν διαπραγματεύεσαι. Όταν μιλάς με άνθρωπο, αντίθετα, το νόημα χτίζεται στην πορεία. Ρωτάμε, διευκρινίζουμε, διορθώνουμε: «δηλαδή;», «τι εννοείς;», «όχι, δεν το είπα έτσι».
Λέξεις σαν Ξόρκια
Η εύκολη απάντηση είναι ότι η καινούργια γλώσσα είναι η παλιά. Μόνο που είναι μια γλώσσα που δεν περιγράφει την πράξη, την εκτελεί. Για να αλλάξεις κάτι στον κόσμο των υπολογιστών δεν χρειάζεσαι πια κώδικα. Με την κατανόηση φωνής και τους λεγόμενους πράκτορες (agents) αρκεί μια πρόταση, και φεύγει ένα email, γίνεται μια πληρωμή, σβήνεται ένα αρχείο. Σαν ξόρκι. Λες τις σωστές λέξεις και κάτι συμβαίνει στον κόσμο, χωρίς να κουνήσεις το δαχτυλάκι σου.
Η πραγματολογία το ξέρει αυτό εδώ και εβδομήντα χρόνια. Ο J. L. Austin ονόμασε «πράξεις λόγου» τις φράσεις που δεν περιγράφουν μια πράξη αλλά την εκτελούν: «βάζω στοιχημα», «σας κηρύσσω ανδρόγυνο». Για να λειτουργήσουν, πρέπει να τις πει το κατάλληλο πρόσωπο και η κοινότητα να αναγνωρίζει την πράξη.
Οι φράσεις που λέμε σε έναν agent δεν χρειάζονται αναγνώριση. Εκτελούνται, όπως ο κώδικας. Θα τις ονόμαζα «εκτελέσιμες εκφωνήσεις». Και οι προϋποθέσεις τους αλλάζουν. Το «κατάλληλο πρόσωπο» γίνεται ο λογαριασμός με τα σωστά δικαιώματα. Η ειλικρίνεια δεν ελέγχεται πουθενά. Όπως σε κάθε παραμύθι, το ξόρκι πιάνει μόνο αν το πεις σωστά – και την ευθύνη την έχει όποιος το είπε.
Ποιανού τη Γλώσσα Μιλάει;
Κανείς δεν σχεδιάζει τη γλώσσα. Σχεδιάζεται ένα σύστημα που τη μιλάει. Και δεν το σχεδιάζει ένα κράτος. Το σχεδιάζουν λίγες τεράστιες εταιρείες. Ελάχιστα ξέρουμε με τι το τάισαν για να μάθει να μιλά ή τι μπορεί να βγει από το στόμα του.
Και σήμερα αυτό το κάτι κάθεται δίπλα στον καθένα μας, στο γραφείο και στο σπίτι. Κι όπως συμβαίνει με όποιον περνάμε πολλές ώρες μαζί, αρχίζουμε σιγά σιγά να του μοιάζουμε.
Η νέα νόρμα δεν χρειάζεται να επιβληθεί. Της μιλάμε κάθε μέρα. Και αφήνει ήδη ίχνη σε μεγάλη ανάλυση προφορικού λόγου – ερευνητές διαπίστωσαν ότι μετά την κυκλοφορία του ChatGPT αυξήθηκε η χρήση λέξεων που προτιμά το μοντέλο. Οι μηχανές έμαθαν από τα δικά μας κείμενα, απέκτησαν ένα πιο τυποποιημένο ύφος, κι εμείς αρχίζουμε να το υιοθετούμε. Κι όταν τα επόμενα μοντέλα μάθουν από αυτόν τον λόγο, ο κύκλος θα κλείσει – ένας κλειστός πολιτισμικός βρόγχος.
Ένα γλωσσικό μοντέλο γέρνει προς το πιθανό. Αυτό βοηθά: όποιος δυσκολευόταν να γράψει, μπορεί πλέον να εκφραστεί πιο εύκολα. Αλλά το πιθανό συχνά στρογγυλεύει τις γωνίες, την ντοπιολαλιά, την ιδιόρρυθμη φωνή, τη διατύπωση που δεν έχει ξαναγραφτεί. Η ομοιομορφία κάνει τη γλώσσα πιο ομαλή, αλλά μπορεί να την κάνει και πιο φτωχή.
Ούτε Εντολή, Ούτε Διάλογος
Όταν δίνεις εντολή σε μια μηχανή, δεν διαπραγματεύεσαι. Όταν μιλάς με άνθρωπο, αντίθετα, το νόημα χτίζεται στην πορεία. Ρωτάμε, διευκρινίζουμε, διορθώνουμε: «δηλαδή;», «τι εννοείς;», «όχι, δεν το είπα έτσι». Αυτό που γράφουμε σε ένα chatbot έχει τη μορφή της κουβέντας και τη δομή της εντολής.
Εμείς εξακολουθούμε να διαβάζουμε προθέσεις και να ερμηνεύουμε υπονοούμενα. Το κοινό έδαφος όμως δεν χτίζεται από κοινού. Τα γλωσσικά μοντέλα ρωτούν «τι εννοείς;» πολύ πιο σπάνια από τους ανθρώπους. Αντί να ζητήσουν διευκρινίσεις, συχνά υποθέτουν τι εννοούμε, κι όταν κάτι πάει στραβά, συνήθως εμείς ξεκινάμε την επιδιόρθωση.
Καθρέφτη, Καθρεφτάκι μου
Ο καθρέφτης του παραμυθιού είχε τουλάχιστον το θάρρος να απαντήσει «η Χιονάτη». Ο καινούργιος μας καθρέφτης απαντά σχεδόν πάντα «εσύ». Όποιος έχει δοκιμάσει μια ιδέα του σε ένα γλωσσικό μοντέλο ξέρει τη συνέχεια. «Έχεις απόλυτο δίκιο». Οι ιδέες φουσκώνουν αντί να δοκιμάζονται. Υπάρχει η μορφή μιας συζήτησης, αλλά λείπει κάποιος που θα μπορούσε να σε αμφισβητήσει.
Όταν σου λέω κάτι, δεσμεύομαι. Είμαι υπόλογος για αυτό που είπα, μπορείς να μου θυμίσεις ότι χθες έλεγα άλλα. Ένα μοντέλο μπορεί να αστοχήσει, αλλά δεν υπάρχει κανείς να δεσμευτεί για την απάντησή του. Απέναντι σε ένα μοντέλο υπάρχει πάντα ένα κουμπί που ξαναγράφει την απάντηση και μια καινούργια συνομιλία που ξεκινά από το μηδέν.
Την επιδιόρθωση την αντικαθιστά μια νέα ζαριά. Κανείς από τους δύο δεν μένει δεμένος με όσα είπε. Όταν λοιπόν «διορθώνουμε» ένα μοντέλο, δεν διαπραγματευόμαστε. Κουρδίζουμε ένα όργανο.
Το «σε παρακαλώ» και το «μήπως θα μπορούσες» μαλακώνουν ένα αίτημα που αλλιώς θα πίεζε τον άλλον. Απέναντι σε ένα μοντέλο δεν υπάρχει πρόσωπο να προστατέψεις. Κι όμως, κρατάμε τη μορφή της ευγένειας, ενώ η λειτουργία της έχει χαθεί. Πρόσωπο, λοιπόν, με όλες τις σημασίες της λέξης: το πρόσωπο της ευγένειας, το πρόσωπο της γραμματικής, το πρόσωπο που έχεις απέναντί σου. Για πρώτη φορά έχουμε τη γραμματική του δεύτερου προσώπου χωρίς δεύτερο πρόσωπο.
Ένα κείμενο θα αξίζει όσο αξίζει ο άνθρωπος που είναι διατεθειμένος να λογοδοτήσει γι’ αυτό, να το υπερασπιστεί, να το αναθεωρήσει όταν τον ρωτήσουν, να πληρώσει αν έκανε λάθος. Η υπογραφή θα μετράει περισσότερο από τη γραφή.
Η Εργασία που Γράφεται Μόνη της
Πολλοί κατηγορούν την τεχνητή νοημοσύνη επειδή δίνει έτοιμες τις απαντήσεις. Η ανησυχία είναι βάσιμη. Νομίζω όμως ότι κοιτάζει στο λάθος σημείο.
Η γραπτή εργασία ήταν ένας τρόπος να φανεί ότι ο μαθητής είχε καταλάβει. Ο κόπος του γινόταν τεκμήριο.
Ο Σωκράτης, που δεν έγραψε ποτέ, σταματούσε τους περαστικούς στην αγορά, τους ρωτούσε «τι εννοείς;» και τους εξέταζε σε όσα είχαν πει λίγο πριν. Ο Πλάτων κατηγορούσε τα γραπτά ότι σωπαίνουν όταν τα ρωτάς και χρειάζονται τον πατέρα τους να τα υπερασπιστεί. Κι όμως, ο γραπτός λόγος βρήκε τη δική του λογοδοσία: έλεγε πάντα το ίδιο και είχε πατέρα κάποιον που τον υπέγραφε. Το κείμενο της τεχνητής νοημοσύνης δεν σωπαίνει ποτέ, αλλά κάθε φορά απαντά λίγο αλλιώς, και πατέρα δεν έχει. Είναι ένας αντι-Σωκράτης: σπάνια ρωτά «τι εννοείς;» και δεν σε κρατά υπόλογο.
Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος, όχι στην έτοιμη εργασία. Όταν προσπαθείς να θυμηθείς κάτι ή να το γράψεις, το περνάς από την κρίση σου. Όταν παίρνεις την απάντηση έτοιμη και τη δίνεις στον άλλο, η γνώση μπορεί να περάσει από μέσα σου χωρίς να δοκιμαστεί πουθενά.
Τι Θα Αξίζει
Τι θα γίνει λοιπόν με τον γραπτό λόγο; Ως απόδειξη κόπου, τελείωσε. Όταν ο καθένας μπορεί να παράγει κείμενο σε δευτερόλεπτα, το κείμενο δεν αποδεικνύει τίποτα. Ένα κείμενο θα αξίζει όσο αξίζει ο άνθρωπος που είναι διατεθειμένος να λογοδοτήσει γι’ αυτό, να το υπερασπιστεί, να το αναθεωρήσει όταν τον ρωτήσουν, να πληρώσει αν έκανε λάθος. Η υπογραφή θα μετράει περισσότερο από τη γραφή.
Αν οι στιγμές όπου κάποιος μας ζητά τον λόγο για όσα λέμε αραιώνουν, γίνονται και πιο πολύτιμες. Ο συνάδελφος που διαφωνεί, ο επιμελητής που σου επιστρέφει το κείμενο γεμάτο σημειώσεις, ο φίλος που σου λέει «όχι, εδώ κάνεις λάθος». Δεν θα τους συναντάμε πια τυχαία. Θα πρέπει να τους αναζητάμε. Και για τα παιδιά μας, ίσως το πιο σημαντικό δεν είναι να μάθουν να γράφουν καλά prompts, αλλά να υπερασπίζονται μια θέση μπροστά σε κάποιον που μπορεί να τους πει ότι έχουν άδικο.
Ποια είναι λοιπόν η επόμενη καινούργια γλώσσα; Μια γλώσσα εκτελέσιμη: τη λες και κάτι συμβαίνει στον κόσμο. Μια γλώσσα με συνομιλητή χωρίς πρόσωπο, που γέρνει προς το πιθανό και στρογγυλεύει τις γωνίες. Μια γλώσσα σε δεύτερο πρόσωπο χωρίς δεύτερο πρόσωπο. Που περνά σιγά σιγά και στον τρόπο που μιλάμε μεταξύ μας.
Πού μας πάει; Εξαρτάται από εμάς περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε. Ο εύκολος δρόμος είναι να μιλάμε όλο και πιο όμοια και να λογοδοτούμε όλο και λιγότερο. Ο άλλος δρόμος περνά από την αγορά του Σωκράτη: να κρατήσουμε, και να διεκδικήσουμε, τις στιγμές όπου κάποιος μπορεί να μας ρωτήσει «τι εννοείς;».
Ο καθρέφτης θα συνεχίσει να απαντά «εσύ». Η γλώσσα όμως δεν φτιάχτηκε για καθρέφτες. Φτιάχτηκε για να λογοδοτούμε. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι ποια γλώσσα θα μιλάμε. Είναι αν θα έχουμε κρίση για αυτά που λέμε.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Ξέχνα το «Τι θα Γίνεις Όταν Μεγαλώσεις»
Όταν η Τεχνητή Νοημοσύνη μας Ξέρει Λίγο Παραπάνω
Όταν η AI Γράφει τους Πολιτικούς Λόγους, τι Απομένει στον Άνθρωπο;