Πόση Αλήθεια Χωράει σε μια Οικογενειακή Φωτογραφία;

Υπάρχουν οικογενειακές φωτογραφίες που μοιάζουν να έχουν φτιαχτεί για να μείνουν χαραγμένα στη μνήμη μας  χαμόγελα, γιορτές, αγκαλιές, ένα σπίτι γεμάτο ανθρώπους. Ωστόσο, ακόμα και μια τέτοια εικόνα, πληρότητας, σύνδεσης, ξεγνοιασιάς, μπορεί να αφήνει κάτι έξω από το κάδρο. Μια σιωπή, μια απουσία, μια σύγκρουση, ένα τραύμα που δεν φωτογραφήθηκε ποτέ. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν επιστρέφουμε σε αυτές τις εικόνες όχι για να θυμηθούμε όσα συνέβησαν, αλλά για να αναζητήσουμε όσα η ίδια η μνήμη έχει επιλέξει να αποκρύψει;

Στο «Shifting Sand», μια φωτογραφική σύμπραξη και καλλιτεχνική πλατφόρμα που δημιουργήθηκε από τις εικαστικούς/φωτογράφους Βίβιαν Καλομοίρη και Νάνσυ Ανδριτσοπούλου, δύο διαφορετικές φωτογραφικές προσεγγίσεις συναντώνται γύρω από την οικογένεια, το σπίτι και τη μνήμη:

Στο «Dreamcore», η γνώριμη οικογενειακή εικόνα παραμορφώνεται, τα πρόσωπα μεταμορφώνονται και η αισθητική του ονείρου γίνεται ένας τρόπος να ειπωθούν όσα η ρεαλιστική φωτογραφία ίσως αδυνατεί να αποκαλύψει. Μπορεί, άραγε, μια παραμορφωμένη εικόνα να είναι πιο αληθινή από μια κυριολεκτική φωτογραφία;

Στο «Catharsis», η φωτογραφία κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Δεν παραμορφώνει τόσο την εικόνα όσο κατοικεί μέσα στην απουσία. Ένα άδειο σπίτι, προσωπικά αντικείμενα, φωτογραφίες και θραύσματα μιας οικογενειακής ζωής μετατρέπονται σε ζωντανό αρχείο μνήμης. Πώς φωτογραφίζεται το πένθος όταν αυτό που έχεις να φωτογραφίσεις είναι πλέον η απουσία;

Με αφορμή τη συμμετοχή τους στη φετινή έκθεση του «Platforms Project», στην οποία συμμετείχαν 66 καλλιτεχνικές πλατφόρμες και περισσότεροι από ​1.100 καλλιτέχνες από 22 χώρες, οι δύο δημιουργοί, η Βιβή Καλομοίρη και η Νάνσυ Ανδριτσοπούλου, μιλούν για τις οικογενειακές εικόνες που δεν λένε όλη την ιστορία, για τη μνήμη που μετακινείται σαν άμμος, για την απώλεια, το τραύμα και την ευαλωτότητα της έκθεσης – αλλά και για εκείνο που μπορεί να γεννηθεί όταν η προσωπική ιστορία βγαίνει από το σκοτάδι και συναντά το βλέμμα του άλλου.

«Η μνήμη δεν λειτουργεί σαν αρχείο, είναι αποσπασματική, ασταθής και επηρεάζεται από το συναίσθημα, τον χρόνο και το υποσυνείδητο».

Τα οικογενειακά άλμπουμ συνήθως διατηρούν τις ευτυχισμένες στιγμές και αφήνουν εκτός κάδρου τις δυσκολίες, τις συγκρούσεις και τις απώλειες. Τι σας οδήγησε να επιστρέψετε σε αυτές τις εικόνες και να αναζητήσετε όσα δεν αποτυπώθηκαν ποτέ;

Βίβιαν Καλομοίρη: Οι οικογενειακές φωτογραφίες διατηρούν μια εκδοχή της πραγματικότητας, όμως πίσω από αυτήν υπάρχει ένας κόσμος που δεν φαίνεται. Εκεί όπου η φωτογραφία συναντά μια πιο δύσκολη πραγματικότητα: τον εσωτερικό κόσμο που βάλλεται, τις σιωπές, τους φόβους και το υποσυνείδητο που τρομάζει. Μέσα από το «Dreamcore» αναζητώ αυτόν ακριβώς τον χώρο, όπου η μνήμη, το όνειρο και η εμπειρία μπλέκονται και δημιουργούν μια διαφορετική αλήθεια.

Επιλέγετε να παραμορφώσετε την εικόνα αντί να την παρουσιάσετε ρεαλιστικά. Πιστεύετε ότι κάποιες οικογενειακές εμπειρίες μπορούν να αποδοθούν πιο αληθινά μέσα από μια «παραμορφωμένη» εικόνα παρά μέσα από μια κυριολεκτική φωτογραφία;

Β.Κ.: Θεωρώ πως η αλήθεια δεν βρίσκεται πάντα στην αναπαράσταση μιας εικόνας. Οι οικογενειακές εμπειρίες, ιδιαίτερα εκείνες που αφήνουν βαθιά συναισθηματικά ίχνη, συχνά δεν μπορούν να αποδοθούν μέσα από μια κυριολεκτική φωτογραφία. Η μνήμη δεν λειτουργεί σαν αρχείο, είναι αποσπασματική, ασταθής και επηρεάζεται από το συναίσθημα, τον χρόνο και το υποσυνείδητο.

Στο «Dreamcore», η παραμόρφωση λειτουργεί ως ένας τρόπος να πλησιάσω αυτή την εσωτερική αλήθεια. Οι θολώσεις, οι αλλοιώσεις και οι μεταμορφώσεις της εικόνας δεν κρύβουν την πραγματικότητα, αλλά αποκαλύπτουν όψεις της που παραμένουν αόρατες.

Με ενδιαφέρει ο χώρος όπου η οικογενειακή μνήμη συναντά τον φόβο, την απώλεια, την αβεβαιότητα και τις σιωπές που περνούν από γενιά σε γενιά.

Έτσι, η παραμορφωμένη εικόνα δεν απομακρύνεται από την αλήθεια. Αντίθετα, μου επιτρέπει να προσεγγίσω εκείνες τις εμπειρίες που δύσκολα περιγράφονται ή φωτογραφίζονται άμεσα, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα μας και να διαμορφώνουν αυτό που είμαστε.

Στα έργα σας αμφισβητείται η εξιδανικευμένη εικόνα του οικογενειακού άλμπουμ. Πιστεύετε ότι η ανάγκη να παρουσιάζουμε μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή έχει γίνει ακόμη εντονότερη τη σημερινή εποχή;

B.K.: Θεωρώ ότι έχουμε την επιθυμία να διατηρούμε την εικόνα της ευτυχισμένης οικογένειας γιατί μας προσφέρει ένα αίσθημα ασφάλειας, του ανήκειν και της συνέχειας. Τα οικογενειακά άλμπουμ, όπως και οι αναμνήσεις μας, συχνά λειτουργούν περισσότερο ως αφηγήσεις του πώς θέλουμε να θυμόμαστε τη ζωή παρά ως πλήρης καταγραφή της πραγματικότητας.

Στη σημερινή εποχή αυτή η ανάγκη γίνεται ακόμη πιο έντονη διότι καθημερινά ερχόμαστε αντιμέτωποι με εξιδανικευμένες εικόνες οικογενειακής ευτυχίας που αποκρύπτουν τις συγκρούσεις, οποιαδήποτε ίσως ψυχική οδύνη ή τις κακοποιητικές συμπεριφορές που μπορεί να κρύβονται από πίσω. Συχνά, ακόμη και φαινόμενα όπως οι ψυχικές διαταραχές, η ενδοοικογενειακή βία, ακόμη και οι γυναικοκτονίες που συχνά συμβαίνουν, παραμένουν αόρατα μέχρι να γίνουν δημόσια.

Το «Dreamcore» επιχειρεί να φωτίσει αυτές τις σιωπές, αναγνωρίζοντας ότι η αλήθεια μιας οικογένειας βρίσκεται όχι μόνο στις στιγμές ευτυχίας, αλλά και στις ρωγμές που συχνά επιλέγουμε να μη βλέπουμε, να απωθούμε.

Στο «Dreamcore» χρησιμοποιούνται αλλοιωμένα χρώματα, παράδοξες συνθέσεις και στοιχεία που δημιουργούν αίσθηση ανοικειότητας. Πώς μπορεί η παραμόρφωση μιας φωτογραφίας να μας φέρει πιο κοντά στην αλήθεια;

B.K.: Η δύναμη της εικόνας στην τέχνη είναι τεράστια, ακριβώς γιατί δεν περιορίζεται στην καταγραφή του ορατού. Ένας ψυχικός κόσμος, ένα τραύμα ή μια δύσκολη εμπειρία συχνά αποδίδονται καλύτερα μέσα από σύμβολα, μεταφορές και οπτικές παραμορφώσεις παρά μέσα από μια κυριολεκτική αναπαράσταση. Δεν είναι τυχαίο ότι καλλιτεχνικά κινήματα όπως ο Σουρεαλισμός, ο Εξπρεσιονισμός, ο Συμβολισμός και αργότερα η Εννοιακή Τέχνη στράφηκαν προς τον εσωτερικό κόσμο, το όνειρο, το ασυνείδητο για να εξυπηρετήσουν την έκφραση της κοινωνικής αγωνίας και πολλές άλλες έννοιες.

Στο «Dreamcore» προσπάθησα να εφαρμόσω αυτή τη λογική πάνω σε αληθινές φωτογραφίες, οι οποίες προβάλλονται γύρω από μια χρυσή κορνίζα με την τέλεια οικογενειακή φωτογραφία. Καθώς επεξεργάστηκα τις φωτογραφίες με photoshop ΑΙ, αναδημιούργησα μια νέα, άβολη καταγραφή από αλλοιωμένα χρώματα, μια αισθητική ονείρου και τη χρήση μέσω ΑΙ ζωόμορφων κεφαλιών στη θέση των ανθρώπινων προσώπων. Στόχος μου, οι νέες αυτές εικόνες να είναι δυστοπικές και σχεδόν εφιαλτικές.

Αν και μη ρεαλιστικές ως προς την όψη τους, επιδιώκουν να εκφράσουν βιωματικά τον κυνισμό και τον απόλυτο ρεαλισμό που κρύβεται από την τέλεια φωτογραφία στη χρυσή κορνίζα: εκτίθεται πλέον η ευαλωτότητα, τα τραύματα, οι σιωπές και ο ταλαιπωρημένος ψυχικός κόσμος που μπορεί να κρύβεται πίσω από την βιτρίνα της οικογενειακής κανονικότητας.

Photo credits: Νάνσυ Ανδριτσοπούλου

Μπορεί η δημιουργία να γίνει ένας τρόπος να συμφιλιωθούμε με την απώλεια; Το «Catharsis» προσεγγίζει το πένθος μέσα από τη μνήμη της μητέρας, του αδελφού και την παρουσία της πατρικής σιωπής. Πώς μετατρέψατε αυτή τη σιωπή και την απώλεια σε εικόνα; Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη φωτογραφία ή ανάμνηση που αποτέλεσε την αφετηρία του έργου;

Νάνσυ Ανδριτσοπούλου: Όχι συμφιλίωση με την έννοια του τέλους, αλλά πιο πολύ με συνθήκη ανακωχής. Το «Catharsis» δεν είναι καταγραφή πένθους, είναι μια εσωτερική χαρτογράφηση: ξαναχτίζω μια ταυτότητα από θραύσματα μνήμης, όπως μαζεύει κανείς κομμάτια ενός σπασμένου πιάτου, ξέροντας ότι δε θα κολλήσουν ποτέ ακριβώς όπως ήταν. Η δημιουργία δεν σβήνει την απώλεια· της δίνει μορφή και σχήμα, μετατρέποντάς την σε κάτι που μπορώ να αντικρίσω κατάματα, αντί να την αφήνω να με ακολουθεί αθέατη, σαν σκιά πίσω μου.

Ο τοίχος στο «Catharsis» γίνεται ένα «ζωντανό άλμπουμ». Αντικείμενα και φωτογραφίες δεμένα με ορατές και αόρατες κλωστές. Κρεμασμένες σχολικές ποδιές, σαν κελύφη από απόντα σώματα… Ένα κουνιστό αλογάκι που παγώνει μια παιδική ηλικία στη μέση της, ένα κρεβάτι, μια φιγούρα που κρύβεται πίσω από μια κορνίζα. Και ένα ψαλίδι, που δεν σημαίνει μόνο τη βίαιη κοπή του νήματος της ζωής, αλλά και την ανάγκη να κόψω εγώ η ίδια τον δεσμό με τον πόνο.

Ο λευκός τοίχος είναι σαν σεντόνι, σαν λευκή σελίδα που προσπαθεί ξανά να γραφτεί. Η αφετηρία δεν ήταν μια φωτογραφία, ήταν ένα σπίτι. Το σπίτι που έμεινε άδειο όταν έφυγε η μητέρα μου κι όμως ποτέ δεν ήταν πραγματικά άδειο. Ήταν γεμάτο από εκείνους, από την παρουσία τους μέσα στην απουσία τους. Αυτό το παράδοξο –το άδειο σπίτι που είναι γεμάτο– ήταν το πρώτο υλικό που έπρεπε να μεταφράσω σε εικόνα.

Πόσο δύσκολο είναι να εκθέτουμε δημόσια τις πιο ευάλωτες πλευρές της προσωπικής μας ιστορίας;

N.A. – Β.Κ.: Είναι σαν να βγάζεις το σπίτι σου από μέσα σου και να το ξαναχτίζεις μπροστά σε ξένα μάτια, γνωρίζοντας πως η άμμος πάνω στην οποία το στηρίζεις μπορεί να καταρρεύσει από στιγμή σε στιγμή. Αυτό το ρίσκο μοιραστήκαμε, η καθεμία με τον δικό της τρόπο: εγώ, ανοίγοντας το άδειο σπίτι και εκθέτοντας όσα άφησε πίσω της η απουσία· η Βιβή, παραμορφώνοντας την οικογενειακή εικόνα μέσα από το «Dreamcore», για να φέρει στην επιφάνεια τις παθογένειες που κρύβονται πίσω από ένα χαμόγελο στημένο για μια φωτογραφία.

Το δύσκολο δεν είναι το να δείξεις τον πόνο. Είναι το να τον αφήσεις να σταθεί εκεί χωρίς να τον προστατεύσεις, χωρίς να προλάβεις την ερμηνεία του άλλου. Το να εκθέτουμε μαζί, δεν μοίρασε το ρίσκο στη μέση, αντίθετα το ενοποίησε. Γιατί τώρα δεν εκθέτεις μόνο τη δική σου ευαλωτότητα, αλλά στέκεσαι δίπλα στου άλλου.

Στο «Shifting Sand», η μνήμη δεν παρουσιάζεται ως κάτι σταθερό, αλλά σαν κάτι που συνεχώς μετακινείται και αλλάζει. Πιστεύετε ότι όταν επιστρέφουμε σε μια παλιά οικογενειακή φωτογραφία, βλέπουμε τελικά περισσότερο το παρελθόν όπως πραγματικά ήταν ή όπως έχουμε ανάγκη να το θυμόμαστε σήμερα;

Β.Κ – N.A.: Στο «Shifting Sand» συναντώνται δύο διαφορετικές οπτικές πάνω σε έναν κοινό πυρήνα. Το σπίτι, την οικογένεια και τη μνήμη, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αυτά εγγράφονται μέσα μας και μετασχηματίζονται μέσα από την απώλεια και την απουσία.

Μέσα από τη δική μου δουλειά στρέφομαι προς όσα κρύβονται πίσω από την ιδανική οικογενειακή φωτογραφία, αναζητώντας τον εαυτό μου μέσα στις εικόνες και στις σιωπές που τις περιβάλλουν. Η Νάνσυ, από την άλλη, προσεγγίζει το οικογενειακό τραύμα μέσα από μια απόλυτα ρεαλιστική φωτογραφική γλώσσα, φιλτραρισμένη, όμως, από τη νοσταλγία, τη μελαγχολία και την περισυλλογή.

Παρότι ξεκινήσαμε από διαφορετικές αφετηρίες και χρησιμοποιήσαμε διαφορετικά εκφραστικά μέσα, μας ένωνε η ανάγκη να μιλήσουμε για όσα παραμένουν αθέατα μέσα στον οικογενειακό χώρο, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αυτά διαμορφώνουν την προσωπική μας ταυτότητα.

Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας μας αντιληφθήκαμε ότι η αλήθεια δεν βρίσκεται μόνο στην εικόνα, αλλά κυρίως στην αφήγηση και στην ανθρώπινη σύνδεση. Οι οικογενειακές φωτογραφίες καταγράφουν αληθινές στιγμές, όμως δεν μπορούν να περιλάβουν όλη την ψυχική πραγματικότητα. Αποτελούν συχνά ένα παυσίπονο της μνήμης και όχι το σύνολο της εμπειρίας. Το έργο μας προτείνει ότι η επούλωση του τραύματος ξεκινά όταν εγκαταλείπουμε την ψευδαίσθηση της τελειότητας και στρεφόμαστε στον διάλογο, στην εμπιστοσύνη, στη φιλία και στην ουσιαστική επαφή με τον άλλο.

Τι θα θέλατε να αναγνωρίσει ο θεατής κοιτάζοντας τις δικές σας οικογενειακές ιστορίες;

N.A.: Δεν θέλαμε να νιώσει οίκτο και να φύγει με αυτό το συναίσθημα. Εκείνο που θέλαμε να μείνει είναι η ελπίδα που γεννά η θετική δύναμη της επικοινωνίας.

Επιθυμία ήταν ο επισκέπτης να μπει στο δικό του «ατακτοποίητο δωμάτιο» μνήμης, να αναγνωρίσει αν και εκείνος μπορεί να κουβαλάει ένα σπίτι από άμμο, που δεν χρειάζεται να γκρεμίζεται με τον χρόνο, αλλά να διατηρηθεί ως μνημείο και αφετηρία μετατρέποντάς το σε κάτι θετικό. Το «Shifting Sand» ενώνει δύο ξεχωριστές πορείες, ακριβώς επειδή και οι δύο μιλάμε για οικογένειες που δεν χωρούν στο εξιδανικευμένο κάδρο.

Μέσα από τα έργα μας ανακαλύψαμε πόσο κοινός είναι ο τρόπος με τον οποίο οι οικογένειές μας, μέσα στη διαφορετικότητά τους, μας πλήγωσαν, αλλά ταυτόχρονα μας διαμόρφωσαν θετικά. Μας έμαθαν να εμπιστευόμαστε την ανθρώπινη επαφή και να πιστεύουμε στη δύναμη της φιλίας – και ελπίζω αυτό να πήρε μαζί του και ο θεατής.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ: 

Η Σύγχρονη Αρχαιολογία δεν Νοσταλγεί το Παρελθόν

Ρένα Ξηροφώτου: «Φωτογραφίζω Περισσότερο σαν Αφηγήτρια»

Τι Κάνει μια Φωτογραφία «Ανθρώπινη»;

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
We Are Family
We Are Family

Η Ρία Σπύρου διαχωρίζει τη ζωή της σε δύο περιόδους: την περίοδο της αναζήτησης –της προσωπικής ανάπτυξης– και την περίοδο του «Τώρα». Στην περίοδο της αναζήτησης, μέσω της συμμετοχής της στο εκπαιδευτικό δράμα του εργαστηρίου Θεάτρου Πόρτα της Ξένιας Καλογεροπούλου και των ομάδων γονέων, ανακάλυψε πόσο αγαπά να ακούει ανθρώπινες ιστορίες που μεταφέρουν βαθιές αλήθειες. Στην περίοδο του «Τώρα», με σπουδές στη Διοίκηση Τουρισμού, συνδέει τη δημοσιογραφία με τον Πολιτιστικό Τουρισμό και ερευνά τη φυσική - άυλη πολιτιστική κληρονομιά κάθε τόπου με τους ανθρώπους που τον διαμορφώνουν. Πιστεύει στην κυκλική οικονομία ως σύνδεση περιβάλλοντος-πολιτισμού-παιδιών. Έχει δύο γιους, αγαπά τη μουσική, τον αθλητισμό και τα ταξίδια. Και είναι πραγματικά χαρούμενη με αυτό!

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε πρωί!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+