Όχι Λάθη, Πάντα Λάθη*

Ας ξεκινήσουμε με το “Slumdog Millionaire” (2008), τη σαγηνευτική ταινία του Danny Boyle που βραβεύτηκε εκείνη τη χρονιά με 8 Όσκαρ. Τι αφορά η ταινία και γιατί τελικά το κοινό “ταυτίστηκε” μαζί της σε τέτοιο βαθμό; Το σενάριο ακολουθεί έναν ήρωα του οποίου η ζωή μοιάζει να έχει βγει από το τηλεπαιχνίδι “Who Wants to be a Millionaire”. Αυτό που διατηρεί την αγωνία αμείωτη είναι φυσικά οι διαδοχικές σωστές απαντήσεις που δίνει ο πρωταγωνιστής στη διάρκεια του παιχνιδιού, που έχουν όλες, μία προς μία, ξεκάθαρα βιωματικό χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, ο πρωταγωνιστής έχει ήδη βιώσει στο παρελθόν του κάθε ένα από τα περιστατικά που σχετίζονται με την ερώτηση την οποία καλείται να απαντήσει, έχοντας έτσι το πλεονέκτημα να αποκλείσει τις άλλες εναλλακτικές, χωρίς να κάνει “λάθος”. Ωστόσο, είναι αυτός ο τρόπος να αποφύγουμε να κάνουμε λάθη; Άραγε πρέπει να έχουμε βιώσει μια κατάσταση, ώστε να τη γνωρίζουμε;

Ένα μεγάλο μέρος της συμπεριφοράς μας, η συντελεστική συμπεριφορά ή η συμπεριφορά που αλλάζει το περιβάλλον, συμβαίνει ως εξής: ένα ερέθισμα (Διακριτικό Ερέθισμα) προξενεί μια συμπεριφορά (Δράση) και αυτή είτε παράγει/ή τερματίζει ένα ερέθισμα (θετικό ή αρνητικό ενισχυτή), είτε δεν παράγει/δεν τερματίζει ένα ερέθισμα (εξάλειψη της θετικής ενίσχυσης/εξάλειψη της αρνητικής ενίσχυσης) – αλλιώς αναφέρεται ως συνάρτηση τριών όρων. Έτσι, για παράδειγμα, στην παρουσία ενός σήματος “STOP” θα πατήσουμε το φρένο και όχι το γκάζι, στην παρουσία μιας κλειδαριάς, η χρήση ενός συγκεκριμένου κλειδιού θα την ανοίξει, ενώ άλλα κλειδιά δε θα την ανοίξουν, όπως επίσης ο Andy Dufresne, στην παρουσία της αφίσας της Rita Hayworth, κατάφερε και σκάλισε τον τοίχο, ώστε να τερματιστεί η παρουσία του στη φυλακή (“The Shawshank Redemption”, 1994).

Επομένως, οι συνέπειες αλλάζουν την τάση του ατόμου να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που τις επέφερε. Η ρύθμιση της συμπεριφοράς μας με άλλα λόγια, είναι το αποτέλεσμα της μακροπρόθεσμης, συνεχούς και δυναμικής αλληλεπίδρασής της με γεγονότα που την περιβάλλουν. Κάνουμε λοιπόν λάθη όταν μια συμπεριφορά δεν είναι η πιο λειτουργική σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο και έτσι είτε δεν ενισχύεται (δηλαδή δεν παράγει ένα θετικό ενισχυτή ή δεν τερματίζει έναν αρνητικό ενισχυτή), είτε τιμωρείται (παράγοντας έναν αρνητικό ενισχυτή ή τερματίζοντας έναν θετικό ενισχυτή), είτε αν δεν αντιστοιχεί σε έναν κανόνα – σε πιο συμβολικό επίπεδο, αυτό πραγματεύεται και “Το Λάθος” του Αντώνη Σαμαράκη (1965).

Η ρύθμιση της συμπεριφοράς μας με άλλα λόγια, είναι το αποτέλεσμα της μακροπρόθεσμης, συνεχούς και δυναμικής αλληλεπίδρασής της με γεγονότα που την περιβάλλουν.

Οι ταινίες τρόμου, με τις διάφορες υποκατηγορίες τους, συνηθίζουν να χτίζουν το σενάριο και τους χαρακτήρες στην τιμωρία ενός μοιραίου και τραγικού λάθους που έκανε ένας εξ αυτών και έτσι πρέπει όλοι να “πληρώσουν το τίμημα” της αφέλειάς τους. Έτσι μπορεί ένας από τους ήρωες να κολύμπησε στα λάθος νερά (“Jaws”, 1975), να παρευρέθηκε στη λάθος σχολή χορού (“Suspiria”, 1977), να πήρε τη λάθος στροφή σε έναν ερημικό δρόμο (“Wrong Turn”, 2003), να διάβασε το λάθος κείμενο από το λάθος βιβλίο (“Cabin in the Woods”, 2011) ή να άνοιξε το λάθος υπόγειο (“Annabelle”, 2019).

Κάτι που είναι σημαντικό να σημειωθεί, είναι ότι μπορεί να κάνουμε λάθη, δηλαδή μη λειτουργικές συμπεριφορές, αλλά η συμπεριφορά δεν είναι ποτέ “λανθασμένη”, καθώς κάθε μορφή συμπεριφοράς που εμφανίζεται έχει ενισχυθεί ή τιμωρηθεί στο παρελθόν (ή μια πλησιέστερη μορφή της στην ίδια συντελεστική τάξη, δηλαδή μορφών δράσης που έχουν κοινή αποτελεσματικότητα). Αν, για παράδειγμα, στην ερώτηση “1 + x = 3”, κάποιος μας απαντούσε πως x = “two”, “deux”, ή “due”, δε θα λέγαμε ότι απάντησε “λάθος”, ούτε ότι “δεν ξέρει από βασική αριθμητική”, αλλά θα αποδίδαμε την ερμηνεία στο ότι ο ερωτώμενος δεν έχει αποκτήσει το ελληνόγλωσσο ρεπερτόριο αρίθμησης σε σχέση με κάποια άλλα. Δηλαδή, θα ερμηνεύαμε τη συμπεριφορά του με βάση το ιστορικό ενίσχυσης του ατόμου.

Ωστόσο, ένα τέτοιο παράδειγμα ίσως να είναι λίγο επιφανειακό. Σε άλλες καταστάσεις, η προέλευση της συμπεριφοράς μας μπορεί να μην είναι τόσο προσεγγίσιμη, οπότε είναι ίσως πιο εύκολο να μην επιμείνουμε στην αιτία της σε φυσικά γεγονότα της διαμόρφωσής της. Ακόμα και σε καταστάσεις που μας φαίνονται επιφανειακά ακατανόητες, όμως, αν θέλουμε να ερμηνεύσουμε μια μορφή συμπεριφοράς, θα πρέπει να αναλύσουμε, είτε τι παράγει, είτε τι τερματίζει. Με άλλα λόγια, να διερευνήσουμε ποια είναι η προέλευση μιας συμπεριφοράς.

Με ένα τέτοιο σκεπτικό, οι συμπεριφορές πάντοτε ερμηνεύονται ως απόλυτα φυσιολογικές και λογικές για την εμφάνισή τους, δηλαδή όχι λανθασμένες, ούτε ελαττωματικές – είναι απλά αυτό που είναι. Με άλλα λόγια: “I did what I had to do, I did it my way” (“My Way”, Frank Sinatra, 1969).

Όταν τα λάθη τιμωρούνται, αυτό που τιμωρείται στην πραγματικότητα είναι η συμπεριφορά και όχι το άτομο.

Στην καθημερινή ζωή, έχουμε την τάση να τιμωρούμε τα λάθη μας ή αυτά των άλλων, και να τα χαρακτηρίζουμε με τρόπο που προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα. Ταυτίζουμε για παράδειγμα τα λάθη με λέξεις όπως: “αποτυχία”, “ανικανότητα”, “ανεπίτρεπτο”, “απαράδεκτο”, “σφάλμα”, “ελάττωμα” κ.λπ. (“words like violence, they are very unnecessary, they can only do harm”, “Enjoy the Silence”, Depeche Mode, 1980), κάνοντας μάλιστα μια επαγωγή στην προσωπικότητα του ατόμου που τα πράττει, σαν να είναι “στοιχείο του” (“I was born with the wrong sign, there is something wrong with me chemically”, “Wrong”, Depeche Mode, 2009).

Εν γένει, η παραγωγή ταινιών εντάσσει στη θεματολογία των χαρακτήρων της ήρωες “James Bond” ή μιας ομάδας του τύπου “Ocean’s Eleven” (όπως π.χ. στις ταινίες “Now Υou See Me”, 2013 & 2016) που φαίνεται να μην κάνουν λάθη σχεδόν ποτέ, ή ήρωες με στοιχεία τελειομανίας (“American Psycho”, 2000), ή εξαιρετικών “ταλέντων”, αλάνθαστων σε τομείς όπως τα μαθηματικά (“Pi”, 1998 & “Good Will Hunting”, 1997), τη μουσική (“Amadeus”, 1984 & “Whiplash”, 2014) ή την κοινωνική αλληλεπίδραση (“The Wolf of Wall Street”, 2013 & “Men, Women & Children”, 2014), ή ήρωες που πρέπει να αντεπεξέλθουν σε μια τέτοια κατάσταση οδυνηρά υπερβολικής απαίτησης προς την τελειότητα (“Dead Poet Society”, 1989 & “The Little Prince”, 2015).

Σε ρεπερτόρια συμπεριφορών που χαρακτηρίζονται ως “χαμηλή αυτοεκτίμηση”, “φόβος απόρριψης”, “τελειομανία” ή “ενοχές”, τα άτομα συνήθως εμφανίζουν συμπεριφορές αυξημένης αυτοπαραγωγής επώδυνων ερεθισμάτων και χαρακτηρισμών για τη συμπεριφορά τους, όταν υπάρχει η πιθανότητα να κάνουν λάθη σε καταστάσεις κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Όταν τα λάθη τιμωρούνται, αυτό που τιμωρείται στην πραγματικότητα είναι η συμπεριφορά και όχι το άτομο.

Χαρακτηρισμοί σε στοιχεία προσωπικότητας ενός ατόμου με αναφορές σε ελαττώματα δεν είναι ωφέλιμη, αν υποστηρίζουμε ότι η συμπεριφορά διαρκώς μεταβάλλεται και άρα μια συμπεριφορά που δεν είναι λειτουργική, μπορεί εύκολα να αλλάξει. Άλλωστε, η συμπεριφορά μας διαμορφώνεται μέσω ενίσχυσης μιας μορφής δράσης και μη ενίσχυσης άλλων (αναφέρεται ως διαφορική ενίσχυση), πράγμα που σημαίνει ότι όντως τα λάθη μας είναι απαραίτητα έως αυτονόητα για τη διαμόρφωσή της. Ας σκεφτούμε τα λόγια που τραγούδησε με την ιδιαίτερα όμορφη φωνή της, η Tina Turner: “I don’t care who’s wrong or right, I don’t really want to fight no more” (“I Don’t Want to Fight”, Tina Turner, 1993).

* Ο τίτλος του άρθρου είναι από το ομώνυμο άλμπουμ των Χειμερινών Κολυμβητών.

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
-
-

Ο Μίνως Ντίνας γεννήθηκε στο Μπρίστολ το 1995 και μεγάλωσε στη Λάρισα. Σπούδασε Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπου και συνεχίζει τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο ΠΜΣ "Ψυχολογία", με ειδίκευση "Εφαρμοσμένη Γνωστική και Αναπτυξιακή Ψυχολογία". H ενασχόληση με τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία και τη μουσική αποτελούν τα βασικά ενδιαφέροντά του.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER