Η Εργασία, η Έννοια του Ελεύθερου Χρόνου και οι Beatles

Αν σας ρωτούσε κάποιος, “πώς αντιλαμβάνεστε τον ελεύθερο χρόνο σας, ή πώς τον αξιοποιείτε”, τι θα απαντούσατε; Υπάρχει και είναι αναγκαίος άραγε ο ελεύθερος χρόνος, ή έστω, υπήρχε πάντα; Κι αν υπάρχει, από τι ακριβώς διαχωρίζεται;

Ο ελεύθερος χρόνος ερέθισε το κοινωνιολογικό ενδιαφέρον και ξεκίνησε να μελετάται κυρίως κατά τη βιομηχανική περίοδο. Ο χρόνος εκτός εργασίας, ο χρόνος της διακοπής, της σχόλης, της ξεκούρασης πέρασε πολλές περιόδους μέχρι να εμφανιστεί σαν ανάγκη απέναντι στην εργασία και να καθιερωθεί σαν κοινωνικό φαινόμενο.

Στη μεταβιομηχανική καπιταλιστική κοινωνία, θα ορίζαμε ως ελεύθερο χρόνο το χρόνο αναψυχής, ανάπτυξης, ανάπαυσης κατανάλωσης και φυγής από τη ρουτίνα. Είναι ο χρόνος που διαφοροποιείται από τον χρόνο της εργασίας. Οι δύσκολες συνθήκες εργασίας, αλλά και η κυρίαρχη τάση να παράγονται περισσότερα κοστίζοντας λιγότερο, ανέδειξαν την ανάγκη ενός χρόνου που θα εξυπηρετούσε αυτές τις λειτουργίες.

Η εργασία, λοιπόν, σε μια μεταμοντέρνα κοινωνία εμφανίζεται ως αναγκαία προϋπόθεση όχι μόνο για την επιβίωση του ατόμου μέσα στην κοινωνία, αλλά και για την προσαρμογή στο καταναλωτικό πρότυπο. Εξάλλου, σε μια κοινωνία με τεχνολογική ανάπτυξη και έντονη τη διάδοση της πληροφορίας, την παγκοσμιοποίηση και την υπεραστικοποίηση, το πρότυπο “σκέφτομαι, άρα υπάρχω” που αφορά σε μία ατομική ευθύνη του ατόμου απέναντι στην υπαρξιακή του διάσταση, μεταφέρεται ως “καταναλώνω, άρα υπάρχω” αναδεικνύοντας το μεταμοντέρνο πλαίσιο της “απόλυτης” σχετικότητας και εξάρτησης.

Η απόδειξη της ύπαρξης σε μια κοινωνία συνίσταται στην αλληλεξαρτησιακή σχέση μεταξύ του ατόμου και μεταξύ ατόμων, ομάδων και θεσμών, στο πλαίσιο που υπαγορεύουν οι κυρίαρχες τάσεις. Έτσι, το κατακερματισμένο άτομο βρίσκεται να εξαρτάται από την εργασία, καθώς από τη μία ο ελεύθερος-καταναλωτικός χρόνος αναγορεύεται σε ύψιστη σημασία και πλαίσιο για τη δόμηση της ταυτότητας του ατόμου, ενώ από την άλλη, η εργασία είναι αυτή που παρέχει το μέσο για την πρόσβαση σε αυτό το χρόνο, αποτελώντας μια άλλη ισχυρή διάσταση συγκρότησης της ταυτότητας του υποκειμένου.

Εργασιακό στρες: η εργασία ως ασθένεια

Το άτομο βρίσκεται έτσι σε ένα παράδοξο, μια αντίθεση όπου από τη μία οι κοινωνικές νόρμες του καταναλωτισμού του επιτάσσουν να ακολουθήσει τα “mainstream” πρότυπα που αφορούν την κατανάλωση στον ελεύθερο χρόνο με οποιοδήποτε τρόπο, ενώ από την άλλη, η αμειβόμενη εργασία που θα του παράσχει αυτά τα αγαθά είναι σπάνια, του αποσπά πολύ χρόνο, ενώ συχνά είναι νοσηρή.

Η λέξη “νοσηρό”, φυσικά, αναφέρεται στο εργασιακό στρες, τα ψυχοσωματικά συμπτώματα που εμφανίζουν οι επαγγελματίες. Το εργασιακό στρες, ή αλλιώς η “ψυχοπαθολογία της εργασίας”, ευθύνεται και εμφανίζεται συγχρόνως με το “burnout” (επαγγελματική εξουθένωση).

Το στρες συσχετίζεται με τη νευρικότητα, την κατάθλιψη, το άγχος, τον θυμό, την αδυναμία συγκέντρωσης και τη χαμηλή αυτοεκτίμηση, το αίσθημα αποτυχίας και αναποτελεσματικότητας, ενώ όσον αφορά σωματικά συμπτώματα, το στρες μπορεί να προκαλέσει πονοκεφάλους και ημικρανίες, μυοσκελετικές ενοχλήσεις, στομαχικές και εντερικές διαταραχές, χρόνια κόπωση, αίσθημα αδυναμίας, εξάψεις, ταχυπαλμίες, ναυτίες και ξηρότητα στόματος, ευερεθιστότητα, διαταραχές στον ύπνο κ.λπ.

Το εργασιακό στρες οδηγεί στην μελέτη της εργασίας ως ασθένειας, ή όπως πολύ καλύτερα περιέγραψε ο Mark Knopfler των Dire Straits στο ομώνυμο τραγούδι (1982), “Sociologists invent words that mean ‘Industrial Disease'”. Με αφορμή τους στίχους των Dire Straits, θα καταγράψουμε παρακάτω, ορισμένες απεικονίσεις της εργασίας και του ελεύθερου χρόνου στις τέχνες.

A hard day’s night: εργασία, ελεύθερος χρόνος και τέχνη

Η ανάγκη για την ανάδειξη ενός χρόνου ελεύθερου (και καταναλωτικού) φάνηκε απαραίτητη, καθώς το άτομο νιώθει λειψό αν μόνο παράγει και δεν καταναλώνει. Φυσικά, χρειάστηκε καιρός για να γίνει η μετάβαση και η διαπίστωση ότι η εργασία ίσως και να είναι ένα μέσο αλλοτρίωσης από την ατομικότητά του (για παράδειγμα, στην αρχαιοελληνική εποχή εμφανίζεται κατά τον Αριστοτέλη “βάναυσο έργο”, ενώ στην Αναγέννηση, η εργασία θεωρείται κοινωνικό και ιερό καθήκον). Αστεία, αλλά χρήσιμη ίσως εδώ η αναφορά στην ταινία της Disney (1937) “Η Χιονάτη και οι Επτά Νάνοι”, με χαρακτηριστικό το (μοντέρνο) τραγούδι των Νάνων “Heigh-ho”, όπου αναπαρίσταται πολύ περιγραφικά το μοντέλο της εντατικοποίησης της παραγωγής και της αντιμετώπισης του εργάτη ως πειθαρχημένου παραγωγικού σώματος (το μοντέλο του Τεϋλορισμού). Συγκεκριμένα, μαζί τραγουδούν “We dig in our mine the whole day through, to dig is all we like to do”.

Ωστόσο, σε μία ορθολογική πρώτα απ’ όλα κοινωνία, όπου στόχος είναι “το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος με το μικρότερο δυνατό κόστος”, ο Τεϋλορισμός και τα εξαντλητικά ωράρια εργασίας στα εργοστάσια οδηγούν σε υπερπαραγωγή, οι βιομηχανίες “παράγουν χωρίς να σκεφτούν ότι κάποια στιγμή θα επέλθει κορεσμός στην αγορά και ότι τα εμπορεύματα θα μείνουν απούλητα” (βλ. Lafargue, 2005, “Το Δικαίωμα στην Τεμπελιά”). Έτσι, στο μεταγενέστερο πλαίσιο του Φορντισμού, ο εργαζόμενος θεωρήθηκε όχι μόνο παραγωγός, εφόσον η εκμηχάνιση της παραγωγικής διαδικασίας μπορούσε πλέον σε μεγαλύτερο βαθμό να τον αντικαταστήσει στη βιομηχανική διαδικασία, αλλά και καταναλωτής, ο οποίος θα πρέπει να καταναλώνει τα εμπορεύματα και τα προϊόντα που παράγουν οι μηχανές (βλ. Αλεξιάς, 2011, “Κοινωνιολογία του Σώματος”).

Εδώ αξίζει να γίνει μια αναφορά στους Beatles και το hit τους “Hard Day’s Night”. Στο κομμάτι γίνεται μια σαφής σύγκριση του χρόνου εργασίας (“I’ve been working like a dog”) και του ελεύθερου χρόνου (“I should be sleeping like a log”). Μάλιστα, αναφέρουν τους στίχους “You know I work all day, to get your money to buy your things” κάτι που ενισχύει την παραπάνω αναφορά στο σκοπό της εργασίας ως μέσο για την παραγωγή κεφαλαίου και χρήματος, για την κατανάλωσή του στον ελεύθερο χρόνο. Ακόμη, αναφέρεται ο στίχος “When I come home to you, it makes me feel alright”, κάτι που φέρνει σε αντίθεση το σκληρό περιβάλλον της εργασίας και του ελεύθερου χρόνου ανάπαυσης. Πώς αναπαρίσταται όμως ο ελεύθερος χρόνος; Ας ακούσουμε το “River” του Bruce Springsteen (1980), που αναφέρεται στην εργασία και τον χρόνο της ζωής του χωρίς αυτήν, και ίσως να ερμηνεύσουμε τον ελεύθερο χρόνο σαν έναν χρόνο ανέμελο και γεμάτο πάθος.

Παρόλα αυτά, η εργασία δεν είναι μονομερώς κουραστική και αποξενωτική, αλλά ένα μέσο για τη συγκρότηση ταυτότητας και οικοδόμησης χαρακτηριστικών προσωπικότητας  – ας ακούσουμε τα: “She Works Hard for the Money” (1983) της Donna Summer ή το “Working Girl” (1987) από τη Cher. Επίσης, στον ελεύθερο χρόνο παρατηρείται και ίσως επιτρέπεται (πέρα από τη δημιουργικότητα) πιο μεγάλο ποσοστό παραβατικής συμπεριφοράς  – ας ακούσουμε το “Heavy Fuel” (1991), πάλι από τους Dire Straits. Η κοινωνία φαίνεται να στοιχειοθετεί χρονικά και χωρικά πλαίσια όπου είναι πιο ελαστική η απόκλιση από τους κανόνες της, κι αυτό γίνεται στον ελεύθερο χρόνο.

Άλλωστε, αυτή είναι η αναπαράσταση που κυριαρχεί για τον ελεύθερο χρόνο από τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, ως ένας χρόνος καταναλωτικός, αναπαυτικός, και κυρίως, χρόνος φυγής από την εργασιακή και πολιτική πραγματικότητα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι πολλές διαφημίσεις που αφορούν τις επικοινωνίες, τη μόδα και την μετακίνηση, διαδραματίζονται συνήθως σε εξοχή και υπαίθριους χώρους, με μεγάλες ταχύτητες, κάτι που υποδηλώνει φυγή από τη ρουτίνα και την πλήξη της καθημερινότητας της πόλης. Ας αναλογιστούμε για παράδειγμα διαφημίσεις για αυτοκίνητα, όπου μερικές φορές απλά αρκεί η εικόνα από ένα γρήγορο αυτοκίνητο, χωρίς κανένα πλάνο στον οδηγό (εξυπηρετώντας την ταύτιση), το οποίο απομακρύνεται όλο και πιο πολύ προς ατέλειωτους προορισμούς, κάπου απροσδιόριστα μακριά.

Ο ελεύθερος χρόνος, λοιπόν, δεν είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο, αλλά αντίθετα, ένα συγχρονικό φαινόμενο που φαίνεται να ταίριαξε τέλεια με τις απαιτήσεις και το πνεύμα των καιρών της εκβιομηχάνισης και της παραγωγής. Και αυτό καθόσον οι αρχές του Διαφωτισμού έδωσαν πνοή στα δικαιώματα των ανθρώπων, στον οικονομικό φιλελευθερισμό, στην ελευθερία, την ισότητα, την αδελφοσύνη και την κοινωνική δικαιοσύνη. Η αλλαγή που επέφερε η Γαλλική Επανάσταση έφερε στο προσκήνιο τη νομιμοποίηση της ελευθερίας των αγορών και της ιδιοκτησίας, της έκφρασης και της αυτορρύθμισης.

Η εργασία, λοιπόν, είναι η παραγωγός δύναμη για την κατοχή κεφαλαίου (και στα τέσσερα είδη – οικονομικό, πολιτισμικό, κοινωνικό και σωματικό) και ο ελεύθερος χρόνος, ο χρόνος επένδυσής του, με σκοπό την συγκρότηση μιας συνεκτικής ταυτότητας του ατόμου. Βέβαια, σε ένα μεταμοντέρνο, όπως αναφέρθηκε, πλαίσιο υποκειμενικότητας, “anything goes” (“όλα παίζουν”) .  Όπως τραγουδά η Nina Simone: “Ain’t got no money, no culture, no friends, no name, I’ve got the life”…

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
-
-

Ο Μίνως Ντίνας γεννήθηκε στο Μπρίστολ το 1995 και μεγάλωσε στη Λάρισα. Σπούδασε Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπου και συνεχίζει τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο ΠΜΣ "Ψυχολογία", με ειδίκευση "Εφαρμοσμένη Γνωστική και Αναπτυξιακή Ψυχολογία". H ενασχόληση με τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία και τη μουσική αποτελούν τα βασικά ενδιαφέροντά του.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER