Δύο από τους πιο σημαντικούς επιστήμονες στον χώρο του κρασιού, που προβάλλουν τον ελληνικό αμπελώνα σε ολόκληρο τον κόσμο, είναι δύο καθηγητές και φίλοι: ο Στέφανος Κουνδουράς, καθηγητής αμπελουργίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, και ο Γιώργος Κοτσερίδης, καθηγητής οινολογίας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Πριν από περίπου δέκα χρόνια, οι δύο επιστήμονες πήραν μια πρωτοβουλία που έμελλε να επηρεάσει την παρουσία της Ελλάδας στη διεθνή επιστημονική κοινότητα του κρασιού. Με τη στήριξη των πανεπιστημίων τους, συμμετείχαν στη δημιουργία ενός παγκόσμιου επιστημονικού φόρουμ για την αμπελουργία και την οινολογία. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξή του, ανοίγοντας παράλληλα δρόμους για νεότερους επιστήμονες — γεωπόνους και οινολόγους — ώστε να μπορούν να συμμετέχουν ενεργά στον διεθνή επιστημονικό διάλογο.
Όπως εξηγεί ο Στέφανος Κουνδουράς, την περίοδο εκείνη η Ευρώπη δεν διέθετε ένα πραγματικά ισχυρό επιστημονικό περιοδικό αφιερωμένο στην αμπελουργία και την οινολογία. Τα δύο βασικά περιοδικά που υπήρχαν —το γαλλικό Journal International des Sciences de la Vigne et du Vin και το γερμανικό Vitis— βρίσκονταν στη σκιά του αμερικανικού American Journal of Enology and Viticulture και του αυστραλιανού Australian Journal of Grape and Wine Research.
Η ιδέα για την αλλαγή αυτού του τοπίου ξεκίνησε από μια ομάδα του Πανεπιστήμιο του Bordeaux. Στόχος τους ήταν η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού επιστημονικού περιοδικού που θα μπορούσε, μέσα σε λίγα χρόνια, να εξελιχθεί σε παγκόσμιο σημείο αναφοράς για την έρευνα γύρω από το αμπέλι και το κρασί.
Την ίδια περίοδο, πολλά επιστημονικά περιοδικά αναγκάζονταν να ενταχθούν σε μεγάλους εκδοτικούς οίκους για να μπορέσουν να επιβιώσουν οικονομικά, γεγονός που συχνά περιόριζε την ανεξαρτησία τους. Παράλληλα, η πρόσβαση σε αυτά ήταν συνήθως δυνατή μόνο μέσω ακριβών συνδρομών.

Η πρόταση που διαμορφώθηκε ήταν διαφορετική: το νέο περιοδικό θα βασιζόταν στη στήριξη των πανεπιστημίων που θα συμμετείχαν ως μέλη, αλλά και σε ιδιωτικούς φορείς που θα συνέβαλλαν στη λειτουργία του. Για να γίνει αυτό, χρειαζόταν ένας αρχικός πυρήνας πανεπιστημίων με ισχυρά εργαστήρια και ερευνητικές ομάδες γύρω από την αμπελουργία και την οινολογία.
Σε αυτόν τον πρώτο, ιδιαίτερα περιορισμένο κύκλο κλήθηκαν να συμμετάσχουν και δύο ελληνικά πανεπιστήμια: το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με το Εργαστήριο Αμπελουργίας και το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών με το Εργαστήριο Οινολογίας. Όπως σημειώνει ο Κουνδουράς, η συμμετοχή αυτή αποτέλεσε και μια προσωπική επιτυχία των δύο Ελλήνων επιστημόνων.
Οι πρώτες συζητήσεις για τη φυσιογνωμία του νέου περιοδικού πραγματοποιήθηκαν σε μια συνάντηση στο Παρίσι, όπου τέθηκαν οι βάσεις για τη δημιουργία του.
Παράλληλα, αποφασίστηκε ότι μαζί με το περιοδικό θα έπρεπε να δημιουργηθεί και μια επιστημονική εταιρεία που θα το υποστήριζε και θα λειτουργούσε ως διεθνής φορέας για την έρευνα γύρω από το αμπέλι και το κρασί. Έτσι γεννήθηκε η International Viticulture and Enology Society.
Τα δύο ελληνικά πανεπιστήμια συγκαταλέγονται στα ιδρυτικά μέλη της εταιρείας, με δικαίωμα ψήφου στις κρίσιμες αποφάσεις της — όπως η ένταξη νέων μελών. Μάλιστα, στο πρώτο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ο Στέφανος Κουνδουράς συμμετείχε ως αναπληρωματικό μέλος.
Η συμμετοχή αυτή μόνο εύκολη δεν ήταν. Το 2016 η Ελλάδα βρισκόταν στην περίοδο των capital controls, ωστόσο οι δύο καθηγητές επέμειναν να εξασφαλίσουν την οικονομική συνδρομή που απαιτούσε η συμμετοχή στο εγχείρημα. Το ποσό ανερχόταν στα 5.000 ευρώ ετησίως για κάθε πανεπιστήμιο — μια σημαντική δαπάνη, την οποία όμως θεώρησαν απαραίτητη για να βρίσκεται η Ελλάδα στον πυρήνα της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας του κρασιού.
Το νέο περιοδικό αποτέλεσε ουσιαστικά τη συνέχεια του γαλλικού Journal International des Sciences de la Vigne et du Vin, αλλά με ένα πιο σύγχρονο όνομα: OENO One.
Η αλλαγή αυτή σήμαινε ότι το περιοδικό θα έχανε αρχικά το impact factor του για περίπου τρία χρόνια, όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις. Ωστόσο υπήρχε ισχυρή πίστη ότι με τη στήριξη των πανεπιστημίων και των ερευνητών θα μπορούσε σύντομα να αποκτήσει μεγάλη επιστημονική επιρροή.
Πράγματι, μέσα σε λίγα χρόνια το περιοδικό απέκτησε υψηλό δείκτη απήχησης και κατάφερε να ξεπεράσει τα ανταγωνιστικά περιοδικά, καθιερώνοντας τη θέση του ως μια από τις σημαντικότερες διεθνείς αναφορές στον τομέα.
Στο πλαίσιο της ίδιας πρωτοβουλίας δημιουργήθηκαν και δύο ακόμη περιοδικά: ένα αφιερωμένο στη δημοσίευση πρακτικών από παγκόσμια συνέδρια αμπελουργίας και οινολογίας και ένα τρίτο, το Technical Reviews, που παρουσιάζει εκλαϊκευμένες και πιο πρακτικές εκδοχές επιστημονικών άρθρων, ώστε να είναι χρήσιμες για οινολόγους, γεωπόνους και επαγγελματίες της παραγωγής.
Σήμερα υπεύθυνος έκδοσης του συγκεκριμένου περιοδικού είναι ένας πρώην μεταδιδακτορικός ερευνητής του Γιώργου Κοτσερίδη, ο Νίκος Κοντουδάκης, ο οποίος σήμερα είναι επίκουρος καθηγητής στη Δράμα — ένα ακόμη παράδειγμα του πώς το δίκτυο αυτό δημιουργεί ευκαιρίες για τη νέα γενιά επιστημόνων.
Οι δύο καθηγητές τονίζουν επίσης ότι όταν ξεκίνησαν να συμμετέχουν σε αυτόν τον διεθνή χώρο, η Ελλάδα ήταν ουσιαστικά απούσα από την επιστημονική συζήτηση γύρω από το κρασί. Με τη συμμετοχή τους σε διεθνείς ομάδες εργασίας και επιστημονικές επιτροπές — όπως στο δίκτυο OENOVITI και στην Επιτροπή Αμπελουργίας του Διεθνής Οργανισμός Αμπέλου και Οίνου — συνέβαλαν ώστε η χώρα να αποκτήσει επιστημονική παρουσία.
Ταυτόχρονα διοργάνωσαν διεθνείς συναντήσεις και συνέδρια στην Ελλάδα, προβάλλοντας τόσο τα ελληνικά πανεπιστήμια όσο και τον ελληνικό αμπελώνα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το παγκόσμιο συνέδριο αμπελουργίας GiESCO 2019, που διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη με μεγάλη επιτυχία.
Όπως επισημαίνουν, η σημαντική προσωπικότητα της ελληνικής οινολογίας Σταυρούλα Κουράκου είχε βεβαίως σημαντική διοικητική παρουσία στον χώρο, όμως στο καθαρά επιστημονικό πεδίο της διεθνούς έρευνας για το αμπέλι και το κρασί η ελληνική παρουσία ήταν περιορισμένη μέχρι πρόσφατα.
Σήμερα, μέσα από το δίκτυο IVES, η κατάσταση αυτή έχει αλλάξει. Πρόκειται για το μεγαλύτερο παγκόσμιο δίκτυο πανεπιστημίων και φορέων που ασχολούνται με τη βασική και εφαρμοσμένη έρευνα στον αμπελοοινικό κλάδο. Τα περιοδικά του είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο με open access, γεγονός που επιτρέπει σε κάθε ενδιαφερόμενο —και φυσικά στους Έλληνες επιστήμονες και επαγγελματίες— να έχει άμεση πρόσβαση στη γνώση.
Η συμμετοχή δύο ελληνικών πανεπιστημίων ως συνιδρυτών του δικτύου θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς δίνει φωνή στην ελληνική οινική κοινότητα, προβάλλει την έρευνα γύρω από τον ελληνικό αμπελώνα και τις καινοτομίες των ελληνικών κρασιών και επιτρέπει στη χώρα να συμμετέχει ενεργά στον σχεδιασμό των εξελίξεων που θα διαμορφώσουν το μέλλον του κλάδου.
Η συμμετοχή στη δημιουργία ενός παγκόσμιου επιστημονικού φόρουμ για την Αμπελουργία και την Οινολογία του Στέφανου Κουνδουρά και του Γιώργου Κοτσερίδη συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξή του και άνοιξε δρόμους για νεότερους επιστήμονες.
