«Όλα είναι δρόμος». Φράση αγαπημένη, όμορφη στην απλότητά της, τραγούδι και ταινία. Ήταν η πρώτη που μου ήρθε στο μυαλό αφού παρακολούθησα την ταινία «Ιερά Οδός – 21 χλμ.» της Νικολέτας Παράσχη. Ίσως γιατί κάποιοι δρόμοι δεν είναι μόνο περάσματα, είναι και καθρέφτες. Και ίσως γιατί, όπως έγραψε ο Antonio Machado, «τον δρόμο τον φτιάχνεις περπατώντας».
Πιστεύω βαθιά ότι η διαδρομή είναι εξίσου σημαντική και κάποιες φορές σημαντικότερη από τον προορισμό. Μάλλον θα συμφωνήσουν μαζί μου οι συνειδητοί ταξιδιώτες, οι άνθρωποι που χάνονται στις σκέψεις τους περπατώντας, οι δρομείς μεγάλων αποστάσεων που επαναλαμβάνουν σχεδόν τελετουργικά το «ένα βήμα τη φορά» στα δύσκολα του δρόμου. Κάθε απόσταση που πρέπει να διανυθεί –σωματική, ψυχική ή πνευματική– κατακτιέται έτσι: με μικρές ανάσες, με κουρασμένα ίσως, αλλά αποφασιστικά, βήματα προς τα εμπρός.
«Κάτω από την επιφάνεια του ορατού συνεχίζει να πάλλεται κάτι αρχαίο, ανολοκλήρωτο και βαθιά ανθρώπινο».
Η ταινία «Ιερά Οδός – 21 χλμ.» δεν επιχειρεί να εξιδανικεύσει ένα χαμένο παρελθόν ούτε να καταγγείλει εύκολα το αδιάφορο παρόν. Κάνει κάτι πιο ουσιαστικό και πιο ανήσυχο: «Περπατά» έναν δρόμο δεδομένο, που όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουμε, αλλά τον κοιτά σαν να είναι η πρώτη φορά. Από τον Κεραμεικό μέχρι την Ελευσίνα, η Ιερά Οδός παρουσιάζεται ως τόπος όπου το αρχαίο, το φθαρμένο, το καθημερινό και το υπαρξιακό συνυπάρχουν με αθόρυβη δύναμη.
Κάτω από τη σκόνη, την κίνηση, τα σπασμένα πεζοδρόμια και τον θόρυβο της σύγχρονης πόλης, η διαδρομή γεννά ερωτήματα. Για το τι υπήρξε κάποτε, το τι απομένει όταν η μνήμη ξεθωριάζει και τι μπορεί να γεννηθεί μέσα σε αυτό το κενό. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι αυτή η πλευρά της Αττικής έχει εμπνεύσει τόσους ανθρώπους της τέχνης. Κάτι σε αυτό το τοπίο επιμένει να εκπέμπει: κάτι ανάμεσα στον μύθο και τη βιομηχανική φθορά, ανάμεσα στην απώλεια και τη μυσταγωγία.
«Πάνω σε αυτές τις υφές –της μνήμης, της φθοράς και της αφήγησης– βασίστηκε τελικά η ταινία».
Και εκεί πιστεύω ότι η ταινία αποκτά τη μεγαλύτερη δύναμή της. Στο ότι δεν αναζητά το «ιερό» σε μεγαλοπρεπείς αποκαλύψεις, αλλά στις μικρές ιστορίες των ανθρώπων που τριγυρνούν εκεί. Σε έναν οδηγό νταλίκας, έναν μικροπωλητή, έναν καλλιτέχνη, μια υπάλληλο πάρκινγκ. Ιστορίες που κουβαλούν μια δική τους, τρυφερή ιερότητα. Άνθρωποι που μπορεί να μη γνωρίζουν ακριβώς την ιστορία της Ιεράς Οδού, αλλά συνεχίζουν συνειδητά ή ασυνείδητα να αναζητούν κάτι βαθύτερο: μια θέση, μια ταυτότητα, ίσως ακόμη και μια μικρή προσωπική επαφή με το μεταφυσικό μέσα σε έναν κόσμο που απομαγικοποιείται και αλλάζει πιο γρήγορα απ’ όσο προλαβαίνουμε να κατανοήσουμε.
Στο τέλος της ταινίας, για μένα, το ιερό είχε αποκαλυφθεί ξεκάθαρα. Όχι στα μάρμαρα και στους μύθους, αλλά στη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να συνεχίσουμε να αναζητούμε την προσωπική μας αλήθεια. Ένα βήμα τη φορά.
Ευχαριστώ θερμά τη σκηνοθέτιδα Νικολέτα Παράσχη για αυτή τη συνέντευξη.
Από τον Γκάτσο και το ποίημα «Εφιάλτης της Περσεφόνης», την «Αγέλαστο Πέτρα» του Φίλιππου Κουτσαφτή, το φωτογραφικό αφιέρωμα στην Ιερά Οδό της πρόσφατα εκλιπούσας Λίζης Καλλιγά και τόσους άλλους που αναφέρετε στο ντοκιμαντέρ μέχρι τη δική σας αυτή εξαιρετική δουλειά, τι πιστεύετε ότι γοητεύει τους ανθρώπους της τέχνης σε αυτήν την πλευρά της Αττικής;
Νομίζω πως αυτή η περιοχή κουβαλά μια βαθιά αντίφαση, κι ίσως ακριβώς εκεί να βρίσκεται η γοητεία της. Από τη μία υπάρχει το ιερό, ο μύθος, η ιστορική μνήμη· από την άλλη, η εγκατάλειψη, η βιομηχανική φθορά και η καθημερινότητα μιας σύγχρονης πόλης που μοιάζει να έχει απομακρυνθεί από το παρελθόν της. Αυτή η συνύπαρξη δημιουργεί ένα ιδιαίτερο ψυχικό και αισθητικό πεδίο που λειτουργεί σχεδόν υπνωτιστικά για έναν καλλιτέχνη.
Ακόμη κι όταν τα ίχνη του παρελθόντος μοιάζουν σβησμένα, υπάρχει κάτι υπόγειο που επιμένει να υπάρχει και να εκπέμπει. Κάτι από τη μυσταγωγία των Ελευσίνιων Μυστηρίων, μία ενέργεια και κάθοδος που έλκει τον καλλιτέχνη για να στραφεί εκ των έσω και να δημιουργήσει. Οι άνθρωποι της τέχνης έλκονται ακριβώς από αυτή την αίσθηση: ότι κάτω από την επιφάνεια του ορατού συνεχίζει να πάλλεται κάτι αρχαίο, ανολοκλήρωτο και βαθιά ανθρώπινο.
«Ίσως η σιωπηλή μνήμη να είναι η τελευταία μας υπενθύμιση ότι χωρίς τις ρίζες δεν μπορεί να υπάρξει μετάβαση, ούτε εξέλιξη».
Η Ιερά Οδός στο ντοκιμαντέρ σας παρουσιάζεται ως παλίμψηστο μνήμης. Πώς είναι να προσπαθείτε να κινηματογραφήσετε την «απουσία», αυτό που δεν φαίνεται πια, αλλά υπάρχει;
Η δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ για έναν δρόμο που σήμερα έχει καταστεί «αόρατος» είναι ένα δύσκολο εγχείρημα, πόσο μάλλον όταν η ύπαρξή του συνδέεται με διαφορετικά νοήματα και συμβολισμούς ανά εποχή. Κι όμως, αυτό ακριβώς ήταν που τράβηξε το ενδιαφέρον μου: πώς μπορεί κανείς, μέσω της κινηματογραφικής τέχνης, να κάνει ορατό αυτό που μοιάζει αόρατο. Ανιχνεύοντας λοιπόν το παρηκμασμένο τοπίο, ανακάλυπτα σταδιακά ίχνη της ιστορίας και του μύθου. Παράλληλα, μέσα από τις συναντήσεις με τους ανθρώπους, προσπαθούσα να αφουγκραστώ κάτι από την πνευματική διάσταση που κάποτε έφερε ο δρόμος ως διαδρομή τελετουργίας. Πάνω σε αυτές τις υφές –της μνήμης, της φθοράς και της αφήγησης– βασίστηκε τελικά η ταινία.
Οι άνθρωποι που συναντήσατε δεν μιλούν τόσο για την Ιερά Οδό, αλλά βρίσκουν ευκαιρία να στραφούν προς τον εαυτό τους, μια προσωπική ανάγκη για νόημα και ταυτότητα. Την είχατε προβλέψει αυτήν τη μετατόπιση; Πώς επηρέασε την αρχική σας ιδέα;
Το θέμα της ταυτότητας υπήρχε θεωρητικά στο πλαίσιο της αναζήτησής μου, αν αναλογιστούμε ότι η Ιερά Οδός ως δρόμος λατρευτικής ακολουθίας οδηγούσε στη μύηση. Και μέσα από τη μύηση ο άνθρωπος μεταμορφώνεται, γίνεται κάπως «άλλος», αποκτά μια νέα ταυτότητα – συνθήκη που συναντά κανείς κυρίως στην κοινότητα των καλλιτεχνών. Αυτό που δεν περίμενα, όμως, ήταν ότι θα την έβρισκα με την ίδια ένταση και σε απλούς ανθρώπους και μάλιστα να την εκφράζουν με τόση φυσικότητα και αμεσότητα. Όταν συνέβαινε αυτό, αισθανόμουν ότι ερχόταν και «κούμπωνε» οργανικά με την αρχική μου ιδέα, δίνοντας τελικά στο ντοκιμαντέρ μια πιο ανθρώπινη και υπαρξιακή διάσταση.
«Χωρίς τον σεβασμό και το μέτρο –όπως μας έχει αποδείξει το παρελθόν– ακόμη και ο πιο προηγμένος πολιτισμός μπορεί να χάσει τα θεμέλιά του».
Προσωπικά, πιστεύω ότι οι τόποι συλλογικής μνήμης εξακολουθούν να κουβαλούν «αρχαίους ψιθύρους» και μια ιδιαίτερη, σχεδόν ιερή ενέργεια, ακόμη και αν εμείς δεν τους ακούμε. Σε έναν κόσμο που επιταχύνει διαρκώς, τι ρόλο μπορεί να έχει αυτή η «σιωπηλή» μνήμη για το μέλλον του πολιτισμού μας;
Σε έναν κόσμο που τρέχει αδιάκοπα, ίσως η σιωπηλή μνήμη να είναι η τελευταία μας υπενθύμιση ότι χωρίς τις ρίζες δεν μπορεί να υπάρξει μετάβαση, ούτε εξέλιξη. Χωρίς τον σεβασμό και το μέτρο –όπως μας έχει αποδείξει το παρελθόν– ακόμη και ο πιο προηγμένος πολιτισμός μπορεί να χάσει τα θεμέλιά του.

Αρκετά… φιλοσοφήσαμε, ας μιλήσουμε λίγο για τα τεχνικά. Πόσο εύκολη ή δύσκολη ήταν η διαδικασία των γυρισμάτων; Τι εξοπλισμό χρησιμοποιήσατε και ποιοι ήταν οι συνεργάτες σας;
Η διαδικασία υπήρξε δύσκολη, κυρίως λόγω της χαμηλής χρηματοδότησης. Πέρα από τα βασικά γυρίσματα, όλα τα υπόλοιπα πραγματοποιούνταν σποραδικά, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα των συνεργατών. Για καλή μου τύχη, τόσο ο διευθυντής φωτογραφίας Θωμάς Γκίνης όσο και ο Αντώνης Βασιλάκος στην ηχοληψία ήταν απόλυτα αφοσιωμένοι στην ολοκλήρωση αυτής της διαδρομής και της ίδιας της ταινίας.
Παρ’ όλες τις δυσκολίες, τα γυρίσματα ήταν απολαυστικά. Βιώναμε με ενθουσιασμό την κάθε στιγμή και αυτό, πιστεύω, μεταδιδόταν τόσο στον χώρο όσο και στους ανθρώπους που συναντούσαμε. Όσον αφορά τον εξοπλισμό, χρησιμοποιήθηκαν διάφορες κάμερες, λόγω της αποσπασματικότητας των γυρισμάτων, με βασική την Blackmagic.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συμβολή του Γιώργου Ζαφείρη, που ανέλαβε το απαιτητικό έργο του μοντάζ και έδωσε, με σεβασμό και υπομονή, την τελική μορφή στην ταινία. Εξίσου καθοριστική υπήρξε και η παρουσία του Σπύρου Αραβοσιτά στον σχεδιασμό του ήχου και της μουσικής, που χάρισε στην «Ιερά Οδό» μια επιβλητική ατμόσφαιρα μυσταγωγίας. Και οι δύο συνέβαλαν ουσιαστικά στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος.
«Αυτό ακριβώς ήταν που τράβηξε το ενδιαφέρον μου: πώς μπορεί κανείς, μέσω της κινηματογραφικής τέχνης, να κάνει ορατό αυτό που μοιάζει αόρατο».
Θέλετε να μοιραστείτε κάποιο στιγμιότυπο από την όλη διαδικασία που συνέβη off camera αλλά θα θυμάστε για πάντα;
Ήταν ένα μεσημέρι, στις πρώτες μοναχικές βόλτες, όταν τραβούσα πλάνα έξω από το Tokyo Theater Club – έναν χώρο που τότε δεν είχα ακόμη καταλάβει ότι λειτουργούσε ως νυχτερινό κέντρο ψυχαγωγίας. Ο ιδιοκτήτης με πλησίασε με απορία για το τι ακριβώς έκανα μπροστά στο μαγαζί του και, πολύ σύντομα, με κάλεσε να περάσω μέσα. Βρέθηκα ξαφνικά σ’ έναν σχεδόν μεταφυσικό χώρο: μυστικιστικά σύμβολα, δράκοι, γυναικείες θεότητες, μια τεράστια οθόνη με αλγόριθμους, LED που σχημάτιζαν τα φτερά του Ερμή – όλα εμπνευσμένα από τον ίδιο. Μαγεύτηκα. Ένιωσα σαν να περνούσα ακαριαία σε μια υπερβατική κατάσταση. Η εμπειρία έγινε ακόμη πιο έντονη όταν ο Γιάννης άνοιξε μια φιλοσοφική συζήτηση γύρω από υπαρξιακά και μεταφυσικά ζητήματα. Δεν περίμενα να ακούσω τέτοιες σκέψεις, μέρα μεσημέρι, από έναν άνθρωπο αυτού του επαγγέλματος και χωρίς κανένα ακαδημαϊκό υπόβαθρο, όπως ο ίδιος μου είπε. Κάποια στιγμή ένιωσα σχεδόν σαν να με διαπερνά ένα παράξενο φως. Ήταν σκοτεινά και η κάμερα δεν «έγραφε». Ίσως όμως, βαθιά μέσα μου, να μην ήθελα να διακόψω την ενέργεια που βίωνα εκείνη τη στιγμή.
Όταν επέστρεψα για το γύρισμα μετά την πανδημία, αυτή τη φορά νύχτα, ο χώρος είχε ανακαινιστεί: πολύγωνα κάτοπτρα, ρομπότ, οθόνες. Πήρα πλάνα, αλλά δίσταζα να ανοίξω ξανά την ίδια κουβέντα. Ίσως γιατί ένιωθα πλέον την ιδιοτέλεια της λήψης και ήξερα ότι το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να είναι το ίδιο. Ίσως πάλι γιατί δεν ήθελα να χαθεί η μαγεία εκείνης της πρώτης συνάντησης. Ο Γιάννης Βουτυράκος ήταν ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησα στην Ιερά Οδό.
«…προσπαθούσα να αφουγκραστώ κάτι από την πνευματική διάσταση που έφερε κάποτε ο δρόμος ως διαδρομή τελετουργίας».
Τι καινούργιο και ενδεχομένως «ιερό» ανακαλύψατε για τον εαυτό σας διανύοντας την προσωπική σας δημιουργική διαδρομή της «Ιεράς Οδού»;
Ας μου επιτραπεί να το κρατήσω μυστικό. Άλλωστε, και στα Μυστήρια της Ελευσίνας απαγορευόταν στον μυημένο να φανερώσει αυτό που του είχε αποκαλυφθεί.
Πληροφορίες
Μετά τη διεθνή πρεμιέρα του στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, το ντοκιμαντέρ «Ιερά Οδός – 21 χλμ.» της Νικολέτας Παράσχη ξεκινά την πορεία του στις ελληνικές αίθουσες, με την πρόθεση να επανασυστήσει στο ελληνικό κοινό τα πολλαπλά πρόσωπα της πιο παλιάς Ιεράς Οδού του κόσμου.
- Αθήνα
14- 20 Μαΐου | Ταινιοθήκη της Ελλάδος
Καθημερινά στις 19:30 (με αγγλικούς υπότιτλους)
Επιπλέον, Σάββατο 16/5 και Κυριακή 17/5 δεύτερη προβολή στις 17:15
Εισιτήρια στο tainiothiki.gr - Θεσσαλονίκη
Ολύμπιον, Αίθουσα «Παύλος Ζάννας» | 14-20 Μαΐου
Καθημερινά στις 19:00 (με αγγλικούς υπότιτλους)
Εισιτήρια στο more.com
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Robert McCabe: «Οι Εικόνες μου Αφηγούνται μια Ιστορία Δραματικής Αλλαγής»
28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης: Η Αθήνα Πέρα από το Οικείο