Το ενδιαφέρον σήμερα στρέφεται στη Γερμανία. Οι εκλογές στη Βάδη-Βυρτεμβέργη στις 8 Μαρτίου άνοιξαν μια «σούπερ» εκλογική χρονιά και αποτέλεσαν το πρώτο πολιτικό τεστ για το σύστημα. Οι Πράσινοι του Cem Özdemir κράτησαν οριακά την πρώτη θέση με 30,2%, έναντι 29,7% της CDU. Η προσωπικότητα του Özdemir και το ευρύτερο, κεντρώο προφίλ που καλλιέργησε φαίνεται ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο – μια ένδειξη της αυξανόμενης προσωποποίησης της σύγχρονης πολιτικής.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1990, τα χρόνια που σπούδαζα στην τότε Δυτική Γερμανία, όλες και όλοι γνώριζαν ποια ήταν τα απόλυτα «μαύρα», τα κυρίαρχα από τη Δεξιά, κρατίδια της Ομόσπονδης Γερμανίας: τα δύο πλούσια κρατίδια του Νότου, η Βαυαρία και η Βάδη-Βυρτεμβέργη. Στο Μόναχο, κυριαρχούσε η μορφή του μόνιμου διεκδικητή του πρωθυπουργικού θρόνου Franz Josef Strauss και των επιγόνων του (CSU). Στη Στουτγάρδη, ο τεχνοκράτης Lothar Späth, που κρατούσε με σιγουριά και ασφάλεια τα ηνία της τοπικής ηγεσίας.
Οι Πράσινοι, παιδί των νέων κοινωνικών κινημάτων της εποχής, δημιουργήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80, με φυσιογνωμία που ήταν ορατή κυρίως στα φοιτητικά έδρανα των ονομαστών πανεπιστημίων της Βάδης-Βυρτεμβέργης και στις πολλές τότε διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες − είτε για μια αποπυρηνικοποιημένη ενεργειακά Γερμανία είτε για την απελευθέρωση του Nelson Mandela!
Ακόμα και στο Φράιμπουργκ, την πιο εναλλακτική και «πράσινη» πόλη της Γερμανίας, μόλις το 2002 μπόρεσε ο συμφοιτητής μου στις Πολιτικές Επιστήμες Dieter Salomon από το κόμμα των Πρασίνων να γίνει δήμαρχος της πόλης με το κόμμα των Πρασίνων για δύο μακρές θητείες.
Οι Πράσινοι, που πρωτοεκλέχθηκαν το 1983 στο Κοινοβούλιο της Δυτικής Γερμανίας, έπρεπε να περιμένουν την πτώση του τείχους του Βερολίνου και τη συνένωσή τους το 1993 με τα Κινήματα Πολιτικών Δικαιωμάτων (Allianz 90) της ανατολικής πλευράς για να μπορέσουν επιτέλους στα μέσα της δεκαετίας του 1990 να αποκτήσουν διευρυμένο πολιτικό ρόλο, εισερχόμενοι στο κοινοβούλιο της ενωμένης πλέον Γερμανίας.
Αυτή η πρώτη, θρυλική γενιά των ακτιβιστών Πρασίνων, όπως ο Joschka Fischer, η Petra Kelly, ο Otto Schily, η Jutta Ditfurth, αλλά και ο εκ των πρωταγωνιστών του Μάη του ’68 στη Γαλλία, Daniel Cohn-Bendit, ευτύχησε −και ταυτόχρονα δυστύχησε− να κατακτήσει την τοπική και εθνική κυβερνησιμότητα. Κάπως σαν τον δικό μας ΣΥΡΙΖΑ που την πενταετία 2015-19 βρέθηκε ενώπιον της «πραγματικής» πραγματικότητας στην εγχώρια και διεθνή πολιτική σκηνή.
Από εκείνα τα πρώτα κοινοβουλευτικά και κυβερνητικά χρόνια των Πρασίνων (1998-2005 και 2021-2025) άρχισε να αναδεικνύεται δειλά και μια νέα γενιά «αριστερών» και «ρεαλιστών» στελεχών. Μια γενιά που την ώριμη πολιτικά εποχή του κυβερνητικού πια κόμματος αναδείχθηκαν μέχρι και σε υπουργικές θέσεις.
Ο κοινωνιολόγος-παιδαγωγός Cem Özdemir, Γερμανός πολίτης τουρκικής καταγωγής, τέκνο Τούρκων γκασταρμπάιτερ, εκλέχτηκε από το 1994 στο εθνικό κοινοβούλιο, διετέλεσε για μια δεκαετία πρόεδρος του κόμματος των Πρασίνων της Ενωμένης Γερμανίας, ευρωβουλευτής, υπουργός στην κυβέρνηση συνεργασίας του Olaf Scholz και τοπικός βουλευτής στο κοινοβούλιο του κρατιδίου της Βάδης-Βυρτεμβέργης.
Στο μεταξύ, στη Βάδη-Βυρτεμβέργη είχε συντελεστεί μια μικρή «επανάσταση». Ο Winfried Kretschmann, ιδρυτικό στέλεχος των Πρασίνων, μέλος της οικονομικά φιλελεύθερης και κοινωνικά συντηρητικής πτέρυγας του κόμματος, είχε κατορθώσει το αδύνατο: να «κλέψει» στις τοπικές εκλογές τις καρδιές των ψηφοφόρων του συντηρητικού κρατιδίου του γερμανικού νότου και με την υπερ-κομματική του ψήφιση να εκλεγεί τοπικός πρωθυπουργός. Ο πρώτος Πράσινος τοπικός πρωθυπουργός στην ιστορία της Γερμανίας. Η συνεπής πολιτική του υπέρ της μη δογματικής οικολογίας αλλά και υπέρ της εργασίας και των επενδύσεων από τις μεγάλες εταιρείες, τον κατέστησε κυρίαρχο του τοπικού παιχνιδιού μέχρι και την Κυριακή, που άνοιξε ουσιαστικά τον δρόμο για τη διαδοχή του από τον Cem Özdemir.
Ο Özdemir πολιτικά έχει, μεταξύ άλλων, αντιτεθεί στην είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ όσο ο Erdoğan ελέγχει την εξουσία και έχει κατηγορήσει την Τουρκία, για πολιτικές στήριξης του ISIS, ενώ συνέβαλε και στην αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από το γερμανικό κοινοβούλιο. Κοσμοπολίτης και ευρωπαϊστής, είναι συμπαθής, επίμονος, μαχητής και πιστός σε αξίες που σήμερα αποτελούν απαραίτητο υλικό στο μείγμα μιας προοδευτικής διακυβέρνησης.
Ο Cem Özdemir, παρόλο που δεν είναι πια νεαρός, αντιπροσωπεύει την εικόνα και το προφίλ των νέων πολιτικών που αναζητούν οι δημοκρατικές κοινωνίες σήμερα, καθώς η εμπιστοσύνη των πολιτών στην κλασική πολιτική ελίτ έχει διαρρηχθεί και το παραδοσιακό προφίλ των πολιτικών έχει υποστεί φθορά. Εντάσσεται σε μια νέα γενιά πολιτικών που αποστασιοποιούνται από την ξύλινη γλώσσα του παρελθόντος, αφουγκράζονται τους παλμούς της κοινωνίας και μετουσιώνουν τις ανησυχίες της καθημερινής ζωής σε διαφορετικές προτεραιότητες.
Η διακυβέρνηση του Cem Özdemir στη Βάδη-Βυρτεμβέργη ενδεχομένως να προκαλέσει ένα σημαντικό, ακόμα και σε εθνικό επίπεδο, πείραμα, καθώς θα συγκυβερνήσει με το κεντροδεξιό κόμμα της Γερμανίας, CDU, που δυνητικά θα μπορούσε να αποτελέσει ανάχωμα στην επέλαση των ακροδεξιών της Εναλλακτικής Γερμανίας (AfD), οι οποίοι σχεδόν διπλασίασαν το ποσοστό τους στις εκλογές του κρατιδίου, αγγίζοντας το 18,8%.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Trump και Ιράν: Ένας Πόλεμος Επιλογής και οι Συνέπειές του
