Ξένοι Φοιτητές στην Ελλάδα: Και Πολύ Αργήσαμε

Κάποια πράγματα, ακόμη και βιωματικά μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι βγάζουν νόημα. Η προσέλκυση ξένων φοιτητών στην Ελλάδα, η ανάδειξή της σε κέντρο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε μια σειρά από κλάδους, είναι σίγουρα ένα απ’ αυτά.

Ας ξεκινήσω από το βιωματικό σκέλος, καθώς πριν καλά καλά κλείσω τα 18 μου είχα βρεθεί στο εξωτικό Μπρίστολ για να ξεκινήσω τις σπουδές μου στα Οικονομικά και τις Πολιτικές Επιστήμες. Τις τελευταίες δεκαετίες το Ηνωμένο Βασίλειο υπήρξε μια ελκυστική επιλογή για ξένους φοιτητές για μια σειρά από λόγους. Σίγουρα, όμως, ένας απ’ αυτούς δεν ήταν ο καλός καιρός.

Ο απρόβλεπτος και μουντός καιρός του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν σταθερά ένα απ’ τα μελανότερα σημεία μιας κατά τα άλλα θετικής εμπειρίας.

Προσπαθώ να σκεφτώ αν υπήρχαν πράγματα που μου έλειπαν σπουδάζοντας στην Αγγλία και θυμάμαι πόσο νοσταλγούσα τους 8 μήνες καλοκαίρι της πατρίδας μας. Και να φανταστείτε ότι, για μένα και όλους του Έλληνες φοιτητές του εξωτερικού, το ελληνικό καλοκαίρι ήταν εκεί και μας περίμενε. Για τις άλλες εθνικότητες σπουδαστών, ήταν όνειρο θερινής νυκτός να περνούν χρόνο σε μια χώρα όπως η Ελλάδα. Σε μια περίοδο μάλιστα της ζωής τους κατά την οποία είχαν την άνεση να καταπιαστούν με επιπρόσθετες δραστηριότητες (άθληση, ταξίδια και κάθε είδους εμπειρίες), καθώς και μεγαλύτερη ευελιξία στο πρόγραμμά τους. Ο απρόβλεπτος και μουντός καιρός του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν σταθερά ένα απ’ τα μελανότερα σημεία μιας κατά τα άλλα θετικής εμπειρίας.

Πίσω στη χώρα μας τώρα, που αναζητά ένα νέο παραγωγικό μοντέλο το οποίο θα αξιοποιεί τα πλεονεκτήματά της στο έπακρο. Ένα μοντέλο που θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και θα βρίσκεται στη σωστή πλευρά της ιστορίας σε ό,τι αφορά τις ραγδαίες εξελίξεις που φέρνει η 4η βιομηχανική επανάσταση. Πίσω στην Ελλάδα που θέλει να προσελκύσει ανθρώπους από το εξωτερικό -το κάνει άλλωστε καλά όλα αυτά τα χρόνια- όμως πια ξέρει την αξία του να προσελκύει τους σωστούς ανθρώπους, εκείνους που θα αφήσουν περισσότερα χρήματα στην οικονομία της. Μιας Ελλάδας που ξέρει ότι ακόμα πιο θετική επίδραση θα έχουν εκείνοι που θα μείνουν για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα στη χώρα – οι συνταξιούχοι πλουσιότερων χωρών που θα εγκατασταθούν εδώ, οι προνομιούχοι εργαζόμενοι εταιρειών που μπορούν να εργάζονται εξ αποστάσεως και, γιατί όχι, οι ορδές ξένων φοιτητών που κάθε χρόνο κατευθύνονται για τις σπουδές τους σε μια ξένη χώρα και περνούν εκεί το μεγαλύτερο μέρος της χρονιάς.

H Ελλάδα έχει 3,4% ποσοστό ξένων φοιτητών, ενώ η Ρουμανία 4,8%, το Βέλγιο 8,7%, και η Ολλανδία 11%, ενώ υπολειπόμαστε και του μέσου όρου διεθνών φοιτητών των ευρωπαϊκών χωρών του ΟΟΣΑ που είναι 8,8%.

Για να καταλάβει κανείς την τάξη μεγέθους της ευκαιρίας, αρκεί να φέρει στο νου του το συνολικό μέγεθος της σχετικής αγοράς: σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, πάνω από 4,5 εκατομμύρια φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ήταν εγγεγραμμένοι εκτός της χώρας υπηκοότητάς τους ήδη από το 2012. Για να αντιληφθεί πόσο μεγάλο περιθώριο έχουμε να αυξήσουμε το μερίδιό μας απ’ αυτήν την πίτα αρκεί να δει πόση απόσταση μας χωρίζει από άλλες χώρες στο πεδίο αυτό. Όπως διαβάζουμε στο αναλυτικό σχετικό αφιέρωμα του Απόστολου Λακασά στην Καθημερινή προ μηνών, η Ελλάδα έχει 3,4% ποσοστό ξένων φοιτητών, ενώ η Ρουμανία 4,8%, το Βέλγιο 8,7%, και η Ολλανδία 11%, ενώ υπολειπόμαστε και του μέσου όρου διεθνών φοιτητών των ευρωπαϊκών χωρών του ΟΟΣΑ που είναι 8,8% – μια διαφορά ακόμα μεγαλύτερη αν σκεφτούμε ότι στο 3,4% περιλαμβάνονται και οι Κύπριοι φοιτητές που αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία των ξένων φοιτητών στη χώρα μας.

Τους λόγους που η Ελλάδα δεν έχει μέχρι σήμερα “ανοίξει” στη διεθνή αγορά τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τεκμηριώνει στο ίδιο άρθρο ο κ. Λακασάς. Σε αυτούς συγκαταλέγονται πλήθος γραφειοκρατικών εμποδίων (από τις δυσκολίες στην επικοινωνία, στις προβληματικές διαδικασίες για να μπορούν να φοιτήσουν σε ελληνικό ΑΕΙ, στην έκδοση βίζας, στην αναγνώριση των πτυχίων κ.ο.κ.), πολλά από τα οποία ήδη το υπουργείο Παιδείας φαίνεται ότι σκοπεύει να αφαιρέσει, έχοντας θέσει την προσέλκυση ξένων φοιτητών και την εξωστρέφεια των ελληνικών ΑΕΙ ως εθνικό στόχο.

Στο εξωτερικό τα πτυχία από ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα αναγνωρίζονται από το κράτος ως ισότιμα όχι μόνο επαγγελματικά, αλλά και ακαδημαϊκά. Στην Ελλάδα η ακαδημαϊκή αναγνώρισή τους εξακολουθεί να εκκρεμεί.

Κομβικό ρόλο στην όλη προσπάθεια, όμως, μπορούν να παίξουν και τα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας, τα οποία, ως επιχειρήσεις, είναι σε θέση να επιδείξουν πολύ μεγαλύτερη ευελιξία σε πολύ πιο σύντομο χρονικό διάστημα απ’ ό,τι τα δημόσια ιδρύματα, με σκοπό να δώσουν στους ξένους φοιτητές εκείνο που αναζητούν και να ευθυγραμμιστούν άμεσα με τις ανάγκες της διεθνούς αγοράς. Ο εκτελεστικός Διευθυντής του BCA Group Χάρης Δασκαλάκης εδώ και χρόνια υποστηρίζει ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει εκπαιδευτικός προορισμός για σπουδαστές από άλλες χώρες, επικαλούμενος μάλιστα το παράδειγμα της Κύπρου, όπου σχεδόν το 2,5% του ΑΕΠ της χώρας προέρχεται από την εκπαίδευση.

Σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα των ιδιωτικών ιδρυμάτων να προσελκύσουν φοιτητές, παρέχοντας μια διεθνοποιημένη υπηρεσία εκπαίδευσης, η μεγάλη διαφορά είναι ότι στο εξωτερικό τα σχετικά πτυχία αναγνωρίζονται από το κράτος ως ισότιμα όχι μόνο επαγγελματικά, αλλά και ακαδημαϊκά. Στην Ελλάδα η ακαδημαϊκή αναγνώρισή τους εξακολουθεί να εκκρεμεί. Κι αν χάσαμε την ευκαιρία αναθεώρησης του Άρθρου 16 του Συντάγματος, ο κ. Δασκαλάκης αντιτείνει ότι υπάρχει ακόμα τρόπος να ανοίξει ο δρόμος για την προσέλκυση ξένων φοιτητών, καταρχήν από τα ιδιωτικά ιδρύματα, μέσα από τη συνεργασία με ξένα πανεπιστημιακά ιδρύματα.

Γιατί μας συμφέρει να προσελκύσουμε ξένους φοιτητές στην Ελλάδα; Οι λόγοι μοιάζουν προφανείς. Δυστυχώς ακόμα στη χώρα μας το προφανές δεν είναι πάντα αυτονόητο.

“Αν το πτυχίο που δίνει ένα κολέγιο, το οποίο προέρχεται από τη συνεργασία του με ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα του εξωτερικού, θεωρείται για το ελληνικό δημόσιο ισότιμο των δημοσίων πανεπιστημίων και ακαδημαϊκά και επαγγελματικά, έχει πλέον κατοχυρωθεί. Με τον τρόπο αυτό αναβαθμίζονται τα ξένα πανεπιστήμια στην Ελλάδα και ανοίγεις το δρόμο για εκατοντάδες νέες θέσεις εργασίας, γιατί μπορείς με τον τρόπο αυτό να φέρεις οποίο πανεπιστήμιο της Γης θέλεις, καθώς είναι ισότιμο πια. Στην Κύπρο, όπου αυτό συμβαίνει, μιλάμε για έναν οργασμό οικονομικής δραστηριότητας που προκύπτει από εκεί.”

Γιατί μας συμφέρει να προσελκύσουμε ξένους φοιτητές στην Ελλάδα; Οι λόγοι μοιάζουν προφανείς, όμως αξίζει στο κλείσιμο αυτού του άρθρου να αναφερθούμε σ’ αυτούς, καθώς δυστυχώς ακόμα στη χώρα μας το προφανές δεν είναι πάντα αυτονόητο.

Οι φοιτητές θα πληρώσουν δίδακτρα που θα εισρεύσουν στην οικονομία μας. Θα δαπανήσουν χρήματα για διαμονή σε μια εστία ή οικία, αλλά και για το φαγητό και τις άλλες καθημερινές τους ανάγκες. Θα περνούν τουλάχιστον 7 μήνες το χρόνο εδώ – αντί για μέρες ή εβδομάδες όπως κάνουν ως απλοί επισκέπτες. Θα ταξιδέψουν στην Ελλάδα και θα γνωρίσουν περισσότερες γωνιές της καλύτερα. Θα ωθήσουν την ποιότητα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης προς τα πάνω γιατί η διεθνής ζήτηση δημιουργεί ευκαιρίες για αναβάθμιση των υπηρεσιών, από τις οποίες θα επωφεληθούν και οι Έλληνες φοιτητές, τόσο στα ιδιωτικά, όσο και στα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα που θα πρέπει να συναγωνιστούν τα πρώτα. Θα αποκτήσουν δεσμούς με τη χώρα μας ανεκτίμητης αξίας για το μέλλον – κάποιοι μπορεί να επιλέξουν να μείνουν κι εδώ, μια εξέλιξη που σε ικανό αριθμό θα μπορούσε να άρει κάποιες από τις δημογραφικές, ασφαλιστικές και φορολογικές πιέσεις που νιώθει το ελληνικό κράτος.

Είναι μια ευκαιρία που δύσκολα μπορούμε να αγνοήσουμε.
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
Εκδότρια & Αρχισυντάκτρια
Εκδότρια & Αρχισυντάκτρια

Η Μαριάννα Σκυλακάκη είναι οικονομολόγος, εκδότρια και αρχισυντάκτρια της αθηΝΕΑς, του βραβευμένου ελληνικού διαδικτυακού μέσου ενημέρωσης που έχει τα μάτια του στραμμένα στο μέλλον. Σπούδασε Oικονομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Bristol και κατέχει μεταπτυχιακό στη Δημόσια Διοίκηση (MPA in Public Policy & Management) από τo London School of Economics. Ξεκίνησε την καριέρα της στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε ως αναλυτής στο τμήμα επενδυτικής τραπεζικής της Goldman Sachs για μια τριετία. Επέστρεψε στην Αθήνα και ίδρυσε την αθηΝΕΑ το 2014 με σκοπό να απευθυνθεί σε ένα ευρύ κοινό δραστήριων και απαιτητικών ελληνόφωνων αναγνωστών που αναζητούσαν μια ενημέρωση πιο κοντά στα δικά τους ενδιαφέροντα. Αρθρογραφεί τακτικά στον ελληνικό τύπο ως πολιτική και οικονομική αναλύτρια και έχει αποκομίσει σημαντική εμπειρία στο συντονισμό συζητήσεων σε συνέδρια και ημερίδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Εργάζεται παράλληλα ως σύμβουλος σε θέματα οικονομικών και δημόσιας διοίκησης, με ιδιαίτερη εμπειρία σε projects στον κλάδο του τουρισμού, της αγροδιατροφής και του clustering.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER