«Οι εκλογές θα γίνουν το 2027». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης το επανέλαβε ξανά από το βήμα του συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας, επιχειρώντας να κλείσει –τουλάχιστον επισήμως– τη συζήτηση περί πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.
Κι όμως, όσο πιο κατηγορηματικά επαναλαμβάνεται δημόσια αυτή η θέση τόσο περισσότερο πληθαίνουν στο παρασκήνιο οι διαρροές, τα σενάρια και τα «trial balloons» περί ενός διαφορετικού σχεδιασμού – και πώς αυτός θα γινόταν δεκτός από το εκλογικό σώμα. Και ίσως δεν είναι τυχαίο ότι το παλιό, απόλυτο «όχι» του Κυριάκου Μητσοτάκη στις πρόωρες εκλογές μοιάζει πλέον να μετατρέπεται σταδιακά σε ένα πιο ανοιχτό «όχι, αλλά».
Μάλιστα, τις τελευταίες μέρες εμφανίστηκαν και αναλύσεις σύμφωνα με τις οποίες ο πρωθυπουργός θα μπορούσε να «προαναγγείλει εγκαίρως» μια πρόωρη εκλογική αναμέτρηση ώστε να διατηρήσει, υποτίθεται, το θεσμικό πλεονέκτημα.
Το επιχείρημα αυτό δεν στέκει σοβαρά.
Δεν υπάρχει κανένα θεσμικό κύρος στο να οδηγεί ένας πρωθυπουργός τη χώρα σε πρόωρες εκλογές για πολιτικούς λόγους, αφού προηγουμένως έχει επενδύσει πολιτικά επί χρόνια στη σημασία της κυβερνητικής σταθερότητας και στην ανάγκη να εγκαταλείψει η χώρα τη λογική των συνεχών εκλογικών κύκλων. Η έγκαιρη προαναγγελία δεν αλλάζει τη φύση της επιλογής.
Ακόμη περισσότερο: δύσκολα μπορεί να συνδυαστεί μια τέτοια κίνηση με μια ουσιαστική διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης. Αν υπάρχει μία διαδικασία που απαιτεί χρόνο, πολιτική ωριμότητα και στοιχειώδη διάθεση συναινέσεων, είναι αυτή. Μια αναθεώρηση-αστραπή, υπό τη σκιά επικείμενων εκλογών, κινδυνεύει να μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακή υποσημείωση παρά με θεσμική τομή.
Όμως το πραγματικά ενδιαφέρον ζήτημα δεν είναι το θεσμικό, αλλά εκείνο της πολιτικής στρατηγικής. Στο συνέδριο της ΝΔ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε κάτι αξιοσημείωτο: μίλησε ανοιχτά για τον στόχο μιας τρίτης τετραετίας. «Πάμε να κάνουμε κάτι που δεν έχει ξαναγίνει στην ελληνική ιστορία», είπε χαρακτηριστικά.
Και έχει δίκιο. Μια ουσιαστική υπέρβαση του ορίου της οκταετίας θα αποτελούσε πράγματι ιστορικό πολιτικό γεγονός για τα ελληνικά δεδομένα. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, είναι δύσκολο να επιτευχθεί μέσα από μια στρατηγική πολιτικής διαχείρισης, αδράνειας ή δαιμονοποίησης των αντιπάλων.
Είναι εξαιρετικά δελεαστικό, λοιπόν, για μια κυβέρνηση να επενδύσει πολιτικά στη λογική «εμείς ή το χάος». Μόνο που αυτή η στρατηγική κρύβει μια βαθύτερη παγίδα.
Εμείς ή το Χάος
Το ισχυρότερο επιχείρημα του Κυριάκου Μητσοτάκη σήμερα δεν είναι η κυβερνητική φρεσκάδα όσο η αδυναμία της αντιπολίτευσης. Και πράγματι: η εικόνα του πολιτικού σκηνικού δημιουργεί εύκολα την αίσθηση ενός κατακερματισμένου χώρου χωρίς πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Οι νέες πιθανές προσθήκες –αυτές του Τσίπρα και της Καρυστιανού– μοιάζουν περισσότερο με εκφράσεις συγκυριακής αγανάκτησης ή ανακύκλωσης παλιών πολιτικών υλικών παρά με συνεκτικά σχέδια διακυβέρνησης. Το δε ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη συστηματικά αδυνατεί να κεφαλαιοποιήσει τη φθορά της κυβέρνησης και να αναπτύξει δημοσκοπική δυναμική.
Είναι εξαιρετικά δελεαστικό, λοιπόν, για μια κυβέρνηση να επενδύσει πολιτικά στη λογική «εμείς ή το χάος». Μόνο που αυτή η στρατηγική κρύβει μια βαθύτερη παγίδα: η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα του 2019. Και αυτό αποτελεί σε μεγάλο βαθμό επίτευγμα της ίδιας της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Η χώρα είναι πιο σταθερή, πιο ανθεκτική, με καλύτερη διεθνή εικόνα και σαφώς ισχυρότερη οικονομικά από ό,τι ήταν πριν από επτά χρόνια.
Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά πολιτικά αντιφατικό το αφήγημα ότι μια κυβερνητική αλλαγή θα ισοδυναμούσε σχεδόν με εθνική αποσταθεροποίηση. Όσο περισσότερο προβάλλεται η ιδέα ότι «χωρίς εμάς η χώρα κινδυνεύει» τόσο περισσότερο αποδυναμώνεται το ίδιο το αφήγημα της επιτυχίας της τελευταίας επταετίας. Διότι αν, έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η Ελλάδα παραμένει μία εκλογή μακριά από την καταστροφή, τότε εύλογα γεννάται και ένα ερώτημα: πόσο βαθιές ήταν τελικά οι αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν.
Η εξίσωση «κλείνω τα μάτια και τα αυτιά γιατί τουλάχιστον παράγεται έργο» γίνεται πιο δύσκολη όσο μειώνεται η μεταρρυθμιστική ορμή, όσο εξαντλούνται οι εύκολες νίκες και όσο οι μεγάλες τομές δίνουν τη θέση τους περισσότερο στη διαχείριση παρά στην αλλαγή.
Δείτε τι Πετύχαμε
Mια εκλογική αναμέτρηση που θα περιστρέφεται γύρω από το παρελθόν ενδέχεται να αποδειχθεί πολύ πιο επικίνδυνη για τον Κυριάκο Μητσοτάκη απ’ όσο πιστεύουν αρκετοί στο περιβάλλον του και για έναν ακόμη λόγο: η αυτάρεσκη προβολή των πεπραγμένων της τελευταίας επταετίας είναι μια υψηλού ρίσκου επιλογή κι ας μην φαίνεται τέτοια.
Η λογική μιας τέτοιας προσέγγισης είναι προφανής: «δείτε όσα πετύχαμε, άρα εμπιστευθείτε μας και για τα επόμενα τέσσερα χρόνια». Μόνο που ενέχει δύο σοβαρούς κινδύνους.
Πρώτον, δεν βίωσαν όλοι οι πολίτες με τον ίδιο τρόπο τα τελευταία χρόνια. Όσοι αισθάνονται –δίκαια ή άδικα– ότι η επταετία που προηγήθηκε δεν βελτίωσε ουσιαστικά τη δική τους καθημερινότητα, δύσκολα θα πειστούν μέσα από μια θριαμβολογική αφήγηση επιτυχιών. Αντιθέτως, ενδέχεται να αντιδράσουν ακόμη πιο έντονα απέναντι σε αυτήν.
Και δεύτερον, όσο περισσότερο η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τον απολογισμό της τελευταίας επταετίας τόσο περισσότερο η κυβέρνηση κινδυνεύει να εγκλωβιστεί πολιτικά σε μια συζήτηση για το χθες – ακριβώς τη στιγμή που θα έπρεπε να προσπαθεί να πείσει ότι διαθέτει ακόμη ισχυρή εικόνα για το αύριο.
Η φθορά συσσωρεύεται. Τα δύσκολα ζητήματα της τελευταίας επταετίας δεν εξαφανίζονται· αντίθετα, όσο περνά ο χρόνος, νέα στοιχεία, νέες πτυχές και νέες πολιτικές ζημίες συνεχίζουν να προστίθενται. Η εξίσωση «κλείνω τα μάτια και τα αυτιά γιατί τουλάχιστον παράγεται έργο» γίνεται πιο δύσκολη όσο μειώνεται η μεταρρυθμιστική ορμή, όσο εξαντλούνται οι εύκολες νίκες και όσο οι μεγάλες τομές δίνουν τη θέση τους περισσότερο στη διαχείριση παρά στην αλλαγή.
Το Ταμείο Ανάκαμψης πλησιάζει σταδιακά προς την ολοκλήρωσή του. Τα low hanging fruits σε πολλαπλά πεδία έχουν σε μεγάλο βαθμό συλλεχθεί. Και οι διεθνείς πληθωριστικές πιέσεις που ήδη επανέρχονται απειλούν να επηρεάσουν ξανά την καθημερινότητα των πολιτών μέσα στους επόμενους μήνες με έντονα βιωματικό, αρνητικό τρόπο.
Σε αυτό το περιβάλλον, το να στηθεί η επόμενη εκλογή γύρω από το παρελθόν ίσως αποδειχθεί στρατηγικό λάθος.
Πολιτικά επιτεύγματα τέτοιας εμβέλειας δεν κατακτώνται με αυτόματο πιλότο. Δεν εξασφαλίζονται επειδή οι αντίπαλοι μοιάζουν αδύναμοι, ούτε επειδή το σύστημα εξουσίας λειτουργεί πειθαρχημένα γύρω από τον εκάστοτε πρωθυπουργό.
Αντίπαλος ο Εαυτός μας;
Η φράση του πρωθυπουργού στο συνέδριο ότι «δεν μας αφορά ποιος θα είναι δεύτερος» αποτυπώνει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο το ψυχολογικό σημείο στο οποίο βρίσκεται σήμερα η κυβέρνηση: μια αίσθηση κυριαρχίας τόσο κατηγορηματική, ώστε ο πραγματικός πολιτικός αντίπαλος να μοιάζει περισσότερο με τη φθορά του χρόνου παρά με την ίδια την αντιπολίτευση.
Αλλά ακριβώς εκεί κρύβεται και η μεγαλύτερη παγίδα.
Υπάρχει, άλλωστε, και ένα βαθύτερο, σχεδόν δομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει κάθε κυβέρνηση που επιχειρεί να διεκδικήσει μια τόσο μακρά πολιτική κυριαρχία: πώς παράγεται πραγματικά κάτι νέο όταν το ίδιο το σύστημα εξουσίας βρίσκεται ήδη επί χρόνια σε πλήρη λειτουργία; Πώς διαμορφώνεται ένα πρόγραμμα τρίτης θητείας που να μην αποτελεί απλώς συνέχεια έργων και πολιτικών που έχουν ήδη τεθεί σε τροχιά υλοποίησης; Πώς παρουσιάζεται μια πρόταση που να μοιάζει ειλικρινά διαφορετική, φιλόδοξη και άξια μιας νέας λαϊκής εντολής;
Το πρόβλημα είναι βαθύτερο απ’ όσο συχνά αναγνωρίζεται δημόσια. Οι κυβερνήσεις που βρίσκονται επί χρόνια στην εξουσία τείνουν αναπόφευκτα να κυριαρχούνται από τις δυνάμεις της αδράνειας. Οι υπουργοί ασφυκτιούν από τη διαχείριση της καθημερινότητας. Οι μηχανισμοί σταθεροποιούνται. Τα πρόσωπα εδραιώνονται. Και η παραγωγή πραγματικά φρέσκων, εικονοκλαστικών ιδεών γίνεται όλο και δυσκολότερη.
Ταυτόχρονα, όσο ισχυρότερη γίνεται μια κυβέρνηση τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος του echo chamber. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που αισθάνεται η κοινωνία και σε αυτό που πιστεύει για τον εαυτό του ένα σύστημα εξουσίας που κυβερνά επί δύο τετραετίες μπορεί να γίνει τεράστια – ακριβώς επειδή τα πρόσωπα, οι δομές και οι ισορροπίες παγιώνονται. Όταν δε οι φρέσκες οπτικές δυσκολεύονται να βρουν χώρο, η πολιτική μυωπία γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη.
Πολιτικά επιτεύγματα τέτοιας εμβέλειας δεν κατακτώνται με αυτόματο πιλότο. Δεν εξασφαλίζονται επειδή οι αντίπαλοι μοιάζουν αδύναμοι, ούτε επειδή το σύστημα εξουσίας λειτουργεί πειθαρχημένα γύρω από τον εκάστοτε πρωθυπουργό. Συνήθως απαιτούν κάτι πολύ δυσκολότερο: ανανέωση πολιτικού σκοπού, μεταρρυθμιστική τόλμη, ανάληψη ρίσκου και ένα νέο και πειστικό αφήγημα για το μέλλον.Όχι επειδή το παρελθόν ήταν αποτυχημένο, αλλά επειδή δεν είναι –με τα δεδομένα του σήμερα– ένα επιχείρημα επαρκές.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Στενό του Ορμούζ: Το «Αδιανόητο» που Έγινε Πιθανό
