Μια κυβέρνηση που πλησιάζει τα επτά χρόνια στην εξουσία κουβαλά στην πλάτη της επιτυχίες και αποτυχίες. Αν όμως αξιώνει μια τρίτη τετραετία, θα χρειαστεί να πείσει τον ελληνικό λαό ότι έχει να προσφέρει μια ουσιαστική προοπτική για τον τόπο τα επόμενα χρόνια. Όχι απλώς ότι είναι το μη χείρον βέλτιστον.
Το μη χείρον είναι, άλλωστε, πάντα μια έννοια σχετική. Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ζητά την άρση της ασυλίας για 11 βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας −μεταξύ των οποίων και τριών μέχρι πριν από λίγες ώρες μελών της κυβέρνησής της− και στέλνει άλλες δύο δικογραφίες στη Βουλή για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σπουδή για να καταλάβει κανείς ότι η εξίσωση αλλάζει εις βάρος της.
Όποιος δε πιστεύει ότι η κυβέρνηση έχει ξεμπερδέψει με αυτή την υπόθεση, αλλά και με τις άλλες που εκκρεμούν σχετικά με τη διαχείριση κονδυλίων και τις θεσμικές εκτροπές σε άλλα μέτωπα, φοβάμαι ότι δεν παρακολουθεί την επικαιρότητα αρκετά προσεκτικά.
Υπάρχουν, βέβαια, δύο χαρτιά που πιθανολογώ ότι θεωρεί ότι μπορούν να λειτουργήσουν υπέρ της ακόμη και σε αυτό το αρνητικό σενάριο αναζωπύρωσης του σκανδάλου ΟΠΕΚΕΠΕ − για το οποίο πάντως μοιάζει να μην ήταν προετοιμασμένη.
Το πρώτο είναι ότι στο παρελθόν έχει καταφέρει να απορροφά παρόμοιους κραδασμούς χωρίς μακροπρόθεσμη πολιτική καταστροφή. Είτε ήταν οι υποκλοπές, είτε η τραγωδία των Τεμπών, είτε ο ΟΠΕΚΕΠΕ, είτε οι πιο πρόσφατες αποκαλύψεις σχετικά με τα κονδύλια των καταρτίσεων, η κυβέρνηση κατάφερνε να διαφεύγει εν μέρει μέσω της επίκλησης των παθογενειών του παρελθόντος − ένα επιχείρημα που ασφαλώς έχει βάση, αλλά γίνεται ολοένα λιγότερο αποτελεσματικό όταν χρησιμοποιείται από μια κυβέρνηση στον έβδομο χρόνο της θητείας της. Και ακόμη λιγότερο όταν επιστρατεύεται για πάσα χρήση.
Διέφευγε επίσης, μέχρι πρότινος, χάρη σε κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί συγκεντρωμένο goodwill. Υπήρξε μια κυβέρνηση επιστροφής στην κανονικότητα. Μια κυβέρνηση που μας έβγαλε μέσα από σοβαρές κρίσεις. Μια κυβέρνηση που κατάφερε να μετατρέψει την πορεία της ελληνικής οικονομίας από αχίλλειο πτέρνα σε success story. Που αξιοποίησε τη συγκυρία της πανδημίας για να κάνει κάποια από τα αυτονόητα βήματα στην ψηφιοποίηση του Δημοσίου, τα οποία επί δεκαετίες δεν είχαν γίνει.
Όμως το goodwill αυτό δεν είναι ανεξάντλητο. Ξοδεύεται με κάθε σκιά. Ξοδεύεται με τη φθορά του χρόνου. Ξοδεύεται όταν ο μεταρρυθμιστικός ζήλος περιορίζεται. Ξοδεύεται όταν η ζωή των ανθρώπων παραμένει δύσκολη.
Για κάθε κακή είδηση και κάθε σκιά ότι όλα αυτά γίνονται χωρίς να έχει αλλάξει στην ουσία του ο τρόπος άσκησης πολιτικής στην Ελλάδα, υπήρχε αυτή η καλή θέληση που τα εξισορροπούσε. Έδινε στους ψηφοφόρους το άλλοθι για να κάνουν στα κακώς κείμενα τα στραβά μάτια.
Όμως το goodwill αυτό δεν είναι ανεξάντλητο. Ξοδεύεται με κάθε σκιά. Ξοδεύεται με τη φθορά του χρόνου. Ξοδεύεται όταν ο μεταρρυθμιστικός ζήλος περιορίζεται. Ξοδεύεται όταν η ζωή των ανθρώπων παραμένει δύσκολη. Γιατί, επτά χρόνια μετά, η ανάμνηση του τι έκαναν οι προηγούμενοι −βαριά αμαρτήματα εις βάρος του ελληνικού λαού, στα αλήθεια− μοιάζει να ξεθωριάζει.
Κι αυτό γιατί το μη χείρον βέλτιστον θέλει και το βέλτιστον. Ή τουλάχιστον, θέλει να μπορείς να το φαντάζεσαι. Να βλέπεις περισσότερα πειστήρια ότι μπορεί να έρθει. Να υπάρχει κάτι που να σε κάνει να λες ότι στη ζυγαριά η διαφορά είναι τόσο μεγάλη ώστε, παρά τα όποια προβλήματα της κυβέρνησης, αξίζει να την επιβραβεύσεις με την ψήφο σου για άλλη μία τετραετία.
Πολύ φοβάμαι ότι το σημαντικότερο προεκλογικό χαρτί που έχει απομείνει σε αυτή την κυβέρνηση σε αυτή τη συγκυρία είναι το γεγονός ότι η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη, αδύναμη, αναποτελεσματική, καταγγελτική και απολύτως ανίκανη −ακόμη− να δώσει μια θετική, πραγματική εναλλακτική για τη διακυβέρνηση της χώρας.
Δυστυχώς, με έναν ανασχηματισμό σπασμωδικό, πριν καλά καλά δει τι είναι αυτό που αντιμετωπίζει, πριν καλά καλά δει πώς μπορεί να προτάξει μια προοπτική για το μέλλον μέσα από τις επιλογές της και να ανακτήσει την πολιτική πρωτοβουλία, η κυβέρνηση μοιάζει να επιβεβαιώνει περισσότερο την αμηχανία της παρά τον έλεγχό της επί των εξελίξεων.
Το ανησυχητικό είναι ότι μοιάζει να μην καταλαβαίνει ούτε τη ζημιά που υφίσταται με κάθε τέτοια ιστορία, ούτε την ανάγκη να κάνει κάτι δραστικά διαφορετικό. Όλα είναι πάντα, περίπου, καλώς καμωμένα. Για όλα φταίει πάντα κάποιος άλλος.
Όμως το μη χείρον βέλτιστον ποτέ και σε καμία δημοκρατία δεν είναι για πάντα.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Ιράν: Παγίδα Κλιμάκωσης Χωρίς Έξοδο Κινδύνου

