Το κλίμα δεν πάει καλά. Ούτε, όμως, και η αναγνωσιμότητα των άρθρων για την κλιματική αλλαγή. Την ώρα που τα καμπανάκια πληθαίνουν, εμείς μοιάζει να έχουμε συνηθίσει τον ήχο τους. Γιατί αποφεύγουμε ένα πρόβλημα που μας αφορά όλο και πιο άμεσα – ακόμη κι όταν ανησυχούμε; Στην αθηΝΕΑ, πάντως, επιμένουμε να μιλάμε για το κλίμα κάθε Παρασκευή.
«Το κλίμα δεν πάει καλά». Από τα αλλεπάλληλα ρεκόρ θερμοκρασίας μέχρι τα ολοένα συχνότερα ακραία φαινόμενα, τα μηνύματα έρχονται από παντού και αφορούν το τώρα, όχι το μέλλον.
Η ίδια φράση, πάντως, έχει αποκτήσει για εμάς στην αθηΝΕΑ και μια δεύτερη, πιο πεζή σημασία: ακούγεται συχνά στα meetings όταν κοιτάμε την απήχηση των άρθρων μας για την κλιματική αλλαγή. Αφού –όπως φαίνεται– το «κλίμα» των climate stories δεν είναι ιδιαίτερα θερμό, από πλευράς αναγνωσιμότητας τουλάχιστον.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Η κλιματική αλλαγή γίνεται όλο και πιο ορατή, εμείς όμως μοιάζουμε όλο και λιγότερο πρόθυμοι να την κοιτάξουμε. Στην Ελλάδα οι αφορμές δεν λείπουν: καύσωνες, πυρκαγιές, πλημμύρες, πίεση στους υδάτινους πόρους. Και φέτος ένας παλιός γνώριμος επέστρεψε για να περιπλέξει ακόμη περισσότερο την εικόνα παγκοσμίως: το El Niño.
Κι όμως, πόσο θέλουμε πραγματικά να μάθουμε περισσότερα γι’ αυτό, αλλά και για άλλα δυστοπικά ζητήματα, κλιματικά ή μη;
Τα Τρομερά «Παιδιά»
Ας σκεφτούμε το El Niño-Νότια Ταλάντωση (ENSO) σαν ένα φυσικό «κλιματικό εκκρεμές» στον τροπικό Ειρηνικό: στη μία άκρη το El Niño, η θερμή φάση του, και στην άλλη η La Niña, η ψυχρή. Το πρώτο –«το μικρό αγόρι» στα ισπανικά– ονομάστηκε έτσι από Περουβιανούς ψαράδες που παρατηρούσαν ένα θερμό θαλάσσιο ρεύμα γύρω στα Χριστούγεννα και το συνέδεσαν με το Θείο Βρέφος. Η La Niña –«το μικρό κορίτσι»– ήρθε αργότερα, ως όνομα της αντίθετης φάσης. Δύο «μικρά παιδιά» με καθόλου μικρή επιρροή.
Φέτος, μετά τη La Niña στις αρχές του 2026, ο Ειρηνικός πέρασε γρήγορα σε El Niño. Στις 3 Σεπτεμβρίου, ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός ανακοίνωσε ότι το φαινόμενο έχει πλέον εγκατασταθεί και αναμένεται να γίνει πολύ ισχυρό προς το τέλος του έτους, με σχεδόν 100% πιθανότητα να επιμείνει έως τον Φεβρουάριο του 2027. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι για κάθε καύσωνα, πλημμύρα ή ξηρασία θα «φταίει» το El Niño. Στην Ευρώπη η επίδρασή του είναι πιο σύνθετη και έμμεση, μπορεί όμως, μαζί με άλλους παράγοντες, να επηρεάσει την ατμοσφαιρική κυκλοφορία και τα μοτίβα θερμοκρασίας και βροχοπτώσεων.
Κι όμως, πόσο θέλουμε πραγματικά να μάθουμε περισσότερα γι’ αυτό αλλά και για άλλα δυστοπικά ζητήματα, κλιματικά ή μη;
Συμβαίνει όμως και κάτι άλλο: αποφεύγουμε όχι μόνο την ενημέρωση, αλλά και τη συζήτηση για το κλίμα.
Ανησυχούμε μεν – Αλλάζουμε Θέμα δε
Καύσωνες, πυρκαγιές, πλημμύρες, νέα ρεκόρ θερμοκρασιών, είδη που εξαφανίζονται: πολλά τα «καμπανάκια». Και συχνά, πριν κλικάρουμε στην είδηση, λίγο-πολύ ξέρουμε τι θα διαβάσουμε. «Επανάληψις μήτηρ πάσης μαθήσεως», λέει το ρητό. Μήπως όμως εδώ η επανάληψη γεννά συνήθεια, η συνήθεια κόπωση και η κόπωση τελικά αποφυγή;
Η αποφυγή των ειδήσεων είναι πλέον ευρύτερο φαινόμενο. Σύμφωνα με στοιχεία, 4 στους 10 ερωτηθέντες σε 48 χώρες δηλώνουν ότι τις αποφεύγουν μερικές φορές ή συχνά. Στην Ελλάδα το ποσοστό φτάνει το εντυπωσιακό 60%.
Και η κλιματική αλλαγή φαίνεται πως κάνει… τζιζ: σύνθετη, μακροπρόθεσμη και συνδεδεμένη με μια αδιάκοπη ροή δυσάρεστων εξελίξεων, έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός θέματος από το οποίο εύκολα αποστρέφουμε το βλέμμα.
Αυτό, πάντως, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν μας νοιάζει. Μπορεί να έχουμε κουραστεί, να φοβόμαστε ή να νιώθουμε ότι ένα πρόβλημα τέτοιας κλίμακας μας ξεπερνά. Ή απλά να μην αντέχουμε την ίδια τη συζήτηση. Γιατί το κλίμα είναι ευκολότερο θέμα όταν «φταίνε» η Κίνα, ο Trump, οι βιομηχανίες ή το κράτος και πολύ πιο άβολο όταν η κουβέντα φτάνει στη δική μας καθημερινότητα. Εκεί που –για παράδειγμα– εμφανίζονται συνήθως τα χάρτινα καλαμάκια…
Ο φόβος της σύγκρουσης, η πολιτικοποίηση και η πιθανότητα κοινωνικής απομόνωσης αρκούν συχνά για να κλείσουν τη συζήτηση πριν καν αρχίσει.
Είναι το Κλίμα Ταμπού;
Συμβαίνει όμως και κάτι άλλο: αποφεύγουμε όχι μόνο την ενημέρωση, αλλά και τη συζήτηση για το κλίμα. Σε σχετική έρευνα, ενώ το 72% των Αμερικανών θεωρούσε ότι η υπερθέρμανση συμβαίνει και το 63% δήλωνε ότι ανησυχεί, μόλις το 36% μιλούσε γι’ αυτήν με φίλους και οικογένεια.
Γιατί η σιωπή έχει και κοινωνική χροιά: δεν μιλάμε, για να μη χαλάσουμε την ατμόσφαιρα της παρέας, να μην ανοίξουμε πολιτική συζήτηση ή να μη γίνουμε οι «γραφικοί που πάλι μιλούν για το κλίμα». Αυτό καταγράφεται ακόμη και σε ανθρώπους που βιώνουν άμεσα τις συνέπειες, όπως οι αγρότες. Ο φόβος της σύγκρουσης, η πολιτικοποίηση και η πιθανότητα κοινωνικής απομόνωσης αρκούν συχνά για να κλείσουν τη συζήτηση πριν καν αρχίσει.
Και κάπως έτσι στήνεται ένας φαύλος κύκλος: δεν μιλάω επειδή πιστεύω ότι οι άλλοι δεν ενδιαφέρονται. Οι άλλοι δεν με ακούν, άρα θεωρούν ότι ούτε εγώ ενδιαφέρομαι. Και τελικά όλοι μαζί σωπαίνουμε.
Δίπλα στο πώς περιορίζουμε την κλιματική αλλαγή, να μιλάμε περισσότερο και για το πώς θωρακιζόμαστε απέναντι σε όσα είναι ήδη εδώ.
Πέρα Βρέχει; Όχι!
Ενδιαφέροντα συμπεράσματα, ναι. Φτάνω στον επίλογο. Ε, και; «Να, άλλο ένα άρθρο για το κλίμα που μας εξηγεί γιατί έχουμε κουραστεί να διαβάζουμε άρθρα για το κλίμα;». Δεκτό.
Εδώ λοιπόν, χρειάζεται μια μετατόπιση. Δίπλα στο πώς περιορίζουμε την κλιματική αλλαγή, να μιλάμε περισσότερο και για το πώς θωρακιζόμαστε απέναντι σε όσα είναι ήδη εδώ. Όχι μόνο «τι μας περιμένει», αλλά και «τι μπορούμε να κάνουμε τώρα». Χωρίς, όμως, να τα φορτώνουμε όλα στον πολίτη: δύσκολα πείθεσαι ότι το μέλλον του πλανήτη κρίνεται από το αν διαχώρισες σωστά την ανακύκλωσή σου, όταν –την ίδια στιγμή– κράτη, βιομηχανίες και μεγάλες επιχειρήσεις ρυπαίνουν ασύστολα και σε κλίμακα ασύγκριτη με τη δική σου.
Αν όλα εξαρτώνται από εμάς, αγανακτούμε. Αν τίποτα δεν εξαρτάται από εμάς, παραιτούμαστε. Και εκεί είναι η πρόκληση για τη δημοσιογραφία: να μην αρκείται στο να προειδοποιεί, αλλά να εξηγεί, να συνδέει, να εμπνέει. Με τις συνέπειες, αλλά και με τις λύσεις. Με ιστορίες που δεν μας αφήνουν απλώς θεατές, αλλά μας δίνουν λόγο να μη στρέψουμε το βλέμμα αλλού. Γιατί ο φόβος μας κινητοποιεί, αλλά μπορεί και να μας παραλύσει. Η ελπίδα ότι κάτι μπορεί να αλλάξει, μας κάνει να μένουμε και να επιμένουμε.
Εδώ στην αθηΝΕΑ, πάντως, ελπίζουμε και συνεχίζουμε. Είθισται κάθε Παρασκευή να μιλάμε για το κλίμα, ακόμη κι όταν «το κλίμα δεν πάει καλά». Γιατί μπορεί να κουραστήκαμε να ακούμε τα καμπανάκια, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι σταμάτησαν να χτυπούν.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Όλοι οι Δρόμοι Οδηγούν στην… Κίνηση