Μαθησιακοί Τύποι: Το Πιο Σύντομο Επιστημονικό Ανέκδοτο

Η θεωρία των μαθησιακών τύπων στερείται αξιοπιστίας και εγκυρότητας, ενώ η εφαρμογή της στην εκπαίδευση είναι επικίνδυνη. Και όμως υιοθετείται εκτεταμένα.

Κάποιοι μαθαίνουν καλύτερα με τη χρήση οπτικού υλικού. Πρόκειται για τους οπτικούς τύπους. Κάποιοι με τη χρήση ακουστικού υλικού – οι ακουστικοί τύποι. Κάποιοι άλλοι μαθαίνουν κιναισθητικά, με το να πιάνουν και να κάνουν πράγματα. Κάποιοι με την οσμή – μυρίζουν τα βιβλία, τα γράμματα και τα τετράδιά τους. Κάποιοι άλλοι τα τρώνε – πρόκειται για τους γευστικούς τύπους. Και βέβαια αστειεύομαι. Όπως κανείς δεν μαθαίνει καλύτερα μυρίζοντας ή τρώγοντας βιβλία, έτσι και κανείς δεν μαθαίνει καλύτερα με τη χρήση οπτικού ή ακουστικού υλικού. Πρόκειται περί ανέκδοτου. Του πιο σύντομου επιστημονικού ανέκδοτου στο χώρο της εκπαίδευσης.

Είμαστε οι Μαθησιακοί Τύποι και Είμαστε Παντού!

Αρκεί μία γρήγορη αναζήτηση στο διαδίκτυο για να βρει κανείς κάποιο τεστ που θα τον βοηθήσει να αναγνωρίσει το “μαθησιακό του στιλ” (ή αλλιώς “μαθησιακό τύπο”) μέσα σε λίγα λεπτά, και το οποίο θα του υποσχεθεί ότι, αν προσαρμόσει τη μάθησή του σε αυτό το στιλ, θα βελτιώσει τις επιδόσεις του. Δεκάδες βιβλία έχουν γραφτεί, διδακτικές μέθοδοι έχουν αναπτυχθεί και σεμινάρια προσφέρονται κατά κόρον. Όλα αυτά έναντι διόλου ευκαταφρόνητου αντιτίμου, φυσικά. Μια ολόκληρη βιομηχανία αναπτύσσεται και ανθεί.

Αποτέλεσμα αυτής της ανάπτυξης είναι και ότι η πλειονότητα των εκπαιδευτικών διεθνώς πιστεύουν ότι η θεωρία των μαθησιακών στιλ ισχύει. Συγκεκριμένα, πάνω από το 90% των δασκάλων στην Αγγλία και την Ολλανδία πιστεύουν ότι οι “μαθητές μαθαίνουν καλύτερα όταν οι πληροφορίες τους παρουσιάζονται με βάση το προτιμώμενο μαθησιακό τους στιλ”. Αντίστοιχα ποσοστά έχουν βρεθεί σε δασκάλους από την Ισπανία  και σε δική μας έρευνα στην Ελλάδα. Μάλιστα, σε κάποια σχολεία οι δάσκαλοι ζητούν από τους μαθητές να φορέσουν μπλούζες με τα γράμματα “V”, “A” και “K” (Visual, Auditory, και Κinesthetic, δηλαδή, Οπτικός, Ακουστικός, Κιναισθητικός), για να τους αναγνωρίζουν ευκολότερα!

Δεν είναι καθόλου περίεργη η εξάπλωση της θεωρίας των μαθησιακών στιλ. Ένας κόσμος στον οποίο όλοι οι μαθητές είναι ικανοί για καλές (αν όχι εξαιρετικές) επιδόσεις, αρκεί ο δάσκαλος να προσαρμοστεί στο μαθησιακό τους στιλ, είναι ένας κόσμος ιδανικά πλασμένος. Δυστυχώς, όμως, αν και όντως υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στους μαθητές που επηρεάζουν τον τρόπο που μαθαίνουν (όπως τα κίνητρά τους ή η νοημοσύνη τους), η θεωρία των μαθησιακών στιλ δεν ισχύει.

Παρότι Είμαστε Μυθικές Φιγούρες…

Ήδη από το 2002, το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας και Καινοτομίας του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξη (Ο.Ο.Σ.Α) έχει αναγνωρίσει και κατηγοριοποιήσει τη θεωρία των μαθησιακών στιλ ως νευρομύθο. Πράγματι, η ακαδημαϊκή κριτική στη θεωρία των μαθησιακών στιλ είναι εκτεταμένη (π.χ. ρίξτε μια ματιά εδώεδώ και εδώ).

Για παράδειγμα, οι Kratzig και Arbuthnott σε έρευνά τους που δημοσιεύτηκε το 2006, βρήκαν ότι δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στην επίδοση σε οπτικές, ακουστικές και κιναισθητικές εκδοχές τεστ μνήμης, ανάλογα με τον “τύπο” του μαθητή. Με άλλα λόγια, οι “οπτικοί τύποι” δεν μαθαίνουν καλύτερα πληροφορίες που μεταφέρονται με τη χρήση οπτικού υλικού σε σχέση με τους “ακουστικούς τύπους”, οι “ακουστικοί τύποι” δεν μαθαίνουν καλύτερα πληροφορίες που μεταφέρονται με τη χρήση ακουστικού υλικού και ούτω καθεξής.

Πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι η θεωρία των  μαθησιακών τύπων δεν είναι εφαρμόσιμη; Ακόμη κι αν αυτή υποστηριζόταν από ερευνητικά ευρήματα (κάτι το οποίο όπως είδαμε ότι δεν ισχύει), για να μπορέσει ένας δάσκαλος να προσαρμόσει τη διδασκαλία του στη θεωρία των μαθησιακών στιλ, θα πρέπει (1) να μπορεί να κατανοήσει τη θεωρία των μαθησιακών στιλ και (2) να μπορεί να αξιολογήσει το μαθησιακό στιλ του κάθε μαθητή πριν τον αντιστοιχίσει σε μία κατηγορία. Άρα, οι προϋποθέσεις για να εφαρμοστεί η θεωρία των μαθησιακών στιλ είναι η ύπαρξη (1) ενός ξεκάθαρου εννοιολογικού ορισμού τους και (2) ενός αξιόπιστου και έγκυρου τρόπου μέτρησής τους. Πόσες από αυτές τις προϋποθέσεις ικανοποιούνται; Καμία!

Προϋπόθεση 1: Είμαστε Δυο, Είμαστε Τρεις, Είμαστε Χίλιοι Δεκατρείς

Οι τυπολογίες (και οι αντίστοιχες θεωρίες) που έχουν προταθεί για τα μαθησιακά στυλ δεν είναι ούτε μία ούτε δύο. Ευτυχώς, ούτε χίλιες δεκατρείς – είναι όμως 71.

Κάποιοι μιλάνε για οπτικούς, ακουστικούς και κιναισθητικούς τύπους, οι οποίοι μαθαίνουν καλύτερα βλέποντας και διαβάζοντας, ακούγοντας και μιλώντας, ή πιάνοντας και κάνοντας, αντίστοιχα.  Μία άλλη κατηγοριοποίηση μιλάει για “ακτιβιστές” (activists), οι οποίοι επιζητούν καινούργιες εμπειρίες, “αναστοχαστές” (reflectors), οι οποίοι αποστασιοποιούνται και παρατηρούν, “θεωρητικούς” (theorists) που σκέφτονται με λογικό/αναλυτικό τρόπο και “πραγματιστές” (pragmatists) που εφαρμόζουν τις ιδέες τους στον πραγματικό κόσμο. Κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι και η θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης του Gardner εμπίπτει στους μαθησιακούς τύπους, όπως και το τυπολόγιο των Myers-Briggs. Άλλοι μιλάνε για άτομα που χρησιμοποιούν το δεξί σε αντιδιαστολή με το αριστερό ημισφαίριο (κάτι αδύνατο βιολογικά!), άτομα που σκέφτονται σε αντιδιαστολή με άτομα που νιώθουν, για ολιστικούς σε αντιδιαστολή με σειριακούς τύπους κ.λπ.

Ανάμεσα, λοιπόν, στις διάφορες τυπολογίες μαθησιακών τύπων, οι διαφορές είναι πιο πολλές από τις ομοιότητες. Αναλογιστείτε μόνο ότι στην κατηγοριοποίηση σε ακτιβιστές, θεωρητικούς, πραγματιστές και αναστοχαστές δεν γίνεται καν λόγος για αισθήσεις (π.χ. ακουστικός και οπτικός τύπος).

Προϋπόθεση 2: Εν Τίνι Μέτρω

Τα περισσότερα μοντέλα μαθησιακών στιλ δεν τοποθετούν τη μάθηση σε συγκεκριμένα μαθησιακά πλαίσια, και έτσι δεν αποτελεί έκπληξη ότι οι τρόποι αξιολόγησης που βασίζονται σε αυτά τα μοντέλα δεν είναι ακριβείς ή αξιόπιστοι.

Για παράδειγμα, η πρώτη ερώτηση του  Paragon Learning Style Inventory είναι: “όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος με μία καινούργια κατάσταση, προτιμάς (α) να τη δοκιμάσεις αμέσως και να μάθεις κάνοντας ή (β) προτιμάς πρώτα να παρακολουθείς και μετά να δοκιμάζεις”; Ή από το ερωτηματολόγιο των Sternberg-Wagner (Self-Assessment Inventory on the Conservative Style): “όταν αντιμετωπίζω ένα πρόβλημα, μου αρέσει να το λύνω με κάποιον παραδοσιακό τρόπο”.​ Είναι όμως δύσκολο έως αδύνατο να απαντήσει κανείς σε αυτές τις ερωτήσεις αν δεν γνωρίζει τι επιδιώκει να μάθει ο μαθητής. Εσείς θα χρησιμοποιούσατε την ίδια τεχνική για να μάθετε μια ξένη γλώσσα, να μάθετε άλγεβρα ή να μάθετε να εκτελείτε ασκήσεις ενόργανης γυμναστικής ή μια συνταγή;

Άλλα προβλήματα γενικής φύσης στη χρήση ερωτηματολογίων είναι ότι τα άτομα σπάνια μπορούν να κατηγοριοποιήσουν τη  δική τους συμπεριφορά με ακρίβεια ή αντικειμενικότητα, μπορεί να μην έχουν αναλογιστεί ποτέ πώς μαθαίνουν ή μελετούν, ή μπορεί να δίνουν κοινωνικά αποδεκτές απαντήσεις (με άλλα λόγια να λένε σε όσους χορηγούν τα ερωτηματολόγια αυτό που νομίζουν ότι θέλουν να ακούσουν).

Και Πού Είναι το Πρόβλημα;

Καταρχάς το να χρησιμοποιούμε μόνο οπτικό, ακουστικό ή κιναισθητικό υλικό (ανάλογα με τον “τύπο” μας) είναι σίγουρα πολύ βαρετό. Αλλά υπάρχουν και άλλα, σημαντικότερα προβλήματα. Γι’ αυτό και το Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Educational Endowment Foundation  του Ηνωμένου Βασιλεί​ου, το Μάιο του 2017, ανέφερε ότι τα μαθησιακά στιλ δεν είναι απλώς μια αθώα, εσφαλμένη αντίληψη, αλλά μπορεί να είναι επιβλαβής. Συγκεκριμένα:

1. Σύμφωνα με μια επιστολή  στο Guardian που υπέγραψαν τριάντα παγκοσμίου φήμης καθηγητές Νευροεπιστημών, Ψυχολογίας και Εκπαίδευσης, η υιοθέτηση των μαθησιακών στιλ “μπορεί να δημιουργήσει μια ψευδή εντύπωση των ικανοτήτων των ατόμων, οδηγώντας σε προσδοκίες και δικαιολογίες που είναι επιζήμιες για τη μάθηση εν γένει, μακροπρόθεσμα”. Μια τέτοια προσδοκία είναι ότι  όλοι ο μαθητές είναι ικανοί για καλές (αν όχι εξαιρετικές) επιδόσεις, αρκεί ο δάσκαλος να προσαρμοστεί στο μαθησιακό τους στιλ.

2. Η κατηγοριοποίηση των μαθητών βάσει ενός υποτιθέμενου τρόπου μάθησης ενέχει τον κίνδυνο να προκύψουν σταθερές ή άκαμπτες πεποιθήσεις για την μάθηση, οι οποίες δύνανται να αποθαρρύνουν τον μαθητή από την προσαρμογή του σε νέες προκλήσεις, πόσο μάλλον από την πρωτοβουλία αναζήτησης τέτοιων νέων  προκλήσεων. Με άλλα λόγια, αν κάτι δεν συμβαδίζει με το μαθησιακό μου στιλ, δεν μπορώ να το μάθω (και έτσι δεν προσπαθώ).

3. Επιπλέον, το να ομαδοποιούνται οι μαθητές σε κατηγορίες που δεν υποστηρίζονται επιστημονικά, μπορεί να περιορίσει την εκπαίδευση που τους παρέχεται από τους ίδιους τους δασκάλους. Με άλλα λόγια, η πίστη στα μαθησιακά στιλ παρακινεί τους δασκάλους να προσαρμόσουν τις διδακτικές τους πρακτικές στα δυνατά σημεία των μαθητών τους (π.χ. επεξεργασία οπτικού υλικού για τους “οπτικούς τύπους”), αντί να δουλεύουν τις αδυναμίες τους και να προσπαθούν να ανακαλύψουν στρατηγικές για να τις αντιμετωπίσουν. Αυτή όμως η αντιμετώπιση -όχι μόνο στα πλαίσια των μαθησιακών τύπων, αλλά γενικότερα ως φιλοσοφία μάθησης- μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ για τους μαθητές. Οι μαθητές πρέπει να δουλεύουν πάνω στις αδυναμίες τους, όχι να τις αποφεύγουν. Μη ξεχνάμε ότι η ζωή μετά το σχολείο δεν προσαρμόζεται πάντα στα δικά μας προτιμώμενα στιλ. Η καλή εκπαίδευση πρέπει να μας βοηθάει να προσαρμοζόμαστε στις προκλήσεις της πραγματικής ζωής.

4. Οι δάσκαλοι που αποδέχονται τους μαθησιακούς τύπους σχηματίζουν μη ευέλικτες πεποιθήσεις για τις ικανότητες των μαθητών τους και, ακόμα χειρότερα, προβαίνουν σε ένα καινούργιο είδος στερεοτυποποίησης των μαθητών.

5. Μερικά προγράμματα που βασίζονται στην αντίληψη περί μαθησιακών στιλ είναι αρκετά ακριβά, και ενδεχομένως στερούν  τη χρηματοδότηση από άλλες, πιο χρήσιμες και αποτελεσματικές πρακτικές.

6. Η ίδια η χρήση της θεωρίας των μαθησιακών στιλ, αφαιρεί χρόνο και ενέργεια από τους δασκάλους, που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πιο αποτελεσματικά σε άλλες, πιο αποτελεσματικές πρακτικές (π.χ. αναγνώριση και αντιμετώπιση μαθησιακών δυσκολιών των μαθητών τους).

7. Η πολυπλοκότητα της μάθησης αντιμετωπίζεται με απλοϊκό τρόπο, ενώ η κριτική σκέψη, οι ακαδημαϊκές σπουδές και ο ερευνητικός εγγραμματισμός στο πλαίσιο της εκπαίδευσης των δασκάλων διακυβεύεται επικίνδυνα.

Και Τώρα Τι;

Όσοι είναι στο χώρο της εκπαίδευσης ξέρουν ότι υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στους μαθητές. Διαφορές νοημοσύνης, κινήτρων, ύπαρξης ή μη μαθησιακών δυσκολιών, ακόμα και διαφορές στο αν αντιμετωπίζουν ή όχι οικογενειακά προβλήματα. Εκεί λοιπόν είναι που πρέπει οι δάσκαλοι να εστιάζουν την προσοχή και την ενέργειά τους.

Όσο για τον ισχυρισμό ότι οι μαθητές μαθαίνουν καλύτερα αν η διδασκαλία προσαρμοστεί στο μαθησιακό τους στιλ…  το άλλο με τον Τοτό το ξέρετε;

Αρθρογράφος

Η Μαριέττα Παπαδάτου-Παστού είναι Διδάκτωρ Νευροψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και είναι Λέκτορας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Σχολιασμός

Σχολιασμός