Η Κυρία του Κυρίου

Η Κυρία του Κυρίου

Κάποτε στην Ελλάδα, όπως και σε όλο τον κόσμο, οι γυναίκες ακολουθούσαν πιστά την παράδοση: μετά τον γάμο έπαιρναν το επώνυμο του συζύγου. Το «ποιανού είσαι εσύ» που άκουγαν –κορίτσια αλλά και αγόρια– μετατρεπόταν –μόνο για τις γυναίκες– στο «Η Κυρία του Κυρίου». Με τον γάμο –και αργότερα με τα παιδιά– οι γυναίκες καταξιώνονταν κοινωνικά και οι άνδρες σφράγιζαν και με τη βούλα –δηλαδή με το επώνυμό τους– το ιδιοκτησιακής λογικής πατριαρχικό οικογενειακό μοντέλο.

Μετά το 1983, όταν κατοχυρώθηκε συνταγματικά το δικαίωμα των γυναικών να μην αποκτούν υποχρεωτικά το επώνυμο του συζύγου, πάρα πολλές γυναίκες –η πλειονότητα ενδεχομένως– διατηρούν το πατρώνυμό τους, ανατρέποντας την παράδοση που χάνεται στα βάθη του χρόνου. Δεν μπορώ να υποστηρίξω τον ισχυρισμό μου με στατιστικά στοιχεία, ρωτώντας όμως συγγενείς, γνωστούς και φίλους, αυτή η αίσθηση μου δημιουργείται.

Το 90% των ρεπουμπλικανών γυναικών ακολουθεί αυτή την παράδοση, με τις γυναίκες που ψηφίζουν το Δημοκρατικό Κόμμα να ακολουθούν σε μικρότερο αλλά σημαντικότατο ποσοστό (60%). Το ποσοστό των Αμερικανίδων ηλικίας μεταξύ 18 και 34 ετών που κρατά το επίθετό του μετά τον γάμο είναι χαμηλό (μόλις το 14%).

Πίστη την Παράδοση

Φαίνεται όμως ότι το να παίρνει η γυναίκα το επώνυμο του συζύγου της είναι μια τακτική που, παρά τον εκσυγχρονισμό της εποχής, σε πολλά μέρη του κόσμου παραμένει ισχυρή.  Άρθρο των New York Times αποκαλύπτει πως μεγάλο ποσοστό γυναικών στην Αμερική και την Αγγλία εξακολουθεί να παίρνει το όνομα του συζύγου.

Συγκεκριμένα, το 90% των ρεπουμπλικανών γυναικών ακολουθεί αυτή την παράδοση, με τις γυναίκες που ψηφίζουν το Δημοκρατικό Κόμμα να ακολουθούν σε μικρότερο αλλά σημαντικότατο ποσοστό (60%). Το ποσοστό των Αμερικανίδων ηλικίας μεταξύ 18 και 34 ετών που κρατά το επίθετό του μετά τον γάμο είναι χαμηλό (μόλις το 14%).

Σε αντίστοιχα ποσοστά κινούνται και οι γυναίκες που ζουν στην Αγγλία, με το 60% αυτών να αλλάζει το επώνυμο μετά τον γάμο και το 14% να προσθέτει το επίθετο του συζύγου στο δικό του.

«Αισθάνομαι ότι μας δίνει μια ταυτότητα ως οικογένεια και όχι μόνο ως άτομα», δήλωσε η Lindsey Evans στην ερώτηση γιατί πήρε το όνομα του συζύγου της. Είναι θέμα δημόσιας εικόνας; Οι γυναίκες που παίρνουν το όνομα του συζύγου τους το κάνουν για να δημιουργήσουν την εντύπωση πως πρόκειται για δεμένο ζευγάρι;

Πράγματι, το ιδανικό της ενωμένης, αφοσιωμένης, «καλής οικογένειας» είναι ένας από τους λόγους που οι γυναίκες εξακολουθούν να παίρνουν το επίθετο του άνδρα τους.

Ο δεύτερος –και ίσως ο σημαντικότερος λόγος– για τον οποίο διατηρείται αυτή η παράδοση είναι η πατριαρχία. Η αλλαγή του ονόματος, η συνοδεία της νύφης από τον πατέρα στον γαμπρό, το λευκό νυφικό που συμβολίζει την αγνότητα/παρθενιά αποτελούν μέρος ενός ιδεατού για πολλά ζευγάρια «πακέτου γάμου». Στοιχεία ενός τελετουργικού που συντηρούν και την αντίληψη πως η εξουσία παραδίδεται στον σύζυγο, τόσο για το ζευγάρι όσο και αργότερα για την οικογένεια.

Όταν ρώτησα τη γιαγιά μου γιατί πήρε το επίθετο του παππού μου, μου απάντησε πως δεν είχε ιδιαίτερα επιλογή, πως έτσι ήταν το κατεστημένο: «Μας έκοβαν τις ταυτότητες στα δύο αν έβλεπαν ότι δεν τις έχουμε ανανεώσει μετά τον γάμο», είπε.

Αξίζει να αναφέρουμε τα χαρακτηριστικά των γυναικών που επιλέγουν να μην υιοθετήσουν το όνομα του συζύγου τους, σύμφωνα με την έρευνα των New York Times, τα οποία μοιάζει να συγκλίνουν ολοένα και περισσότερο με την πάροδο των χρόνων.

Σε αυτό το μικρό ποσοστό του 14% ανήκουν γυναίκες που παντρεύονται σε σχετικά μεγαλύτερες ηλικίες (από 35 και πάνω), που έχουν επιδιώξει να φοιτήσουν –το λιγότερο– στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και είναι οικονομικά ανεξάρτητες. Αισθάνονται ότι τα κατορθώματα (όπως και οι αποτυχίες) τους ανήκουν ολοκληρωτικά και, εφόσον το όνομά τους είναι κύριο χαρακτηριστικό της ταυτότητάς τους, δεν είναι διατεθειμένες να το αφήσουν πίσω τους.

Άλλα Ήθη Και Έθιμα

Η παραδοσιακή τακτική σχετικά με το επώνυμο που παίρνουν οι γυναίκες μόλις παντρευτούν, πάντως, διαφέρει από τόπο σε τόπο. Η Ισλανδία είναι μια χώρα όπου τα οικογενειακά ονόματα είναι ανύπαρκτα. Αντ’ αυτών χρησιμοποιούν πατρώνυμα ή μητρώνυμα, που προκύπτουν από τα μικρά ονόματα.

Η Κυρία του Κυρίου

Για παράδειγμα, πρωθυπουργός της Ισλανδίας είναι η Katrín Jakobsdóttir. Το μικρό της όνομα είναι Katrín και αυτό του πατέρα της ήταν Jakob, που αποτελεί το δικό της «επίθετο» με την προσθήκη του «dóttir» (κόρη). Εν ολίγοις, η κόρη του Jakob.

Ακόμη πιο σύνηθες για τους Ισλανδούς είναι να χρησιμοποιούν για επίθετο τα ονόματα και των δύο γονιών τους, ειδικά την τελευταία δεκαετία. Ως αποτέλεσμα, οι γυναίκες δεν παίρνουν το επίθετο του συζύγου τους, καθώς, τυπικά, δεν υπάρχει επίθετο να υιοθετήσουν. Έτσι, η ταυτότητά τους δεν ορίζεται μέσα από κάποιο μακροχρόνιο οικογενειακό προσδιορισμό μέσω του επιθέτου, αλλά δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα στην ατομικότητα και την πυρηνική οικογένεια.

Ένα ακόμη παράδειγμα που προκαλεί ενδιαφέρον είναι αυτό της Ισπανίας, η οποία επίσης ακολουθεί μια μακρά παράδοση όσον αφορά την ονοματοδοσία. Παρόλο που, όπως είδαμε, σε πολλές χώρες η σύμβαση προβλέπει την απόκτηση του ανδρικού επιθέτου εκ μέρους των γυναικών, η πρακτική της Ισπανίας λειτουργεί με πιο εξισωτικούς όρους.

Προτιμάται η επιλογή ενός ενωτικού επιθέτου, του δικό τους και του συζύγου, συνήθως με την προσθήκη του προθέματος «de» (π.χ. Maria Fernández de Calderón García-Iglesias). Η πρακτική αυτή παρατηρείται και στην περίπτωση ονοματοδοσίας των παιδιών, καθώς αποκτούν τόσο το επίθετο του πατέρα όσο και της μητέρας, ακόμη και αν αυτό είναι για τον καθένα τους διπλό.

Τα ενωτικά επίθετα, παρ’ όλο που δεν είναι από τις δημοφιλέστερες επιλογές των γυναικών μετά τον γάμο, παρουσιάζονται ως μια πιο ρεαλιστική επιλογή, αφού εξυπηρετούν καλύτερα την πρόθεση του ζευγαριού να παρουσιαστεί ως ενότητα. Ακόμη, εξυπηρετούν πρακτικούς λόγους, όπως την αυτόματη αναγνώριση των παιδιών και στους δύο γονείς σε ταξίδια και σε άλλες καθημερινές προκλήσεις.

Η Γιαγιά, η Μαμά, η Κόρη και η Εγγονή

Προκειμένου να κάνω αυτό το θέμα λίγο πιο «ζωντανό», μίλησα με γυναίκες διαφορετικών γενεών. Έκανα την αρχή με τη γιαγιά μου, την εκπρόσωπο της 3ης γενιάς, όπως επέλεξα να τη χαρακτηρίσω.

Παντρεύτηκε το 1973, στα 29 της, μια «προχωρημένη» για τα δεδομένα της εποχής ηλικία. Πήρε το όνομα του συζύγου της νόμιμα, ωστόσο στη δουλειά της χρησιμοποιούσε το πατρώνυμό της. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι μέχρι και να πάρει σύνταξη υπέγραφε με το πατρώνυμο, παρόλο που ορισμένοι συνάδελφοι την αποδοκίμαζαν για αυτό.

Όταν τη ρώτησα γιατί πήρε το επίθετο του παππού μου, μου απάντησε πως δεν είχε ιδιαίτερα επιλογή, πως έτσι ήταν το κατεστημένο: «Μας έκοβαν της ταυτότητες στα δύο αν έβλεπαν ότι δεν τις έχουμε ανανεώσει μετά τον γάμο», είπε.

Βέβαια, παραδέχτηκε παράλληλα πως δεν στενοχωρήθηκε που αποχωρίστηκε το επίθετό της και πως ένιωσε ότι αποτελούσε ισάξιο μέλος της οικογένειας όταν έκανε παιδιά αργότερα. Το κοινό με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας επίθετο φαίνεται να υπερνίκησε την όποια δυσφορία προκάλεσε η απώλεια του δικού της.

Ακόμη, είπε πως, επειδή συνόδευε τον σύζυγό της σε διάφορες εξωτερικές επαγγελματικές του υποχρεώσεις, ήταν και πιο εύκολο και πιο τιμητικό για εκείνη να της απευθύνονται με το επίθετό του. Έτσι την αναγνώριζαν ως ισότιμο μέλος του ζευγαριού.

Προχώρησα με δύο συνεντεύξεις γυναικών της 2ης γενιάς, οι οποίες ήταν έφηβες όταν ο νόμος του ’83 τέθηκε σε ισχύ στην Ελλάδα. Και οι δύο δεν έχουν πάρει το όνομα των συζύγων τους, εστιάζοντας σε διάφορες αιτίες για αυτό.

Αρχικά και οι δύο τόνισαν τη συναισθηματική βαρύτητα που κουβαλάει το όνομά τους, επειδή ακριβώς δηλώνει τις ρίζες εκείνων και των οικογενειών τους. Ωστόσο, μια από τις δύο τόνισε περισσότερο την επαγγελματική της επιτυχία και την επιθυμία της να αναγνωρίζονται οι κόποι της ως δικοί της, ενώ δεν ήθελε να προσδιορίζεται μέσω του άντρα της.

Αντίθετα, η δεύτερη στάθηκε περισσότερο στην προσωπικότητα που προσδίδει το επίθετό της και τη συνέχεια που προσφέρει μια κοινή γενεαλογική γραμμή επιθέτων. Ακόμη, δήλωσε πως μερικές φορές προσδιορίζεται με το επίθετο το άντρα της για πρακτικούς λόγους, όπως για οικογενειακές κρατήσεις, ώστε να αναγνωρίζονται όλοι ως οικογένεια.

Τέλος, ενδιαφέρον είχαν οι συνεντεύξεις που έκανα σε γυναίκες της ηλικίας μου. Οι περισσότερες δήλωσαν αρχικά την αντίθεσή τους (έως απέχθεια) για τον θεσμό του γάμου, οπότε οι αντιρρήσεις τους ως προς την υιοθέτηση του ανδρικού επωνύμου ήταν αναμενόμενες.

Στάθηκαν κυρίως στο ότι, αν δέχονταν την αλλαγή, θα ένιωθαν ότι απομακρύνονται από τις οικογενειακές τους ρίζες και ότι θυμίζει πατριαρχικό κατάλοιπο το οποίο δεν ταιριάζει καθόλου σε μια εποχή που τόσο έντονα προσπαθεί να τα ξεπεράσει.

Από την άλλη, μια μειονότητα εξέφρασε ενθουσιασμό τόσο ως προς την επικείμενη πιθανότητα γάμου όσο και ως προς την προοπτική υιοθέτησης του επιθέτου του μελλοντικού συζύγου, καθώς «σηματοδοτεί ένα συναρπαστικό ορόσημο ζωής», όπως το έθεσαν.

Τελικά, πιο ενδιαφέρουσα προς διερεύνηση είναι ίσως η νοοτροπία που καθορίζει την αλλαγή ή μη του επωνύμου της γυναίκας παρά η ίδια η πράξη αλλαγής ή υιοθέτησης του ονόματος του συζύγου.

Στο κάτω κάτω, το σημαντικότερο και το αληθινά προοδευτικό είναι να επιτρέπουμε χώρο για ποικίλες επιλογές. Η ολοκληρωτική εγκατάλειψη παλαιότερων παραδόσεων δεν καθίσταται απαραίτητα η μόνη λύση, ούτε αποτελεί αναγκαστικά τη «φεμινιστική οδό». Μια πιο ανοιχτή προσέγγιση, που επιτρέπει συνδυασμούς και ποικιλίες ονομάτων, παραδοσιακές και μη, φαίνεται να είναι η επικρατέστερη εκδοχή για τα χρόνια που θα ακολουθήσουν.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ και στο μηνιαίο newsletter No Man’s Land – στο οποίο μπορείτε να κάνετε την εγγραφή σας εδώ.

Χαρά Κότσαλη: Χορεύοντας με τις Αντιθέσεις

Γυναίκες και ΜΜΕ: Μια Επικίνδυνη Τακτική Παραπληροφόρησης

Η Aντιμετώπιση της Έμφυλης Βίας υπό Πτώχευση;

 

 

 

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ

H Φοίβη Νομικού σπουδάζει Ιστορία και Θεωρία της Τέχνης. Λατρεύει το θέατρο και το τραγούδι, είναι φανατική βιβλιοφάγος και όταν δεν πολεμάει με τις λέξεις μάχεται στο Κραβ μαγκά. Αν μπορούσε να ταξιδέψει στο χρόνο θα επισκεπτόταν την Βικτωριανή εποχή.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+