Τι σημαίνει, άραγε, να οργανώνουν τα ίδια τα παιδιά δράσεις για ένα μουσείο; Πόσο συχνά τους δίνεται η ευκαιρία να περάσουν από τον ρόλο του επισκέπτη σε εκείνον του δημιουργού και του ξεναγού; Και πώς επηρεάζει αυτή η εμπειρία τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την παράδοση και το περιβάλλον τους;
Μέσα από το έργο «Τοπική Παράδοση και Βιωσιμότητα», που ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2025 και ολοκληρώνεται την άνοιξη του 2026, οι μαθητές δημοτικού, γυμνασίου αλλά και λυκείου συμμετέχουν ενεργά σε δράσεις που συνδέουν το παρελθόν με το παρόν, αναπτύσσοντας συνεργασία, υπευθυνότητα και δημιουργική σκέψη.
Η Λάουρα Ταπίνη, συντηρήτρια αρχαιοτήτων με ειδίκευση στα ψηφιδωτά και με μεταπτυχιακές σπουδές στην αναστήλωση, ίδρυσε το 2009 τη DIADRASIS, έπειτα από τη μετεκπαίδευσή της στο ICCROM και την εμπειρία της σε αρχαιολογικούς χώρους τριών ηπείρων. Στόχος της ήταν η προώθηση της συνεργασίας και της διά βίου εκπαίδευσης. Από το 2015, η Λυδία Δρόλια, πολιτιστική διαχειρίστρια και μουσειοπαιδαγωγός, συμβάλλει ενεργά στην ανάπτυξη εκπαιδευτικών δράσεων για παιδιά και νέους.
Η DIADRASIS αποτελεί μια δυναμική μη κερδοσκοπική εταιρεία που αναδεικνύει την πολιτιστική κληρονομιά μέσα από συμμετοχικές δράσεις. Κατά την επίσκεψή μου, γνώρισα από κοντά το έργο και τη φιλοσοφία τους.
Τι σας ώθησε να συνεργαστείτε με το Λαογραφικό Μουσείο Κύμης για αυτό το έργο;
Η σχέση μας με την Κύμη ξεκίνησε χάρη σε αγαπημένους φίλους. Δεν έχουμε κάποια συγγενική σύνδεση με τον τόπο, όμως μέσα από επισκέψεις τον γνωρίσαμε καλύτερα.
Πρόκειται για έναν μικρό αλλά πολύ ιδιαίτερο χώρο, ένα πραγματικό στολίδι που προσεγγίζει την ελληνική παράδοση με αυθεντικό και ανθρώπινο τρόπο, διαφορετικό από αυτό που συναντά κανείς σε μεγάλα μουσεία. Γνωρίσαμε τους ανθρώπους που το διαχειρίζονται, το όραμά τους και την επιθυμία τους να το κρατήσουν ζωντανό, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στη διαχείριση και στη βιωσιμότητά του.
Η συνεργασία μας με το μουσείο ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια, με την υποστήριξη και τη χρηματοδότηση του Υπουργείου Πολιτισμού. Στο επίκεντρο του πρώτου μας έργου ήταν η άυλη πολιτιστική κληρονομιά. Υλοποιήσαμε ένα πρόγραμμα με πυρήνα αφηγήσεις που έφεραν σε επαφή παιδιά με ανθρώπους της τρίτης ηλικίας, μαθαίνοντάς τους πώς να παίρνουν συνεντεύξεις και να καταγράφουν τη ζωντανή μνήμη, τις παραδόσεις και τις ιστορίες του τόπου μέσα από το μουσείο.
Φέτος, με ένα νέο πρόγραμμα που χρηματοδοτήθηκε από τη ΔΙΝΕΠΟΚ του Υπουργείου Πολιτισμού, ασχολούμαστε με τη βιωσιμότητα και την κυκλική οικονομία, αναδεικνύοντας πώς πρακτικές του παρελθόντος –όπως η επαναχρησιμοποίηση και η αποφυγή σπατάλης τροφίμων– μπορούν να αποτελέσουν έμπνευση για το σήμερα. Κάτι που οι παλαιότερες γενιές το γνώριζαν ήδη.
Πώς βοήθησαν τα παιδιά η τοπική παράδοση και ο παλιός τρόπος ζωής ώστε να καταλάβουν την έννοια της βιωσιμότητας;
Λάουρα Ταπίνη (Λ.Τ.): Πιστεύω ότι το πρόγραμμα βοήθησε ουσιαστικά τα παιδιά να κατανοήσουν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής και να προσεγγίσουν έννοιες όπως η ανακύκλωση και η βιωσιμότητα, που σήμερα διδάσκονται και στο σχολείο.
Ωστόσο, η εμπειρία σε έναν μουσειακό χώρο δίνει εντελώς διαφορετική διάσταση: τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι αυτές οι έννοιες δεν είναι μόνο σύγχρονες θεωρίες, αλλά αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας στο παρελθόν. Συνειδητοποιούν ότι τίποτα δεν πήγαινε χαμένο, οι πόροι ήταν περιορισμένοι και η επιβίωση εξαρτιόταν από τη σωστή διαχείρισή τους.
Μέσα από αυτή τη βιωματική διαδικασία, τα παιδιά κατανοούν την έννοια της κυκλικής οικονομίας, σέβονται περισσότερο όσα ήδη έχουν, εκτιμούν τη φύση και αποφεύγουν την υπερκατανάλωση. Παράλληλα, αντιλαμβάνονται ότι όταν συνδέουν αυτές τις πρακτικές με τον τόπο τους και τις ζωές των ανθρώπων γύρω τους —για παράδειγμα, «ο παππούς μου έκανε αυτό»—, η γνώση γίνεται πιο οικεία και ουσιαστική.
Έτσι, το παρελθόν παύει να είναι κάτι μακρινό και αποκτά άμεση σχέση με το παρόν και το μέλλον τους, προσφέροντας στα παιδιά βαθύτερη και βιωματική κατανόηση της παράδοσης και της καθημερινής σοφίας που αυτή εμπεριέχει.
Γιατί ήταν σημαντικό για τα παιδιά του γυμνασίου και του λυκείου να συμμετέχουν ενεργά και όχι μόνο ως επισκέπτες;
Λυδία Δρόλια (Λ.Δ.): Τα παιδιά ανταποκρίνονται πάντα με ενθουσιασμό, ιδιαίτερα τα μεγαλύτερα, όταν τους δίνεται ο χώρος και η ελευθερία να εκφραστούν. Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου εργαστηρίου, αυτό φάνηκε ξεκάθαρα. Συνεργάστηκαν με τους συμμαθητές τους, αναζήτησαν πληροφορίες, παρατήρησαν προσεκτικά τις προθήκες του μουσείου και επέλέξαν οι ίδιοι τα εκθέματα που τους ενδιέφεραν περισσότερο.
Στη συνέχεια, αποφάσισαν τον τρόπο με τον οποίο θα μιλήσουν γι’ αυτά, διαμορφώνοντας τη δική τους αφήγηση γύρω από την έννοια της κυκλικής οικονομίας. Αυτή η διαδικασία ήταν εντελώς διαφορετική από μια τυπική, θεωρητική παρουσίαση. Αντί να κάθονται απλώς και να ακούν, τα παιδιά συμμετείχαν ενεργά από την αρχή μέχρι το τέλος, λειτουργώντας με βάση τη δική τους κρίση, περιέργεια και δημιουργικότητα.
Τι κερδίζουν οι μαθητές όταν δημιουργούν τη δική τους ξενάγηση στο μουσείο;
Λ.Τ.: Μπορεί να μη γνωρίζουμε πάντα τι κρατούν τα παιδιά σε επίπεδο γνώσης, όμως βλέπουμε ξεκάθαρα τη χαρά και τον ενθουσιασμό τους και ακριβώς αυτό είναι το πιο ουσιαστικό. Κυρίως, βλέπουμε πόσο σημαντικό είναι για εκείνα να έχουν τη δυνατότητα να βγουν μπροστά, να εκφραστούν και να συμμετέχουν ενεργά. Θέλαμε όλο αυτό να είναι αυθεντικά δικό τους.
Να δημιουργηθεί στη δική τους γλώσσα, με τον δικό τους τρόπο έκφρασης. Γιατί, αν το αναλαμβάναμε εμείς και το προσαρμόζαμε στη δική μας οπτική, θα χανόταν η ουσία. Πρόκειται, άλλωστε, για ένα «φεστιβάλ από τα παιδιά για τα παιδιά». Έτσι αποκτούν πραγματικό ρόλο και ουσιαστική συμμετοχή.
Για μένα, αυτή είναι και η μεγαλύτερη αξία τέτοιων δράσεων. Τα παιδιά κινούνται στον χώρο του μουσείου με διαφορετικό τρόπο: τον αφουγκράζονται, τον εξερευνούν, τον κάνουν δικό τους. Τα εργαλεία που προσφέρει το μουσείο είναι πολύτιμα, όμως εξίσου σημαντική είναι η εμπειρία του να συνεργάζονται μεταξύ τους, έξω από το στενό πλαίσιο της σχολικής τάξης, σε ένα διαφορετικό περιβάλλον.
Αυτή η αλλαγή χωρικού και παιδαγωγικού πλαισίου μετατρέπει τη μάθηση σε μοναδική εμπειρία. Πιστεύω ότι όλοι οι χώροι πολιτισμού έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν τέτοιες πρακτικές και έτσι να μετατρέπονται σε πεδία δημιουργίας και ενεργής συμμετοχής για τα παιδιά. Και όταν τους δίνεται αυτή η ευκαιρία, αποδεικνύουν πόσο ενεργά και ουσιαστικά μπορούν να εμπλακούν.

Λάουρα Ταπίνη, Λυδία Δρόλια | Λαογραφικό Μουσείο Κύμης
Πώς δημιουργεί η DIADRASIS το εκπαιδευτικό περιβάλλον που οδηγεί τους μαθητές στο να αναλάβουν τον ρόλο των ξεναγών στο Μαθητικό Φεστιβάλ;
Λ.Τ.-Λ.Δ.: Η προσέγγισή μας βασίζεται στη συνεργασία και τη διάδραση, στην ιδέα ότι τα παιδιά μαθαίνουν ουσιαστικά όταν συμμετέχουν ενεργά και «μαθαίνουν παίζοντας». Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ανακαλύπτουν, θέτουν ερωτήματα και αποκτούν γνώση σχεδόν αβίαστα, την ίδια στιγμή που περνούν όμορφα.
Είναι μια εντελώς διαφορετική διαδρομή, από την πιο παραδοσιακή, τυπική εκπαίδευση μέσα σε μια αίθουσα, όπου κυριαρχούν οι οδηγίες και η παθητική παρακολούθηση. Οι δράσεις μας είναι πάντα ομαδικές, ποτέ ατομικές.
Τα παιδιά λειτουργούν ως ομάδες, ακολουθώντας κοινή πορεία κατά τη διάρκεια των ημερών εκπαίδευσης και του διαγωνισμού, και μέσα από αυτή τη συλλογική εμπειρία καλλιεργούν τη συνεργασία, την επικοινωνία και τη δημιουργικότητά τους. Όλο αυτό το ταξίδι δεν μένει κλειστό, αλλά «βγαίνει προς τα έξω», μετατρέποντας τη μάθηση σε ζωντανό πεδίο δράσης.
Υπάρχει κάποια στιγμή που θυμάστε έντονα;
Λ.Δ.: Κάθε φορά με εντυπωσιάζει το απρόβλεπτο της διαδικασίας. Οι ιδέες των παιδιών είναι συχνά πιο δημιουργικές και βαθιές από ό,τι θα περίμενε κανείς. Όταν τους δίνεται χώρος και ελευθερία να εκφραστούν, αποκαλύπτουν έναν τρόπο σκέψης που εκπλήσσει.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η στιγμή που τους αναθέτουμε ρόλους. Τότε τα παιδιά αναλαμβάνουν ευθύνη, κάνουν δικό τους το έργο και το φέρνουν εις πέρας. Το αρχικό κίνητρο εξελίσσεται σε εσωτερική ανάγκη να δημιουργήσουν και να εκφραστούν, αποκαλύπτοντας τη δύναμη της συμμετοχής και της δημιουργικότητας.
Λ.Τ.: Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν μια ομάδα μαθητών γυμνασίου που επέλεξε να ονομαστεί «Τα Μαρμάρινα Φουρούσια». Εμπνεύστηκαν από ένα αρχιτεκτονικό στοιχείο του ίδιου του μουσείου – τα μαρμάρινα στηρίγματα κάτω από τα μπαλκόνια, τα οποία οι περισσότεροι επισκέπτες ίσως να μην παρατηρούν καν. Εκείνα τα παιδιά, όμως, στάθηκαν, τα πρόσεξαν, τα κατανόησαν και τα ενέταξαν στην ταυτότητά τους.
Αυτό ακριβώς είναι και το νόημα. Να μαθαίνεις, να παρατηρείς, να αξιολογείς και να βλέπεις τον χώρο και την αισθητική με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Λ.Δ.: Υπάρχουν, βέβαια, και στιγμές που σε συγκινούν βαθιά. Θυμάμαι έναν μαθητή που εργαζόταν μέχρι αργά το βράδυ σε καφετέρια και παρ’ όλα αυτά ήρθε το επόμενο πρωί στο πρόγραμμα εμφανώς κουρασμένος. Στο τέλος τον ρώτησα αν, δεδομένης της κούρασής του, τον επιβάρυνε η συμμετοχή.
Και μου απάντησε αυθόρμητα και με χαμόγελο: «Σιγά την κούραση… Μακάρι να ήταν έτσι η κούραση!». Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι είχε περάσει καλά, και για μένα αυτό είχε μεγάλη σημασία.
Τι κάνει το έργο της Κύμης ένα καλό παράδειγμα για άλλες περιοχές;
Λ.Τ.: Το έργο της Κύμης αποτελεί καλό παράδειγμα για άλλες περιοχές, γιατί δείχνει πώς η τοπική παράδοση μπορεί να συνδεθεί βιωματικά με τη βιωσιμότητα, ενεργοποιώντας μαθητές και κοινότητες.
Παράλληλα, προσφέρει μεθοδολογία και εργαλεία που μπορούν εύκολα να προσαρμοστούν σε διαφορετικούς τόπους, ενισχύοντας τη σύνδεση με την τοπική ταυτότητα και καλλιεργώντας υπευθυνότητα, δημιουργικότητα και σεβασμό προς το περιβάλλον. Με αυτόν τον τρόπο, η εμπειρία της Κύμης λειτουργεί ως μοντέλο για την ανάδειξη πολιτιστικής κληρονομιάς και βιώσιμων πρακτικών παντού.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Απαγόρευση των Social Media στους Εφήβους. Και Μετά;