Ο Αφορισμός της Επανάστασης Και Η Εθελοδουλία

Ο Αφορισμός της Επανάστασης και η Εθελοδουλία Ράσα Άμφια

Ο ρόλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ιδίως του ανώτερου κλήρου, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και κατά την Επανάσταση του 1821 θεωρείται, συχνά τουλάχιστον, αμφιλεγόμενος, αν όχι κατ’ εξοχήν αρνητικός.

Στο παρόν κείμενο υποστηρίζεται ότι το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως εξακολουθούσε να απαιτεί την υποταγή στον σουλτάνο μέχρι και επτά χρόνια μετά την Επανάσταση, αναπαράγοντας μια εθελόδουλη στάση, και ότι ουδέποτε υπήρξε άρση του αφορισμού της Επανάστασης.

Το αφήγημα που έχει κατασκευαστεί ως προς τον αφορισμό της Επανάστασης από τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ θεμελιώνεται σε τέσσερις εξηγήσεις: πρώτον, στο πολιτικό πλαίσιο, δηλαδή στην υποταγή του στον σουλτάνο, συνεπώς στη μη ισχύ του, δεύτερον, στην επιθυμία να προστατευθεί το γένος, τρίτον στο ύφος του αφορισμού, δηλαδή ότι το κείμενο δεν ακολούθησε την πεπατημένη των αφοριστικών κειμένων, και, τέταρτον, στο ότι ο αφορισμός ακυρώθηκε στα υπόγεια του Πατριαρχείου.

Θα μπορούσε κανείς να δεχτεί καλόπιστα τις δύο πρώτες εξηγήσεις για όλους τους αφορισμούς μέχρι το 1821. Τι συμβαίνει, όμως, με τις εγκυκλίους που απειλούν τους επαναστατημένους Έλληνες μετά την Επανάσταση;

Ο Αφορισμός της Επανάστασης

Ο πατριάρχης Ευγένιος Β’, διάδοχος του Γρηγορίου Ε’, τον Αύγουστο του 1821 αποστέλλει προς τους ορθόδοξους χριστιανούς καταδικαστική εγκύκλιο των επαναστατικών ιδεών και προτρεπτική σε δουλική υποταγή στον σουλτάνο με φράσεις όπως “προλάβετε και κλίνετε τον αυχένα” και “όθεν ανανήψατε προς Θεού!”.

Σε αυτήν, αφού υπογραμμίζει το πόσο καλά ζούσαν οι Έλληνες στην Τουρκοκρατία με “άνεσιν της θρησκείας ημών”, σε σημείο που να οφείλουν ευγνωμοσύνη στον σουλτάνο, υποστηρίζει ότι:

“Πολλοί εκ τους έθνους των Ρωμαίων παραμελήσαντες της χρεωστουμένης ευγνωμοσύνης, αγνωμονήσαντες των τοιούτων ευεργεσιών και εν ταυτώ αθετήσαντες και καταπατήσαντες τα θρησκευτικά διδάγματα, τα υπαγορεύοντα την εντελή ευπείθειαν και υποταγήν εις το θεοσυντήρητον αυτό βασίλειον κράτος, εις τοιαύτην εξετραχηλίσθησαν ματαιότητα και απόνοιαν, ώστε ετόλμησαν να αναλάβωσι το σχήμα της ανταρσίας εναντίον της κοινής αυτής ευεργέτιδος ημών και τροφού αηττήτου βασιλείας”.

Ο ρόλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ιδίως του ανώτερου κλήρου, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και κατά την Επανάσταση του 1821 θεωρείται, συχνά τουλάχιστον, αμφιλεγόμενος, αν όχι κατ’ εξοχήν αρνητικός.

Η Θεόσταλτη Εξουσία του Σουλτάνου

Σε επόμενη εγκύκλιο του Ευγένιου, τον Ιανουάριο του 1822, προς τους κατοίκους της Πελοποννήσου, της Κρήτης και του Αιγαίου Πελάγους, το περιεχόμενο δεν μεταβάλλεται ιδιαίτερα και περιέχει αναφορές στη θεόσταλτη εξουσία του σουλτάνου, στα προνόμια που είχε προσφέρει στους Έλληνες, φτάνοντας στο σημείο να κατηγορεί τους επαναστατημένους:

“Eις όλον το ήσυχο γένος, επροξενήσατε μελαγχολίαν και λύπην ανείκαστον, εις δε τον εαυτόν σας αγωνίζεσθε να εφελκύσητε αθεράπευτα δεινά, δυστυχίας επί δυστυχίας, παρούσας και μελούσας, και να ενδύσητε τας αθώας γυναίκας και τα τέκνα σας μέλανα και μαύρα φορέματα […]”.

Εφόσον υποταχθούν, η μεγαλοψυχία του σουλτάνου θεωρείται βέβαιη, ενώ καθίσταται σαφές ότι σε αντίθετη περίπτωση θα υπάρξει και θεϊκή τιμωρία: “εάν δε ο μοι γένοιτο, απορραπίσητε τους πατρικούς μας λόγους […] η αμαρτία υμών επί τον τράχηλον υμών έστω”.

Αίτημα για Υποταγή στους Οθωμανούς

Η τρίτη περίπτωση είναι ακόμα πιο ιδιαίτερη καθώς, εν έτει 1828, επτά χρόνια μετά την Επανάσταση, ο πατριάρχης Αγαθάγγελος αποστέλλει εγκύκλιο στον Καποδίστρια ζητώντας την επιστροφή των Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την πλήρη υποταγή τους.

Πρόκειται για κείμενο που ακολουθεί τη γραμμή της εθελοδουλίας των εγκυκλίων του Ευγένιου, αναφέροντας ότι αφενός ο σουλτάνος θα δείξει μεγάλη ευσπλαχνία σε εκείνους που θα επιστρέψουν υπό την εξουσία του και δεν θα τους ζητήσει πίσω τους φόρους των επτά ετών που προηγήθηκαν. Αφετέρου, «η πρόνοια της Εκκλησίας θέλει να μιμηθή κατά τούτο του ευαγγελικού ποιμένος το παράδειγμα και να ζητήση το απολωλός και να το εισαγάγη εις την πολιτικήν και πνευματικήν ποίμνην, από την οποίαν απεμακρύνθη, ώστε ν’ αναπαυθή εις αυτήν, υπό την σκιάν της βασιλικής ευσπλαγχνίας και την πρόνοιαν της βασιλείας», αφού προηγηθεί μετάνοια.

Ο Καποδίστριας, όπως αναμενόταν, απέπεμψε τους απεσταλμένους, απαντώντας αρνητικά στο αίτημα του πατριάρχη.

Το Πατριαρχείο κατέβαλε κάθε προσπάθεια να εκπαιδεύσει τους επαναστατημένους Έλληνες στο να καταπίνουν το δηλητήριο της δουλείας και να τους μάθει να μην το βρίσκουν πικρό.

Η Συζήτηση Περί Άρσης του Αφορισμού

Στις τρεις παραπάνω εγκυκλίους γίνεται, με έμμεσο τρόπο, αναφορά και στον αφορισμό της Επανάστασης, ο οποίος σε καμία εξ αυτών δεν αφήνεται έστω να εννοηθεί ότι έχει αρθεί. Είναι αξιοσημείωτο, δε, ότι ο Ευγένιος στην επίσημη ιστοσελίδα του Πατριαρχείου χαρακτηρίζεται ως ένας εκ των εμπίστων του Γρηγορίου, και άρα θα έπρεπε να γνωρίζει την υποτιθέμενη μυστική άρση του.

Στην εγκύκλιο του 1821, όμως, αναφέρει ότι είχαν εκδοθεί αφοριστικά γράμματα, τα οποία οι επαναστατημένοι αγνόησαν, αλλά προσθέτει ότι, εφόσον επιστρέψουν υπό σουλτανική εξουσία, η Εκκλησία “θέλει εξευμενισθή και θέλει αξιώσει συγχωρήσεως και αφέσεως τους ημαρτηκότας και τα βάρη των φρικωδεστάτων αυτής αρών επισπασαμένους”.

Στη δε εγκύκλιο του 1822 αναφέρεται ότι, εάν δεν υποταχθούν, τότε “θέλετε ιδή την οργήν του Θεού επερχομένην επί τας κεφαλάς σας […] θέλετε καταδικασθή […] ψυχικώς εις κόλασιν αιωνίαν ως αποστάται της εκκλησίας”.

Στην εγκύκλιο του Αγαθάγγελου, τέλος, σημειώνεται ρητά ότι μόνο για εκείνους που μετανόησαν και επέστρεψαν στη σουλτανική εξουσία η Εκκλησία “ευθύς τους ήνοιξε τας μητρικάς αγκάλας της και τους έλυσεν από τον δεσμόν του αφορισμού”, διατύπωση που δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνειών.

Τα περί μυστικής άρσης του αφορισμού, συνεπώς, δεν επιβεβαιώνονται. Η βασική πηγή, εξάλλου, που αναφέρει την εν λόγω υποτιθέμενη άρση στις τρεις τα ξημερώματα της Μεγάλης Δευτέρας του 1821 ξεκινάει ως εξής: “Κρίνομεν οικείον προς τούτοις ν’ αναφέρομεν ενταύθα παράδοσίν τινά περί εκκλησιαστικής αναιρέσεως, ήτοι του λυτηρίου του αφορισμού, ην ησπάσθην η ευσεβής φιλογένεια των εν Κωνσταντινουπόλει ομογενών”. Πρόκειται, δηλαδή, για μια προφορική παράδοση χωρίς κανένα επιπλέον αποδεικτικό στοιχείο.

Μελετώντας κανείς τις πηγές, μπορεί να συμπεράνει ότι, αν και πολλοί κληρικοί συμμετείχαν ενεργά στην Επανάσταση, η θεσμική εκδοχή της Εκκλησίας ως γραφειοκρατικού μηχανισμού που υπερασπίζεται την εξουσία, τα προνόμια και τα συμφέροντά της, εξακολουθούσε να παροτρύνει και να απειλεί τους ελεύθερους Έλληνες, ακόμα και επτά χρόνια μετά το 1821, προκειμένου να επιστρέψουν υπό οθωμανική κυριαρχία.

Παραφράζοντας μια γνωστή πραγματεία,  θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το Πατριαρχείο κατέβαλε κάθε προσπάθεια να εκπαιδεύσει τους επαναστατημένους Έλληνες στο να καταπίνουν το δηλητήριο της δουλείας και να τους μάθει να μην το βρίσκουν πικρό.

***

“Μικρά Τεκμήρια για το ’21”: μια πλειάδα επιστημόνων διαφόρων ειδικοτήτων προσεγγίζει το 1821 μέσα απ’ αυτά. Γλυπτά, έγγραφα, αντικείμενα, νομίσματα και έργα τέχνης γίνονται αφορμή για να φωτιστούν πτυχές της εποχής. Η έκδοση, που θα φτάσει σύντομα στο κοινό μας αρχικά ως e-book και στη συνέχεια θα “δεθεί” σε βιβλίο, αποτελεί μία σύμπραξη της αθηΝΕΑς, των “hιστορισταί” και της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, με την ευγενική χορηγία της Eurolife FFH.

Δείτε επίσης στην αθηΝΕΑ:

Τέχνη και Μάρκετινγκ στην Ελληνική Επανάσταση

Προκηρύξεις στην Ευρώπη το 1821: “Το Γλυκύτατον Όνομα της Ελευθερίας”

Ερμούπολη, το Λιμάνι της Ελληνικής Επανάστασης

Η “Πυραμίδα” της Αράχωβας, το Μακάβριο Τρόπαιο του Καραϊσκάκη

O Αλέξανδρος Σακελλαρίου είναι δρ Κοινωνιολογίας της Θρησκείας, Ερευνητής Παντείου Πανεπιστημίου και Διδάσκων στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER