Η Σημαία στην Επανάσταση, οι Συμβολισμοί της και η Καθιέρωσή της. Το Παράδειγμα του Ανδρέα Λόντου

Στις 22 Μαρτίου 1821, ο Ανδρέας Λόντος, αμέσως μετά τη μυστική συνέλευση της Βοστίτσας και τις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών στην επαρχία Καλαβρύτων, εισέρχεται στην πόλη της Πάτρας συνοδευόμενος από τους στρατιώτες του.

O Λόντος κατευθύνεται προς την κεντρική πλατεία της πόλης, φέροντας σημαία κόκκινου χρώματος με έναν μαύρο σταυρό στη δεξιά πλευρά, παραπλανώντας τους Τούρκους της ακρόπολης που, θεωρώντας ότι πρόκειται για ομοεθνείς Λαλιώτες Τούρκους λόγω του χρώματος της σημαίας, δεν προβάλλουν καμία αντίσταση.

Η σημαία δεν αποτελεί ένα απλό ύφασμα που φέρει απλώς ένα έμβλημα. Αντίθετα, είναι ένα σύμβολο εξαιρετικά φορτισμένο, καθώς σε αυτό συμπυκνώνεται εμφατικά η ιστορία κάθε λαού.

Συνοδευόμενος από προκρίτους της περιοχής, τον επίσκοπο Καλαβρύτων Προκόπιο και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, κατευθύνεται στην κεντρική πλατεία της Πάτρας, όπου υψώνει τη σημαία της Επανάστασης. Αμέσως εκδίδεται επαναστατική προκήρυξη, που καλεί τον λαό να συμμετάσχει στην Επανάσταση.

Οι Συμβολισμοί της Σημαίας

Η ύψωση της σημαίας της Επανάστασης δεν αποτελεί απλώς ένα σημαντικό πολεμικό γεγονός στην εξέλιξη του αγώνα, αλλά ουσιαστικά εκφράζει, με συμβολικό τρόπο, τις συλλογικές αντιλήψεις και προσδοκίες όλων των επαναστατημένων Ελλήνων. Εν προκειμένω, εκφράζει το αίτημα των επαναστατημένων για ελευθερία.

Η σημαία δεν αποτελεί ένα απλό ύφασμα που φέρει απλώς ένα έμβλημα. Αντίθετα, είναι ένα σύμβολο εξαιρετικά φορτισμένο, καθώς σε αυτό συμπυκνώνεται εμφατικά η ιστορία κάθε λαού. Τα εμβλήματα, οι λέξεις, οι σύντομες φράσεις, καθώς και τα χρώματα που φέρει η σημαία, από τη μία αποκαλύπτουν τις ρίζες του λαού και από την άλλη αντικατοπτρίζουν με εικονικό τρόπο την ταυτότητά του.

Το υψηλότερο, επομένως, σύμβολο κάθε κράτους είναι η σημαία, καθώς μέσα της περικλείεται το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, αποτελώντας ουσιαστικά τον ακρογωνιαίο λίθο της υπόστασης του ίδιου του κράτους.

Προεπαναστατικές Σημαίες

Προεπαναστατικά, οι κλέφτες και οι αρματολοί στις μάχες χρησιμοποιούσαν σημαίες που τις ονόμαζαν “μπαϊράκια”, “φλάμπουρα” και “παντιέρες”. Ο Ρήγας Βελεστινλής, εμφορούμενος από τις ιδέες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, προτείνει για την Ελληνική Δημοκρατία τρίχρωμη σημαία, με οριζόντιες ζώνες κόκκινου, λευκού και μαύρου χρώματος, που στο κέντρο της απεικόνιζε το ρόπαλο του Ηρακλή σε οριζόντια θέση και, από πάνω του, στη δεξιά πλευρά, έφερε τρεις σταυρούς.

Στις 22 Φεβρουαρίου 1821, στο Ιάσιο της Μολδαβίας υψώθηκε για πρώτη φορά από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη η σημαία της Επανάστασης. Η τρίχρωμη σημαία είχε προταθεί από τον Ιωάννη Υψηλάντη και άλλους Φιλικούς στις 31 Δεκεμβρίου 1821 και περιγράφεται στα άρθρα ΙΑ΄ και ΙΒ΄ ως εξής:

“ΙΑ΄. Ἡ ἑλληνική σημαία, τόσον εἰς τά τῆς ξηρᾶς στρατεύματα, ὅσον και εἰς τά τῆς θαλάσσης, πρέπει νά ἦναι κατασκευασμένη ἐκ τριῶν χρωμάτων, ἂσπρου, μαύρου και κοκκίνου. Τό ἂσπρον σημαίνει τήν ἀθῳότητα τῆς δικαίας ἡμῶν επιχειρήσεως κατά τῶν τυράννων· τό μαῦρον τόν ὑπέρ πατρίδος καἰ ἐλευθερίας θάνατον ἡμῶν· καί τό κόκκινον τήν αὐτεξουσιότητα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καί τήν χαράν αὐτοῦ, διότι πολεμεῖ διά τήν ἀνάστασιν τῆς πατρίδος.

ΙΒ΄. Αἱ τῆς ξηρᾶς σημαῖαι νά παραστένωσιν ἐνταυτῶ ἀπό τό ἕν μέρος τόν Φοίνικα, καιόμενον, μέ τόν ἀόρατον ἀκτινοβολοῦντα ὀφθαλμόν, μετά τῆς ἐπιγραφῆς: Ἐκ της στάκτης ἀναγεννῶμαι· ἀπό τό ἂλλο μέρος τόν Σταυρόν εἰς ἓνα στέφανον ἀπό δάφνας καί κάτωθεν αὐτοῦ τήν ἐπιγραφήν: Ἐν τούτῳ τῶ σημείῳ νίκα.”

Κάτω από Ένα Κοινό Σύμβολο

Κατά το πρώτο έτος της Επανάστασης, ελλείψει ενιαίας διοίκησης και οργάνωσης, απουσίαζε το ενιαίο σύμβολο υπό τη σκέπη του οποίου θα συντάσσονταν οι οπλαρχηγοί, ενώ τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας επηρέασαν πολλές από τις σημαίες που κυμάτισαν στα χρόνια του αγώνα.

Στις 22 Φεβρουαρίου 1821, στο Ιάσιο της Μολδαβίας υψώθηκε για πρώτη φορά από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη η σημαία της Επανάστασης.

Αυτό είχε ως συνέπεια σε κάθε περιοχή να χρησιμοποιούνται σημαίες οι οποίες έφεραν χρώματα, σύμβολα και φράσεις που επέλεγαν οι οπλαρχηγοί επηρεασμένοι από την ιερότητα του αγώνα, το πάθος για την ελευθερία, τις οικογενειακές τους παραδόσεις και το μίσος κατά των Οθωμανών.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στην Πελοπόννησο “σήκωσε” σημαία λευκή με κυανό σταυρό στο κέντρο, ο Γρηγόριος Διάκος (Παπαφλέσσας) χρησιμοποίησε γαλάζια σημαία με λευκό σταυρό, ο Ανδρέας Λόντος ύψωσε κόκκινη σημαία με μαύρο σταυρό, ο Αθανάσιος Διάκος στη Ρούμελη έφερε λευκή σημαία, όπου στη μέση υπήρχε αναπαράσταση του Αγίου Γεωργίου καβαλάρη και τη φράση “Ελευθερία ή Θάνατος”.

Στη θάλασσα, με τη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, η Υψηλή Πύλη παραχώρησε στα εμπορικά πλοία το προνόμιο να φέρουν τη λεγόμενη “γραικοτουρκική” σημαία, η οποία έφερε τρεις οριζόντιες ζώνες: μία κυανή στη μέση ανάμεσα σε δύο κόκκινες.

Καθώς η Επανάσταση εξαπλωνόταν, τα νησιά Σπέτσες, Ύδρα, Ψαρά και Σάμος ύψωσαν σημαίες στις οποίες κυριαρχούσαν τα αλληγορικά σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας. Εκτός από τον σταυρό, έφεραν τη ναυτική άγκυρα, σύμβολο της σταθερής απόφασης για την ελευθερία, και την απεικόνιση της πάλης μεταξύ του καλού και του κακού με τον αετό που επιτίθεται στο φίδι.

Όλα τα  παραπάνω σύμβολα, με απόφαση της Εθνοσυνέλευσης του 1822, παραμερίστηκαν καθώς, σύμφωνα με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, η Επανάσταση έπρεπε να παρουσιάζεται στα μάτια του δυτικού κόσμου ως εθνικός απελευθερωτικός αγώνας και όχι ως επαναστατικό κίνημα μιας μυστικής εταιρείας.

Τον Ιανουάριο του 1822 συνήλθαν στην Επίδαυρο οι “Παραστάτες του Έθνους” και συνέταξαν τα πρώτα συνταγματικά κείμενα. Η Συνέλευση της Επιδαύρου, στο πρώτο Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος που ψηφίστηκε, μεταξύ άλλων διατάξεων προέβλεπε τον καθορισμό των χρωμάτων της ελληνικής σημαίας σε κυανό και λευκό.

Στις 15 Μαρτίου του ίδιου χρόνου, στην Κόρινθο, ο Αλέξανδρος  Μαυροκορδάτος, με διακήρυξη της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος, καθόριζε τον τύπο της χερσαίας και θαλάσσιας σημαίας:

“α΄. Τῶν μέν κατά γῆν δυνάμεων ἡ σημαία, σχήματος τετραγώνου θέλει ἕχει το ἐμβαδόν κυανοῦν, τό ὁποῖον θέλει διαρεῖσθαι εἰς τέσσαρα ἲσα τμήματα δι’ ενός σταυροῦ λευκοχρόου διασχίζοντας ἐκεῖνα τὰ τμήματα ἀπό ἂκρων ἓως ἂκρων τοῦ ἐμβαδοῦ.

β΄. Ἡ δὲ κατὰ θάλασσαν σημαία θέλει εἶσθαι διττή· μία διὰ τὰ πολεμικά καὶ ἂλλη διὰ τὰ εμπορικά πλοῖα. Καὶ τῆς μὲν διά τα πολεμικά πλοῖα τὸ ἐμβαδόν  θέλει διαιρεῖσθαι εἰς ἐννέα ὁριζόντια παραλληλόγραμμα, παραμοιβομένων εἰς αὐτά τῶν χρωμάτων λευκοῦ καὶ κυανοῦ· εἰς τὴν ἂνω δὲ πρὸς τὰ ἕσω γωνίαν τούτου τοῦ ἑμβαδοῦ, θέλει σχηματισθῆ τετράγωνον κυανόχρουν διῃρημένον ἐν τῶ μέσῳ δι’ ἑνός σταυροῦ λευκοχρόου· τῆς δὲ διὰ τὰ ἐμπορικά πλοῖα διωρισμένης τὸ ἐμβαδόν θέλει εἶσθαι κυανοῦν. Ἐις τὴν ἂνω πρός τα ἒσω γωνίαν τούτου τοῦ ἐμβαδοῦ θέλει σχηματισθῆ ὡσαύτως τετράγωνον λευκόχρουν και διῃρημένον ἐν τῶ μέσῳ δι’ ἐνὸς σταυροῦ κυανοχρόου.”

Η Επιρροή του Δημήτριου Υψηλάντη

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, αντιλαμβανόμενος την ανάγκη ύπαρξης κοινού «εθνικού σημείου» για τη σωτηρία της πατρίδας, υποστήριζε στις 9 Απριλίου 1822 την αναγκαιότητα να ακολουθήσουν όλοι τη χρήση της γαλανόλευκης και προέτρεπε το “βουλευτικό” να φέρουν τα σώματα στρατού τη νέα σημαία.

Το κυανό και το λευκό ορίστηκαν και πάλι ως χρώματα της σημαίας από τον Νόμο της Επιδαύρου, στη Β΄ Εθνική Συνέλευση, που πραγματοποιήθηκε στο Άστρος το 1823, με το άρθρο νιγ΄, και το 1827 επαναλήφθηκαν στο Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος, της Γ΄ Εθνικής Συνέλευσης στην Τροιζήνα, με το άρθρο 149.

Η απόφαση για τα χρώματα και το σχήμα του «εθνικού σημείου» δεν τεκμηριώνονται επίσημα, ωστόσο έχουν κυριαρχήσει οι ακόλουθες συμβολικές εκδοχές, οι οποίες έχουν σαφείς αναφορές στο υδάτινο και χερσαίο στοιχείο ως ακολούθως:

Το γαλάζιο συμβολίζει τον ουρανό και τη θεϊκή παρέμβαση, ενώ το λευκό παραπέμπει στον αφρό των κυμάτων της θάλασσας, καθώς και στην αγνότητα του αγώνα. Το κυανό παραπέμπει στη ναυτική βράκα και το λευκό στη φουστανέλα. Οι εννέα γαλάζιες και λευκές οριζόντιες λωρίδες συμβολίζουν τις συλλαβές του λεκτικού εμβλήματος “Ελευθερία ή Θάνατος”, καθώς και τη θάλασσα και τους κυματισμούς της.

“Μικρά Τεκμήρια για το ’21”: μια πλειάδα επιστημόνων διαφόρων ειδικοτήτων προσεγγίζει το 1821 μέσα απ’ αυτά. Γλυπτά, έγγραφα, αντικείμενα, νομίσματα και έργα τέχνης γίνονται αφορμή για να φωτιστούν πτυχές της εποχής. Η έκδοση, που θα φτάσει σύντομα στο κοινό μας αρχικά ως e-book και στη συνέχεια θα “δεθεί” σε βιβλίο, αποτελεί μία σύμπραξη της αθηΝΕΑς, των “hιστορισταί” και της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, με την ευγενική χορηγία της Eurolife FFH.

Πηγές

Αγγελίδης Ν., Η Ελληνική Σημαία: ιστορική αυτής εξέλιξη από της Τουρκοκρατίας μέχρι σήμερον, Τυπογραφείον «Πανελλήνιου κράτους», Εν Αθήναις 1909.

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. Α΄, Αθήναι 1857.

Βακαλόπουλος Α., Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Σταμούλης, Αθήνα 2007.

Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Η Ελληνική Σημαία, Αθήνα 2005.

Ξινόπουλος Π.,  Ανδρέας Λόντος, μέρος Α’  1789-1824, Σώμος-Καλλίνης, Πειραιάς 1927.

Φιλήμων Ι., Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Π. Σούτσα και Α. Κτενά, Αθήναι 1859.

Διαβάστε ακόμη στην αθηΝΕΑ:

Η Καρδιά του Υψηλάντη 

Η Σφαγή της Χίου και ο Πίνακας του Eugène Delacroix

Ο “Τελευταίος Άνθρωπος” της Mary Shelley και το 1821

Η Σημαία του Γεωργίου Σισίνη και οι Επαναστατικοί Συμβολισμοί στα Λάβαρα του ’21

Ο Αντώνης Πολυδώρου έχει σπουδάσει Θεολογία στο τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει σπουδάσει Ιστορία στο τμήμα Ιστορίας Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι κάτοχος του μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης ιστορικού ερευνητή με γνώσεις Διδακτικής Μεθοδολογίας και Αξιοποίησης Νέων Τεχνολογιών, του τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER