Η Έξοδος του Μεσολογγίου Μέσα από την Αποσύνθεση της Πύλης

Έξοδος του Μεσολόγγι

Φέτος συμπληρώνονται 200 χρόνια από την Έξοδο του Μεσολογγίου, στις 10 Απριλίου 1826. Στο πλαίσιο των εορτασμών εντάσσεται και μια νέα έκδοση που συγκεντρώνει σπάνια αρχειακά τεκμήρια από οθωμανικά, αγγλικά και γαλλικά αρχεία, για τις πολιορκίες και την Έξοδο, με ελληνικές μεταφράσεις υπό την επιμέλεια των Σουκρού Ιλιτζάκ και Αριστείδη Χατζή και των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Ένα μικρό μέρος σχετικό με αυτό το υλικό, εδώ, αναφέρεται στο οθωμανικό πλαίσιο των γεγονότων.

Το βασικότερο πρόβλημα του οθωμανικού κράτους πριν από την πολιορκία και την Έξοδο ήταν η αδυναμία στρατολόγησης. Την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης, η Υψηλή Πύλη ουσιαστικά δεν διέθετε μόνιμο στρατό, ούτε και πολλά μέσα για να κινητοποιήσει ή να χρηματοδοτήσει επαρκείς στρατιωτικές δυνάμεις ικανές να αντιμετωπίσουν τους Έλληνες επαναστάτες. Γιατί, όμως, συνέβαινε αυτό;

Σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν σε μια διαδικασία «απο-αγιανοποίησης», η οποία είχε ξεκινήσει περίπου μια δεκαετία πριν από την Επανάσταση. Οι αγιάνηδες, πολύ χονδρικά, μπορούν να συγκριθούν με τους λόρδους και τους δούκες της Αγγλίας: επρόκειτο για οικογένειες που είχαν εξελιχθεί σε «οίκους» και συγκέντρωναν στα χέρια τους τη στρατιωτική, πολιτική και οικονομική εξουσία στην επαρχία, όπως εκείνη του Αλή Πασά Τεπελενλή.

Η εξάρτηση της Υψηλής Πύλης από τους αγιάνηδες για τη συλλογή φόρων και τη συγκρότηση στρατού είχε εδραιωθεί κατά τη διάρκεια του Ρωσο-Οθωμανικού πολέμου την περίοδο 1768-1774. Τις επόμενες δεκαετίες, στην πράξη, οι αγιάνηδες δημιούργησαν σχεδόν αυτόνομα κρατίδια. Ιδιαίτερα κατά τον Ρωσο-Οθωμανικό πόλεμο του 1806-1812, πολλοί από αυτούς έγιναν ακόμη πιο ανεξάρτητοι και απρόθυμοι να ανταποκριθούν στα αιτήματα της Πύλης στον βαθμό που εκείνη επιθυμούσε.

Η Υψηλή Πύλη, επιδιώκοντας να αποδεσμευτεί από το έλεός τους, τον Φεβρουάριο του 1813 έθεσε σε εφαρμογή ένα στρατιωτικό και διοικητικό σχέδιο για να επιβάλει εκ νέου την εξουσία της στις επαρχίες. Πλέον, τους αγιάνηδες στις επαρχίες θα αντικαθιστούσαν οι αυτοκρατορικοί βεζίρηδες. Αυτή η πρωτοβουλία έφερε αναπόφευκτα τους βεζίρηδες −η δύναμη των οποίων συχνά βασιζόταν σε Αλβανούς μισθοφόρους− σε άμεση αντιπαράθεση με τους αγιάνηδες. Ταυτόχρονα, επέτρεψε στους βεζίρηδες να επιβάλουν εκβιαστικές πρακτικές στους τοπικούς πληθυσμούς, προκαλώντας σοβαρή οικονομική και πολιτική ασφυξία στις επαρχίες.

Το Τέλος των Αγιάνηδων και η Αρχή του Χάους

Έτσι, άνοιξε το κουτί της Πανδώρας. Όσα ακολούθησαν συνιστούν, από κάθε άποψη, έναν ιδιότυπο εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στο κεντρικό οθωμανικό κράτος και σε μια πληθώρα επαρχιακών προυχόντων διαφορετικής ισχύος και επιρροής, θρησκείας, εθνοτικής καταγωγής και βαθμού λαϊκής υποστήριξης. Τα επίσημα οθωμανικά έγγραφα και τα χρονικά της εποχής μάς επιτρέπουν να ανιχνεύσουμε δεκάδες εξεγέρσεις, τόσο σε αστικά κέντρα όσο και στην ύπαιθρο, υπό την ηγεσία τοπικών ισχυρών παραγόντων σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας: από την Υεμένη έως τη Βοσνία. Δεν επρόκειτο απλώς για τοπικές ταραχές, αλλά για εκτεταμένες στρατιωτικές συγκρούσεις με τη συμμετοχή χιλιάδων ατόμων και από τις δύο πλευρές.

Οι συνέπειες της «από-αγιανοποίησης» για την Ελληνική Επανάσταση ήταν καθοριστικές. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς την ακόλουθη σύγκριση: ενώ στη θερινή εκστρατεία του 1811 εναντίον των Ρώσων και μόνο από τη Μικρά Ασία διατάχθηκαν να συμμετάσχουν στον αυτοκρατορικό στρατό 153 εθνοτικά Τούρκοι αγιάνηδες, το 1823, κατά τη θεωρητικά καλά σχεδιασμένη και σχετικά συντονισμένη στρατιωτική εκστρατεία της Υψηλής Πύλης για την καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης, δεν υπήρχε ούτε ένας αγιάν από τη Μικρά Ασία στο οθωμανικό στρατόπεδο της Λάρισας.

Επιπλέον, από τους 50 χιλιάδες στρατιώτες που είχε δεσμευτεί να κατατάξει το κράτος, μόνο 12 χιλιάδες είχαν προσληφθεί από τους αγιάνηδες της Ρούμιλης, δηλαδή από το ευρωπαϊκό τμήμα της αυτοκρατορίας − οι υπόλοιποι ήταν Αλβανοί μισθοφόροι.

Υπό συνθήκες που θυμίζουν έντονα τη διάλυση αρκετών αρχαίων αυτοκρατοριών, η Υψηλή Πύλη αναγκάστηκε τελικά να καταφύγει στην «αγορά βίας», της οποίας οι κυριότεροι προμηθευτές εκείνη την περίοδο ήταν οι μουσουλμάνοι Αλβανοί πολέμαρχοι.

Οι Έλληνες, που πλέον επιθυμούσαν να καθορίσουν οι ίδιοι το συλλογικό τους μέλλον, ξεκίνησαν τον αγώνα για την ανεξαρτησία τους εν μέσω μια τέτοιας εποχής βαθύτατου μετασχηματισμού και εκτεταμένης καταστροφής. Μέσα σε μια δεκαετία, όχι μόνο καταστράφηκαν ολόκληρες επαρχίες και εξαντλήθηκε η δεξαμενή στρατιωτικού δυναμικού, αλλά μεταβλήθηκαν ριζικά και βιαστικά οι παλαιές ισορροπίες, χωρίς όμως το παλαιό καθεστώς να αντικατασταθεί από αποτελεσματικές εναλλακτικές. Κατά συνέπεια, οι αυτοκρατορικοί βεζίρηδες που αντικατέστησαν τους αγιάνηδες, όπως ο Χουρσίτ και o Κιουταχής, αντιμετώπιζαν τεράστιες δυσκολίες στο να βρουν, να επιστρατεύσουν και να πληρώσουν στρατιώτες.

Υπό συνθήκες που θυμίζουν έντονα τη διάλυση αρκετών αρχαίων αυτοκρατοριών, η Υψηλή Πύλη αναγκάστηκε τελικά να καταφύγει στην «αγορά βίας», της οποίας οι κυριότεροι προμηθευτές εκείνη την περίοδο ήταν οι μουσουλμάνοι Αλβανοί πολέμαρχοι. Την άνοιξη του 1822, ανέθεσε την καταστολή της ελληνικής εξέγερσης σε Αλβανούς πολέμαρχους και μισθοφόρους και βρέθηκε κυριολεκτικά στο έλεός τους.

Οι Αλβανοί ήταν πρόθυμοι να ακολουθήσουν το ένστικτο επιβίωσής τους, καθώς ήταν σίγουροι ότι αν κατέπνιγαν την ελληνική εξέγερση, αυτοί θα ήταν οι επόμενοι. Οι προσπάθειες της Υψηλής Πύλης να τους εντάξει σε ένα ενιαίο μουσουλμανικό μέτωπο εναντίον των ξεσηκωμένων Ελλήνων δεν έφεραν αποτέλεσμα, καθώς εθελουσίως επιμήκυναν τη σύγκρουση για όσο το δυνατόν περισσότερο.

Είναι ασφαλές να λεχθεί ότι, όσον αφορά το οθωμανικό κράτος, η στρατιωτική ιστορία των πρώτων πέντε ετών της Ελληνικής Επανάστασης είναι η ιστορία του να πείσει τους Αλβανούς οπλαρχηγούς να στραφούν εναντίον των Ελλήνων επαναστατών.

Όταν φτάνουμε, λοιπόν, στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου, τον Νοέμβριο του 1822, στα οθωμανικά έγγραφα διαπιστώνουμε ότι οι ιθύνοντες αποδίδουν την αποτυχία στους Αλβανούς και, κυρίως, στον Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος είχε αναδειχθεί σε φαινομενικό ηγέτη των Τόσκηδων Αλβανών του νότου. Υποστηρίζουν ότι ο Ομέρ Βρυώνης σαμποτάρισε την πολιορκία του Μεσολογγίου επειδή του αρνήθηκαν τον έλεγχο των Δερβενίων μετά τον θάνατο του Χουρσίτ Πασά. Ο έλεγχος αυτών των στρατηγικά κρίσιμων διαβάσεων σήμαινε τον έλεγχο τόσο της Αλβανίας όσο και της Ρούμιλης και ήταν σαφές ότι η Υψηλή Πύλη δεν ήταν διατεθειμένη να επιτρέψει σε έναν ακόμη φιλόδοξο Αλβανό πολέμαρχο να εξελιχθεί σε «δεύτερο Τεπελενλή».

Το 1825, το Μεσολόγγι είχε αναδειχθεί σε επίκεντρο της Επανάστασης και στο «κλειδί του Μοριά», αποτελώντας έτσι τον πρωταρχικό στόχο της Υψηλής Πύλης.

Πρωταρχικός Στόχος το Μεσολόγγι

Το 1825, το Μεσολόγγι είχε αναδειχθεί σε επίκεντρο της Επανάστασης και στο «κλειδί του Μοριά», αποτελώντας έτσι τον πρωταρχικό στόχο της Υψηλής Πύλης. Η εμμονή για την πτώση του ήταν τέτοια, ώστε ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ έγραφε τον Απρίλιο σε ένα αυτόγραφο διάταγμά του ότι «ένας Θεός ξέρει ότι, μέρα και νύχτα, το μυαλό μου και η αγωνία μου είναι πρώτα και κύρια αφιερωμένα στην είδηση της κατάληψης αυτού του Μεσολογγίου».

Για να κάμψει την αλβανική αντενέργεια, η Υψηλή Πύλη προχώρησε το 1825 σε ορισμένα μέτρα που αποδείχθηκαν αποτελεσματικά. Αφού απομάκρυνε από την περιοχή τον Ομέρ Βρυώνη, για να περιοριστεί και να εξισορροπηθεί η αριθμητική υπεροχή των Αλβανών, ώστε να αποφευχθεί ενδεχόμενο σαμποτάζ κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, μεταφέρθηκαν από τη Θράκη «Τουρκόπουλα», δηλαδή εθνοτικά Τούρκοι στρατιώτες.

Όταν ο οθωμανικός στόλος δεν είχε φτάσει ακόμη στο Μεσολόγγι, οι Αυλωνίτες −που αποτελούσαν την πλειονότητα των αλβανικών στρατευμάτων− εγκατέλειψαν την πολιορκία και αποχώρησαν, ώστε να μην αναγκαστούν να παραμείνουν εκεί τον χειμώνα. Έχοντας πλέον χάσει κάθε ελπίδα συνεργασίας μαζί τους, ο Ιμπραήμ και ο Κιουταχής αποφάσισαν τον Δεκέμβριο να διεξαγάγουν την πολιορκία από κοινού.

Ωστόσο, στις αναφορές οι επαναστάτες περιγράφονται ως «ölüm eri», δηλαδή ως «στρατιώτες αυτοκτονίας», αποφασισμένοι να ρισκάρουν τον θάνατο.

«Στρατιώτες Αυτοκτονίας»

Οι πολιορκητές έστελναν τακτικές αναφορές στην Κωνσταντινούπολη και οι λεπτομέρειες που αντλούμε είναι εξαιρετικές. Μεγαλύτερη εντύπωση στους οθωμανικούς ιθύνοντες έκανε η εμμονή των επαναστατών στον αγώνα τους.

Η Ελληνική Επανάσταση ήταν η πρώτη ουσιαστική γνωριμία των Οθωμανών με την «εθνική ιδέα» και τους φαινόταν παράδοξο ότι άνθρωποι θυσίαζαν τη ζωή τους για μια ιδέα. Η συνήθης πρακτική μέχρι τότε ήταν η εξής: ξεσπούσε μια εξέγερση σε κάποια επαρχία, η Πύλη έστελνε δυνάμεις, την κατέστελλε, παραχωρούσε αμνηστία, αντικαθιστούσε την τοπική ηγεσία με μια άλλη φατρία και, αργά ή γρήγορα, η υπόθεση έκλεινε.

Ωστόσο, στις αναφορές οι επαναστάτες περιγράφονται ως «ölüm eri», δηλαδή ως «στρατιώτες αυτοκτονίας», αποφασισμένοι να ρισκάρουν τον θάνατο. Σε μία αναφορά, ο Ρεσίτ πασάς γράφει ότι «επειδή ο ύστατος σκοπός των πολιορκημένων ήταν να θυσιάσουν τη ζωή και το κεφάλι τους για μια πέτρα του Μεσολογγίου, δεν λογάριαζαν τον θάνατό τους». Και ο καπουδάν πασάς σημείωνε στην αναφορά του ότι, προς το τέλος, οι πολιορκημένοι «κατεπιέστηκαν σε τέτοιο βαθμό που, τρώγοντας από την πείνα τους κρέας σκύλου και ακάθαρτα χόρτα που φύτρωναν στους σκουπιδότοπους, δεν τους απέμεινε πλέον καθόλου σθένος και αντοχή».

Από οθωμανική σκοπιά, η πολιορκία του Μεσολογγίου και η Έξοδος ανέδειξαν με δραματικό τρόπο τη βαθιά κρίση του ίδιου του οθωμανικού κράτους. Η αποδυνάμωση των παλαιών επαρχιακών μηχανισμών στρατολόγησης, η βίαιη και ατελής «απο-αγιανοποίηση», η αδυναμία της Πύλης να υποκαταστήσει αποτελεσματικά τους αγιάνηδες, καθώς και η αναγκαστική προσφυγή σε ασταθείς μισθοφορικές δυνάμεις, διαμόρφωσαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίχθηκε η σύγκρουση. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το Μεσολόγγι αναδείχθηκε όχι μόνο σε στρατηγικό στόχο, αλλά και σε σημείο όπου αποκαλύφθηκαν με τον πιο δραματικό τρόπο τα όρια της οθωμανικής στρατιωτικής ισχύος και, συγχρόνως, η αποφασιστικότητα των επαναστατών να συνεχίσουν τον αγώνα τους μέχρις εσχάτων.

Η ιστορία της πολιορκίας, επομένως, φωτίζει μια διπλή πραγματικότητα: αφενός την ελληνική επαναστατική επιμονή, αφετέρου την αδυναμία μιας αυτοκρατορίας που, ενώ επιχειρούσε να ανασυγκροτηθεί, βρισκόταν ήδη παγιδευμένη στις ίδιες τις αντιφάσεις του μετασχηματισμού της.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ: 

Το 1821 ως «Φανταστικό Μέλος» της Οθωμανικής Ιστορίας

Το Μνημείο του Λόρδου Βύρωνα και οι Φιλέλληνες της Ελληνικής Επανάστασης

Ο Αφορισμός της Επανάστασης Και Η Εθελοδουλία

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ

Ο Σουκρού Ιλιτζάκ (Şükrü Ilıcak) είναι ιστορικός, επίκουρος καθηγητής Οθωμανικής Ιστορίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει συνεργαστεί με πολλούς φορείς και πανεπιστήμια ανά τον κόσμο με πλήθος άρθρων, δημοσιεύσεων και βιβλίων για την Ελληνική Επανάσταση και τα «τρία έθνη» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τους Έλληνες, τους Αρμένιους και τους Εβραίους.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+