Ταϊλάνδη: Πίσω από τον Παράδεισο, οι Άνθρωποι

Ταϊλάνδη

Η ώρα είναι 06:30, όταν ο ήχος του ταχύπλοου που μεταφέρει είκοσι άτομα σπάει τη σιωπή της αυγής, καθώς διασχίζει τη Θάλασσα Andaman. Είμαι ο μόνος που τολμά να καθίσει στην πλώρη. Μπροστά μου ξεπροβάλλουν απόκοσμα οι βράχοι που σχηματίζουν το σύμπλεγμα των Phi Phi Islands και στο μυαλό μου ήδη παίζει μουσική του Moby.

ΤαϊλάνδηΉταν το 2000 όταν η ταινία με τον ανερχόμενο τότε Leonardo DiCaprio κατάφερε να μετατρέψει μια παραλία της Ταϊλάνδης, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, σε μία από τις πιο διάσημες του κόσμου. Η Maya Bay αργότερα παρέμεινε αναγκαστικά κλειστή για αρκετά χρόνια, εξαιτίας της ανεξέλεγκτης τουριστικής ανάπτυξης και των σοβαρών επιπτώσεων που είχε αυτή στη χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής. Ακόμη και η ίδια η ταινία είχε προκαλέσει αντιδράσεις, εξαιτίας των παρεμβάσεων από την εταιρεία παραγωγής στο φυσικό τοπίο κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.

Ως πρώτοι επισκέπτες που φτάνουμε στο εθνικό πάρκο εκείνο το πρωινό, αντικρίζουμε την παραλία άδεια. Ο χρόνος μας όμως είναι περιορισμένος: μόλις μια ώρα και χωρίς να επιτρέπεται το μπάνιο. Ευτυχώς, αργότερα το σκάφος μας αφήνει λίγο πιο έξω από τον κόλπο, όπου βουτάμε στα νερά, τόσο ζεστά που μου θυμίζουν Χαλκιδική.

Ταϊλάνδη

ΤαϊλάνδηΗ Ταϊλάνδη ήταν μία από τις πρώτες ασιατικές χώρες που αναπτύχθηκαν τουριστικά. Η φιλελεύθερη και φιλόξενη κοινωνία της, σε συνδυασμό με τη φυσική ομορφιά και το χαμηλό κόστος ζωής, προσέλκυσαν γρήγορα επισκέπτες από ολόκληρο τον κόσμο, οδηγώντας σε εντυπωσιακή ανάπτυξη των υποδομών. Η πορεία αυτή διακόπηκε απότομα την επομένη των Χριστουγέννων του 2004, όταν η λέξη τσουνάμι μπήκε βίαια στη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Τεράστιες παράκτιες εκτάσεις γύρω από τον Ινδικό ωκεανό καταστράφηκαν, οδηγώντας στον θάνατο περίπου 230.000 ανθρώπους σε δεκατέσσερις χώρες και προκαλώντας μία από τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές του 21ου αιώνα.

Η τουριστική υποδομή πολλών χωρών που βασίζονταν στον τουρισμό, ανάμεσά τους και η Ταϊλάνδη, έπρεπε ουσιαστικά να ξαναχτιστεί από την αρχή. Παρά την τραγωδία, η ανοικοδόμηση δημιούργησε νέες ευκαιρίες για σύγχρονες εγκαταστάσεις και ξενοδοχειακά συγκροτήματα, οδηγώντας τελικά σε μια νέα περίοδο τουριστικής ανάπτυξης. Σήμερα, με εξαίρεση λίγα ξεχασμένα μνημεία και ορισμένες προειδοποιητικές πινακίδες στις παραλίες, ελάχιστα θυμίζουν την καταστροφή που συγκλόνισε την περιοχή πριν από είκοσι χρόνια.

Ταϊλάνδη

Στο Πουκέτ

Η πρώτη μου επαφή με τη χώρα γίνεται στο Πουκέτ. Η διαδρομή από το αεροδρόμιο προς το ξενοδοχείο μοιάζει με ένα ατέλειωτο πανηγύρι: άναρχη κίνηση, έντονα χρώματα, φώτα, μυρωδιές και δεκάδες καταστήματα, τα περισσότερα προσανατολισμένα στους τουρίστες. Για πρώτη φορά μου έρχεται στο μυαλό η λέξη «ταϊλανδοποίηση», ένας όρος που χρησιμοποιείται συχνά στην Ελλάδα για να περιγράψει το φαινόμενο που παρατηρείται σε ορισμένα νησιά, όπως η Μύκονος, όπου ένας τόπος χάνει σταδιακά τη φυσική του ταυτότητα και προσαρμόζεται σχεδόν αποκλειστικά στις ανάγκες του τουρισμού, δημιουργώντας έναν κόσμο αποκομμένο από την καθημερινότητα των ντόπιων.

Ταϊλάνδη

Παρ’ όλα αυτά, μπορώ εύκολα να καταλάβω τη γοητεία του μέρους. Φτάνοντας στο ξενοδοχείο και αντικρίζοντας μια εντυπωσιακή θάλασσα μαζί με ιδιωτική πισίνα, συνειδητοποιώ ότι η τιμή αντιστοιχεί περίπου σε ένα απλό δωμάτιο μεσαίας κατηγορίας σε κάποια ευρωπαϊκή πόλη. Η εξυπηρέτηση και η φιλοξενία βρίσκονται σε άλλο επίπεδο. Οι ντόπιοι φαίνεται πως είναι διατεθειμένοι να βγουν έξω από τη ζώνη άνεσής τους προκειμένου να σε βοηθήσουν – πάντα με χαμόγελο.

ΤαϊλάνδηΜε ένα φορτηγάκι αμφίβολης αξιοπιστίας φτάνουμε στον μεγαλύτερο μαρμάρινο Βούδα του νησιού, ο οποίος δεσπόζει πάνω από την περιοχή. Αφού αποφύγουμε τα πιθήκια, που δεν φημίζονται ιδιαίτερα για τη φιλική τους συμπεριφορά, παρατηρούμε πώς εκφράζεται η θρησκευτικότητα σε μια χώρα όπου περίπου το 95% του πληθυσμού είναι βουδιστές.

Το κάρμα αφορά πρωτίστως την επίγεια ζωή. Η έμφαση δίνεται περισσότερο στο «εδώ και τώρα» παρά στην αποκλειστική προσδοκία μιας μεταθανάτιας ανταμοιβής. Έξω από τον ναό πωλούνται τηγανητά έντομα, κάτι απολύτως συνηθισμένο για τους ντόπιους, όσο παράξενο κι αν φαίνεται σε εμάς. Λίγο παραδίπλα κάποιος πουλά παγωτό φτιαγμένο με γάλα εβαπορέ Carnation, μια μάρκα που με παραπέμπει σε εικόνες άλλης εποχής.

PatongΤο μεσημέρι φτάνουμε στην παραλία Patong, γνωστή κυρίως για τη νυχτερινή της ζωή. Κατά τη διάρκεια της ημέρας όμως αποκαλύπτει ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο. Στην ακτή, πλανόδιοι πωλούν φρέσκα μάνγκο και καρύδες, ενώ τα νερά, παρότι όχι τα καθαρότερα που έχω συναντήσει, αποπνέουν μια εξωτική αίσθηση που δικαιολογεί απόλυτα τη φήμη του προορισμού.

Το βράδυ αποφασίζουμε να γνωρίσουμε την άλλη πλευρά της περιοχής. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από καταστήματα μασάζ και νυχτερινά μαγαζιά. Ακούγονται γλώσσες από κάθε γωνιά του κόσμου, αν και κυριαρχούν τα ρωσικά. Πολλοί Ρώσοι φαίνεται να επιλέγουν την Ταϊλάνδη ως προορισμό διακοπών εξαιτίας των περιορισμών που τους έχει επιβάλει η Ευρώπη.

Οι τουρίστες συνωστίζονται στα καταστήματα 7-Eleven, τα οποία λειτουργούν όλο το εικοσιτετράωρο και προσφέρουν σχεδόν τα πάντα. Παρ’ όλα αυτά, παρατηρώ μια αισθητή απουσία τυροκομικών προϊόντων, καθώς δεν αποτελούν κομμάτι της τοπικής διατροφικής κουλτούρας. Μπαρ με γυναίκες που χορεύουν –κάποιες  τρανσέξουαλ, μια και η χώρα φημίζεται για τις φυλομεταβάσεις και την ανεκτικότητά της– περιμένουν κόσμο να διασκεδάσει. Γύρω από τα μπαρ, σε πολύ πιο χαλαρό κλίμα, ο κόσμος τρώει από τα αμέτρητα υπαίθρια stands. Για ακόμη μία φορά νιώθω ότι βρίσκομαι σε ένα τεράστιο πανηγύρι που δεν σταματά ποτέ.

ΤαϊλάνδηΤην επόμενη ημέρα ξυπνάμε νωρίς και κατευθυνόμαστε προς την Kamala Beach. Σε αντίθεση με την Patong, η ατμόσφαιρα εδώ είναι αισθητά πιο ήρεμη. Η περιοχή φιλοξενεί κυρίως μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα υψηλότερης κατηγορίας. Πάνω στην παραλία βρίσκεται το Cafe del Mar, παράρτημα του θρυλικού beach bar της Ίμπιζας, θυμίζοντάς μου εικόνες από τη σειρά «White Lotus», μέρος της οποίας γυρίστηκε εδώ.

ΤαϊλάνδηΤο βράδυ κατευθυνόμαστε προς το ιστορικό κέντρο της πρωτεύουσας του νησιού, όπου λειτουργεί η μεγαλύτερη υπαίθρια αγορά της περιοχής. Εκατοντάδες πάγκοι ετοιμάζουν φαγητό μπροστά στα μάτια των επισκεπτών. Παρά τη συχνά πρόχειρη εμφάνιση των εγκαταστάσεων, το φαγητό είναι εντυπωσιακά νόστιμο και ποιοτικό. Το pad thai κυριαρχεί παντού, αλλά υπάρχουν και πιο ιδιαίτερες επιλογές, όπως σουβλάκια χταποδιού και αμέτρητα τοπικά εδέσματα.

Τα ηλεκτρικά καλώδια που κρέμονται χαοτικά πάνω από τους δρόμους, οι μυρωδιές, οι συνθήκες υγιεινής, οι λευκές πλαστικές καρέκλες και τα φορητά πετρογκάζ των μικρών μαγαζιών δημιουργούν εικόνες που μου θυμίζουν έντονα την Ελλάδα της δεκαετίας του ’80.

ΤαϊλάνδηΛίγο πριν επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο, κάνω μια τελευταία στάση στην παραλία. Στον νυχτερινό ουρανό ανεβαίνουν δεκάδες φωτεινά φαναράκια, παρασυρμένα από τον άνεμο πάνω από τη θάλασσα. Είναι από εκείνες τις μικρές στιγμές που δύσκολα αποτυπώνονται σε μια φωτογραφία, αλλά μένουν χαραγμένες στη μνήμη.

Στην Μπανγκόκ

ΤαϊλάνδηΕπόμενη στάση είναι η Μπανγκόκ, μια αχανής μεγαλούπολη έντεκα εκατομμυρίων κατοίκων, όπου ουρανοξύστες και υπερσύγχρονα εμπορικά κέντρα συνυπάρχουν με χαμηλά σπίτια και άναρχα δομημένες γειτονιές. Τεράστιες υπέργειες γέφυρες και φουτουριστικά μετρό ενώνουν τα διαφορετικά τμήματα της πόλης, ενώ από κάτω οι φτωχότεροι βιοπαλαιστές προσπαθούν να αντέξουν τη ζέστη και την υγρασία των δρόμων. Η αντίθεση δημιουργεί ένα σκηνικό που θυμίζει δυστοπική ταινία.

ΤαϊλάνδηΤην πρώτη ημέρα περνάμε μέσα από το πάρκο Lumphini, αναζητώντας λίγη ανάσα δροσιάς μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα. Ο ήλιος φαίνεται θαμπός πίσω από το νέφος, κάτι που με κάνει να κοιτάξω τον δείκτη ποιότητας αέρα στο κινητό μου. Εκείνη τη στιγμή η πόλη είναι η δεύτερη πιο επιβαρυμένη στον κόσμο όσον αφορά τα αιωρούμενα σωματίδια, μετά το Μουμπάι της Ινδίας.

ΤαϊλάνδηΠερνώντας τον καφετί ποταμό που διασχίζει την Μπανγκόκ, κατευθυνόμαστε προς τον ιστορικό ναό Wat Arun. Τα πολύχρωμα ψηφιδωτά του είναι εντυπωσιακά, αν και ο συμβολισμός τους ανήκει σε έναν πολιτισμό αρκετά διαφορετικό από αυτόν στον οποίο έχω μεγαλώσει. Ωστόσο, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της πίστης και της ταυτότητας εκατομμυρίων ανθρώπων.

Το ιστορικό κέντρο της πόλης μοιάζει με ζωντανό μουσείο. Λίγο πιο πέρα βρίσκεται ο περίφημος ναός του Ξαπλωμένου Βούδα, ο οποίος φιλοξενεί ένα από τα μεγαλύτερα χρυσά αγάλματα του είδους στον κόσμο. Ο Βούδας της Ταϊλάνδης διαφέρει αρκετά από τη δημοφιλή κινεζική απεικόνιση. Δεν είναι εύσωμος και χαμογελαστός, αλλά αποπνέει γαλήνη, εσωτερικότητα και μια πιο πνευματική διάσταση.

Το βράδυ, η πόλη μεταμορφώνεται. Τα κτίρια φωτίζονται με εντυπωσιακό τρόπο και δημιουργούν έναν ορίζοντα που μοιάζει ατελείωτος. Ακολουθούμε μια νυχτερινή ξενάγηση κατά την οποία δοκιμάζουμε τοπικές γεύσεις από αγορές street food, πολλές από τις οποίες δεν είχαμε ξανασυναντήσει. Επισκεπτόμαστε επίσης μέρη που δύσκολα θα ανακαλύπταμε μόνοι μας, όπως μια τεράστια νυχτερινή αγορά λουλουδιών, όπου άνθρωποι εργάζονται ακατάπαυστα όλο το εικοσιτετράωρο, ετοιμάζοντας ανθοσυνθέσεις που καταλήγουν σε κάθε γωνιά της χώρας.

ΤαϊλάνδηΜια βόλτα με τουκ-τουκ μας επιτρέπει να δούμε την πόλη από διαφορετική σκοπιά: δίπλα στις μυρωδιές, στους ήχους, στα φώτα και στην ασταμάτητη κίνηση που την κρατά ξύπνια κάθε ώρα της ημέρας. Η οδός Khaosan, κάποτε σύμβολο της κουλτούρας των backpackers, δεν θυμίζει πλέον την εικόνα που είχε στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ο μαζικός τουρισμός φαίνεται να έχει αφαιρέσει σημαντικό μέρος της αυθεντικότητάς της.

ΤαϊλάνδηΤην επόμενη ημέρα κάνουμε ποδήλατο με έναν Ταϊλανδό οδηγό που διατηρεί μια μικρή επιχείρηση με λίγα μόνο ποδήλατα. Μας οδηγεί σε γειτονιές και μονοπάτια που δεν συναντούν οι περισσότεροι επισκέπτες. Εκεί βλέπουμε πώς ζουν πραγματικά οι κάτοικοι της πόλης: τα σπίτια τους, τους γείτονες που συζητούν έξω από τις αυλές, τα παιδιά που παίζουν στους δρόμους, την καθημερινότητά τους.

Αργότερα επισκεπτόμαστε το σπίτι του Jim Thompson. Ο Αμερικανός επιχειρηματίας εγκαταστάθηκε στην Ταϊλάνδη μετά τον Β′ Παγκόσμιο Πόλεμο και συνέβαλε καθοριστικά στην αναβίωση της τοπικής βιομηχανίας μεταξιού. Η ιστορία του όμως συνδέεται με ένα από τα πιο διάσημα μυστήρια της σύγχρονης Ασίας, καθώς εξαφανίστηκε το 1967 κατά τη διάρκεια μιας βόλτας στη Μαλαισία και δεν βρέθηκε ποτέ.

ΤαϊλάνδηΤο βράδυ οι φωτισμένοι ουρανοξύστες κυριαρχούν ξανά στον ορίζοντα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το Lebua, γνωστό από μια χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας«Hangover». Από ψηλά, η πόλη μοιάζει ακόμη πιο σύγχρονη, πιο δυναμική και πιο γοητευτική. Οι πισίνες στις ταράτσες των ξενοδοχείων λειτουργούν σαν παιδότοποι για ενήλικες, φιλοξενώντας πάρτι, γενέθλια, bachelors και ρομαντικές αποδράσεις. Η θέα από τον ψηλότερο πύργο παρατήρησης, το King Power Mahanakhon, είναι σχεδόν εξωπραγματική. Η γυάλινη πλατφόρμα παρατήρησης, σε ύψος 310 μέτρων, προσφέρει μια εμπειρία που προκαλεί ίλιγγο.

Ταϊλάνδη

Έπειτα από αρκετές ημέρες στην Μπανγκόκ, συνειδητοποιώ ότι αυτό το ταξίδι έχει να κάνει λιγότερο με την ιστορία και περισσότερο με τους ανθρώπους.

Μένουμε κοντά στον σταθμό Nana, σε μια από τις πιο γνωστές και αμφιλεγόμενες περιοχές της πόλης. Το ξενοδοχείο μας βρίσκεται ακριβώς πάνω από την περιοχή των κόκκινων φαναριών. Κάτω από το κτίριο συγκεντρώνονται γυναίκες που αναζητούν πελάτες, ενώ για πρώτη φορά σε ξενοδοχείο βλέπω να περιλαμβάνονται στις βασικές παροχές του δωματίου προφυλακτικά.

Η Ταϊλάνδη έχει βρεθεί κατά καιρούς στο επίκεντρο διεθνών επικρίσεων για φαινόμενα εκμετάλλευσης (ακόμα και ανηλίκων), παρ’ όλα αυτά η πορνεία παραμένει τυπικά παράνομη και η παρουσία της αστυνομίας είναι διαρκώς αισθητή.

Συναντήσαμε το μοτίβο μεσήλικες δυτικοί άντρες να κυκλοφορούν με νεαρές Ταϊλανδές σχεδόν παντού: σε πλοία, σε εξωτικά νησιά, σε εστιατόρια και σε ξενοδοχεία. Νεαρές κοπέλες, νοικιασμένες σαν παρέα για μέρες ή για εβδομάδες.

Αναζητώντας περισσότερες πληροφορίες για το φαινόμενο, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους δεν αναζητούν μόνο σεξουαλικές υπηρεσίες, αλλά και συντροφιά. Μπροστά μου βλέπω έναν νεαρό άντρα, ίσως 25 ετών, να κρατά το χέρι μιας ντόπιας κοπέλας και να της λέει: «Σήμερα είναι τα γενέθλιά μου. Θέλω να πάμε να φάμε κάπου όμορφα». Εκείνη γνέφει με ένα επιφανειακό χαμόγελο.

Πέρα από το κατακριτέο εμπόριο σαρκός, υπάρχει και μια άλλη λιγότερο εμφανής πτυχή, που περνάει ίσως απαρατήρητη. Αφιερώνοντας τη ζωή τους στην εργασία, πολλοί άντρες παραμελούν τη συναισθηματική τους ανάπτυξη, ενώ, παράλληλα, πολλές γυναίκες εξακολουθούν να επωμίζονται δυσανάλογο συναισθηματικό βάρος ή να εξαρτώνται οικονομικά από άλλους. Όταν όμως ένα πρόβλημα όπως η μοναξιά αποκτά μαζικές διαστάσεις, παύει να είναι αποκλειστικά ατομικό και μετατρέπεται σε κοινωνικό. Η στρέβλωση αυτή δύσκολα θα αλλάξει αν δεν μάθουμε στα αγόρια να εκφράζουν ελεύθερα όλα τα συναισθήματά τους και αν δεν τα αγκαλιάσουμε χωρίς φόβο ή κοινωνική πίεση. Είναι αυτή η καταπίεση που πολλές φορες δημιουργεί πρότυπα βίαια και κακοποιητικά. Ταυτόχρονα, πρέπει να συνεχίσουμε να ενισχύουμε την αυτονομία και τον αυτοσεβασμό των γυναικών σε όλα τα μήκη και τα πλάτη.

Κοιτάζοντας εκείνο το νεαρό ζευγάρι, σκέφτομαι ότι η απόσταση ανάμεσα στα φύλα και στους ανθρώπους θα αρχίσει να μικραίνει μόνο όταν καταλάβουμε κάτι απλό: στο τέλος της ημέρας, αυτό που όλοι αναζητούμε είναι κάποιος να μας κοιτάξει και να μας πει: «Είμαι εδώ και σε καταλαβαίνω».

• Photo credits: Μανόλης Χρύσαλλος

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ: 

Ταξίδι στην Αίγυπτο των Φαραώ, του Νείλου και των Αντιφάσεων

Όταν η Πατρίδα Γίνεται το Μέρος στο Οποίο Επιλέγεις να Ανήκεις

Σε Ένα Yoga Retreat Κάπου στην Ισπανία: Τι Περίμενα, Τι Βρήκα

Ο Μανόλης Χρύσαλλος είναι μηχανικός υπολογιστών. Κατάγεται από την ηλιόλουστη Ρόδο, αλλά τα τελευταία 12 χρόνια ζει στη βροχερή Ολλανδία, δουλεύοντας στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Παράλληλα με τη δουλειά του κάνει αυτά που αγαπά πιο πολύ: αναζητά πληροφορίες για θέματα που τον ενδιαφέρουν και απολαμβανει την ελευθερία που του προσφέρουν τα ταξίδια.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε πρωί!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+