Κάθε συνταγματική αναθεώρηση ξεκινά με τον ίδιο, ανακουφιστικό ισχυρισμό: ότι ήρθε η ώρα να διορθώσουμε παθογένειες, να κλείσουμε εκκρεμότητες, να ενισχύσουμε την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Και πράγματι, πολλές από τις αλλαγές που έθεσε στο τραπέζι νωρίτερα σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μέσα από το διάγγελμά του για την έναρξη αυτής της κορυφαίας δημοκρατικής διαδικασίας, απαντούν σε πραγματικά και διαχρονικά προβλήματα του ελληνικού κράτους: την ευθύνη υπουργών, τη λειτουργία του Δημοσίου, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν όλα αυτά είναι σημαντικά. Είναι. Πρέπει να είναι κάποιος παντελώς ανενημέρωτος, προκατειλημμένος ή οπισθοδρομικός για να ισχυριστεί το αντίθετο.
Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: είναι αρκετά;
Διότι οι συνταγματικές αναθεωρήσεις, σχεδόν από τη φύση τους, έχουν μια εγγενή αδυναμία: κοιτούν προς τα πίσω. Αντλούν τα συμπεράσματά τους από τις εντάσεις, τα αδιέξοδα και τις αποτυχίες του παρελθόντος και επιχειρούν να τα διορθώσουν με τη σοφία της εμπειρίας. Προκύπτουν από τον εντοπισμό των πεδίων εκείνων στα οποία το υφιστάμενο συνταγματικό πλαίσιο αποδείχθηκε ανεπαρκές, ακατάλληλο ή υπερβολικά περιοριστικό − για να το φέρουν στα μέτρα του σήμερα, με την ελπίδα ότι θα επαρκεί και για το αύριο.
Αυτό είναι θεμιτό. Αλλά σε έναν κόσμο που αλλάζει γραμμικά − όχι εκθετικά.
Αυτό που ξέρουμε με βεβαιότητα είναι ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί θα δοκιμαστούν − και όχι σταδιακά, αλλά απότομα και άγρια.
Ο κόσμος του 2026, όμως, δεν αλλάζει γραμμικά.
Το Σύνταγμα της Ελλάδας του 1975 έχει αναθεωρηθεί επίσημα τέσσερις φορές από τότε που τέθηκε σε ισχύ: το 1986, το 2001, το 2008 και το 2019. Η πιο εκτεταμένη αναθεώρηση έγινε το 2001, η πιο πρόσφατη πριν από επτά χρόνια. Με βάση τον ιστορικό ρυθμό, το Σύνταγμα αναθεωρείται περίπου κάθε 10-13 χρόνια. Με βάση τον ίδιο ρυθμό, η επόμενη Συνταγματική Αναθεώρηση θα αφορά έναν κόσμο γύρω στο 2036.
Δεν έχουμε ιδέα πώς θα μοιάζει ο κόσμος του 2036.
Οριακά −και ίσως ακόμη πιο ανησυχητικά− δεν έχουμε ιδέα ούτε πώς θα μοιάζει ο κόσμος του 2030. Αν διαβάσετε ένα μόνο πράγμα σήμερα ας είναι το μανιφέστο −ή, πιο σωστά, η σειρήνα κινδύνου− του Dario Amodei, διευθύνοντος συμβούλου της Anthropic (της εταιρείας που αναπτύσσει ένα από τα ισχυρότερα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης αυτή τη στιγμή), για τον κίνδυνο η superintelligence να προκαλέσει ζημιά σε κλίμακα πολιτισμού στο άμεσο μέλλον.
Με άλλα λόγια, δεν ξέρουμε: Πώς θα έχει αναδιαμορφωθεί η εργασία από την τεχνητή νοημοσύνη. Πώς θα πιεστούν τα δημοκρατικά πολιτεύματα από αλλεπάλληλες κρίσεις. Πώς θεσμοί όπως η ανεξαρτησία του Τύπου θα λειτουργούν σε ένα περιβάλλον ανεξέλεγκτων κοινωνικών δικτύων, deepfakes και αμφισβήτησης ακόμη και της ίδιας της πραγματικότητας. Πώς θα λειτουργεί το κράτος σε συνθήκες μόνιμης και ακραίας κλιματικής αστάθειας ή εκρηκτικής γεωπολιτικής ρευστότητας.
Αυτό που ξέρουμε με βεβαιότητα είναι ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί θα δοκιμαστούν − και όχι σταδιακά, αλλά απότομα και άγρια.
Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος.
Η δημοκρατία δεν καταρρέει μόνο από κακές προθέσεις. Καταρρέει και όταν τα θεσμικά της εργαλεία γίνονται ανεπαρκή, άκαμπτα ή αναχρονιστικά μπροστά σε νέες πραγματικότητες. Όταν οι πολίτες διαπιστώνουν ότι το θεσμικό πλαίσιο δεν μπορεί να απαντήσει στις ανάγκες της εποχής τους, αρχίζουν να το παρακάμπτουν − ή να το αμφισβητούν συνολικά.
Για να επιβιώσει η δημοκρατία, πρέπει να επιβιώσουν οι θεσμοί. Και για να επιβιώσουν οι θεσμοί, πρέπει να επιβιώσει το ίδιο το θεσμικό τους πλαίσιο.
Πρέπει, άραγε, να είναι εξίσου δύσκολη κάθε αναθεώρηση, ανεξαρτήτως συγκυρίας; Υπάρχουν πεδία −τεχνολογικά, περιβαλλοντικά, θεσμικά− όπου απαιτείται ταχύτερη προσαρμογή, αλλά με αυξημένες συναινέσεις;
Αυτό μας οδηγεί σε ένα δύσκολο, ίσως άβολο ερώτημα: Μήπως η πιο κρίσιμη συνταγματική αναθεώρηση δεν αφορά τόσο το τι όσο το πώς, στο εξής, θα αναθεωρούμε;
Σήμερα, το Σύνταγμα είναι ένα εξαιρετικά ανθεκτικό κείμενο. Αλλά η ανθεκτικότητα χωρίς προσαρμοστικότητα μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη. Σε έναν κόσμο επιταχυνόμενων αλλαγών, η ακινησία δεν είναι ουδετερότητα − είναι ρίσκο.
Ίσως χρειαζόμαστε περισσότερους «βαθμούς ελευθερίας». Όχι ανεξέλεγκτη ευελιξία − αυτή, στα λάθος χέρια, μπορεί να αποβεί καταστροφική. Αλλά μηχανισμούς προσαρμογής ενσωματωμένους στο ίδιο το συνταγματικό πλαίσιο. Δικλείδες ασφαλείας που θα επιτρέπουν στο σύστημα να απορροφά κραδασμούς πριν αυτοί εξελιχθούν σε θεσμικές κρίσεις.
Πρέπει, άραγε, να είναι εξίσου δύσκολη κάθε αναθεώρηση, ανεξαρτήτως συγκυρίας; Υπάρχουν πεδία −τεχνολογικά, περιβαλλοντικά, θεσμικά− όπου απαιτείται ταχύτερη προσαρμογή, αλλά με αυξημένες συναινέσεις; Μπορεί να προβλεφθεί ένας μηχανισμός «έκτακτης θεσμικής προσαρμογής» που να ενεργοποιείται μόνο υπό αυστηρές, διαφανείς και συλλογικά ελεγχόμενες προϋποθέσεις;
Αν δεν απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα σήμερα −δύσκολα, άβολα και δυνητικά επικίνδυνα− κινδυνεύουμε να κάνουμε αυτό που κάνουμε πάντα: Να θωρακίσουμε το Σύνταγμα απέναντι στα λάθη που ήδη γνωρίζουμε και να το αφήσουμε εκτεθειμένο σε εκείνα που δεν μπορούμε ακόμη να φανταστούμε.
Η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση είναι πράγματι μια ευκαιρία συναινέσεων. Αλλά όχι μόνο για επιμέρους άρθρα. Κυρίως για μια κοινή παραδοχή: Ότι ο κόσμος αλλάζει ταχύτερα από τα συνταγματικά μας αντανακλαστικά.
Το πραγματικό στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα κάνουμε μια «γενναία» αναθεώρηση.
Είναι αν θα κάνουμε μια διορατική αναθεώρηση. Μια αναθεώρηση που δεν θα προσπαθεί απλώς να διορθώσει το παρελθόν, αλλά να αποτρέψει την απαξίωση του μέλλοντος. Γιατί, σε τελική ανάλυση, το πιο επικίνδυνο πράγμα για μια δημοκρατία είναι η αδυναμία να αντιδράσει όταν το έδαφος αλλάζει κάτω από τα πόδια της.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Βρισκόμαστε σε Φούσκα AI; Το Hype και η Ελληνική Παγίδα


