Μια πόλη μπορεί να γίνεται πιο σύγχρονη, πιο πράσινη και πιο ελκυστική, χωρίς απαραίτητα να γίνεται καλύτερη για όσους ζουν σε αυτήν. Σε μια εποχή διαρκών μετασχηματισμών, η αρχιτεκτονική καλείται να επανεξετάσει όχι μόνο τι σχεδιάζει, αλλά και για ποιον.
Στο Παγκόσμιο Συνέδριο Αρχιτεκτόνων της UIA στη Βαρκελώνη, τον περασμένο Ιούλιο, η συζήτηση για το μέλλον της αρχιτεκτονικής οργανώθηκε γύρω από τη φράση: «Becoming – Architectures for a Planet in Transition» (Αρχιτεκτονικές για έναν Πλανήτη σε Μετάβαση. Η επιλογή της λέξης becoming είναι ουσιαστική. Δεν περιγράφει μια τελική κατάσταση, αλλά μια διαρκή διαδικασία εξέλιξης. Και αποτελεί έναν ιδιαίτερα εύστοχο τρόπο να μιλήσουμε σήμερα για τις πόλεις μας.
Οι πόλεις δεν είναι ποτέ ολοκληρωμένες, μετασχηματίζονται μαζί με τις κοινωνίες που τις κατοικούν. Αυτό που διαφοροποιεί τη σημερινή συνθήκη είναι η ταχύτητα και η ταυτόχρονη εκδήλωση των αλλαγών. Η κλιματική κρίση, η στεγαστική πίεση, οι μετακινήσεις πληθυσμών, η τουριστικοποίηση των ιστορικών κέντρων, η ψηφιοποίηση της καθημερινότητας, η τεχνητή νοημοσύνη και οι νέες μορφές εργασίας μεταβάλλουν τον τρόπο με τον οποίο κατοικούμε, εργαζόμαστε, μετακινούμαστε και συναντιόμαστε.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να διαπιστώσουμε ότι οι πόλεις αλλάζουν, αλλά πώς, για ποιον και προς ποια κατεύθυνση μετασχηματίζονται. Όπως επισημαίνει ο αρχιτέκτονας και θεωρητικός Mark Wigley: «Architecture is not made by humans. On the contrary, it makes humans».
Η θέση αυτή αναδεικνύει την αμφίδρομη σχέση αρχιτεκτονικής και ανθρώπινης εξέλιξης. Ο χώρος δεν αποτελεί απλώς το περιβάλλον μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η ζωή μας, αλλά συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση των συμπεριφορών, των κοινωνικών σχέσεων και της συλλογικής μας ταυτότητας. Η αρχιτεκτονική διαμορφώνεται από τις κοινωνίες και ταυτόχρονα διαμορφώνει τις συνθήκες της εξέλιξής τους. Υπό αυτή την έννοια, κάθε αρχιτεκτονική παρέμβαση εμπεριέχει μια ευρύτερη κοινωνική και πολιτισμική ευθύνη.
Η ανάπτυξη και η ποιότητα ζωής δεν είναι αναγκαστικά ανταγωνιστικές ένοιες. Η συνύπαρξή τους, ωστόσο, απαιτεί συνειδητές επιλογές.
Η Πόλη ως Επένδυση, η Πόλη ως Κατοικία
Οι σύγχρονες πόλεις επενδύουν σε υποδομές, τεχνολογία, βιωσιμότητα και διεθνή ανταγωνιστικότητα. Αναπλάσεις μεγάλης κλίμακας επαναπροσδιορίζουν ολόκληρες περιοχές, ενώ οι έννοιες της «πράσινης» και «έξυπνης» πόλης έχουν ενσωματωθεί στο λεξιλόγιο του σύγχρονου αστικού σχεδιασμού. Όμως, μια πόλη μπορεί να γίνεται ελκυστικότερη για επενδύσεις και επισκέπτες και ταυτόχρονα δυσκολότερη για εκείνον που την κατοικεί.
Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες αντιφάσεις της εποχής μας: ο σημερινός μετασχηματισμός των μεγάλων πόλεων δεν ανταποκρίνεται πάντοτε στις πραγματικές ανάγκες των κατοίκων τους. Συχνά, η οικονομική αξιοποίηση του χώρου αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα από την καθημερινή κατοίκηση. Μια ανάπλαση μπορεί να αυξήσει την αξία μιας περιοχής, αλλά και το κόστος κατοικίας, οδηγώντας σταδιακά στην απομάκρυνση των ανθρώπων που συγκρότησαν την ταυτότητά της.
Η ανάπτυξη και η ποιότητα ζωής, όμως δεν είναι αναγκαστικά ανταγωνιστικές ένοιες. Η συνύπαρξή τους, ωστόσο, απαιτεί συνειδητές επιλογές. Η ποιότητα μιας πόλης δεν μετριέται μόνο από την οικονομική της ανάπτυξη ή τη δημόσια εικόνα της, αλλά εξίσου μέσα από πολύ πιο καθημερινές παραμέτρους: από το αν προσφέρει προσιτή κατοικία, ασφαλή μετακίνηση, πράσινο, ελεύθερο δημόσιο χώρο και ισότιμη πρόσβαση σε ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και δυνατοτήτων.
Μετριέται, τελικά, από το κατά πόσο παραμένει κατοικήσιμη. Ο αστικός μετασχηματισμός δεν είναι ουδέτερος, σημασία δεν έχει μόνο πόση αξία παράγει, αλλά σε ποιους επιστρέφει. Για ποιον, λοιπόν, σχεδιάζουμε;
Στον δημόσιο χώρο αποτυπώνεται με τον πιο άμεσο τρόπο το κατά πόσο μια πόλη σχεδιάζεται με γνώμονα τις ανάγκες των κατοίκων της.
Η Πόλη δεν Είναι Tabula Rasa
Η αρχιτεκτονική δεν ξεκινά ποτέ από το μηδέν. Κάθε έργο συναντά ένα ήδη διαμορφωμένο περιβάλλον: κτίρια, υλικά, τοπία, μνήμες και κοινωνικές σχέσεις. Για δεκαετίες, η ανάπτυξη ταυτίστηκε με τη νέα κατασκευή και την επέκταση.
Σήμερα, η κλιματική κρίση και η πεπερασμένη διαθεσιμότητα πόρων απαιτούν να επανεξετάσουμε αυτή τη λογική. Η επανάχρηση, η επισκευή και η προσαρμογή του υπάρχοντος κτιριακού αποθέματος δεν είναι μόνο πρακτικές διατήρησης της κληρονομιάς. Αποτελούν εργαλεία μιας διαφορετικής αντίληψης.
Συνυπολογίζουν την ενσωματωμένη ενέργεια, τους ήδη επενδεδυμένους πόρους, τον κύκλο ζωής των υλικών και την πολιτισμική συνέχεια της πόλης. Το «υπάρχον» παύει να αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο και γίνεται πρώτη ύλη σχεδιασμού. Το καινούργιο δεν προϋποθέτει πλέον πάντοτε νέα κατασκευή.
Παράλληλα, η αρχιτεκτονική σκέψη μετακινείται από μια αποκλειστικά ανθρωποκεντρική προσέγγιση προς την πόλη της συνύπαρξης. Η έννοια του more-than-human μάς καλεί να αναγνωρίσουμε την πόλη ως οικοσύστημα ανθρώπων, άλλων μορφών ζωής, νερού, εδάφους και βλάστησης.
Σε μια μεσογειακή πόλη που καλείται να αντιμετωπίσει ολοένα υψηλότερες θερμοκρασίες, ένα δέντρο δεν αποτελεί απλώς στοιχείο καλλωπισμού. Η σκιά δεν είναι αισθητική πολυτέλεια. Το έδαφος δεν είναι απλώς η επιφάνεια πάνω στην οποία κατασκευάζουμε και το νερό δεν αποτελεί μόνο τεχνικό ζήτημα απορροής. Είναι ζωτικές αστικές υποδομές.
Η βιωσιμότητα, επομένως, δεν εξαντλείται στην ενεργειακή απόδοση ενός κτιρίου. Προϋποθέτει την κατανόηση των αλληλεξαρτήσεων που συγκροτούν ολόκληρη την πόλη.
Ο Δημόσιος Χώρος ως Κοινή Υποδομή
Στον δημόσιο χώρο αποτυπώνεται με τον πιο άμεσο τρόπο το κατά πόσο μια πόλη σχεδιάζεται με γνώμονα τις ανάγκες των κατοίκων της. Δεν είναι απλώς το κενό που απομένει ανάμεσα στα κτίρια, ούτε ένα αισθητικό συμπλήρωμα μιας αστικής ανάπλασης. Αντιθέτως, αποτελεί βασική υποδομή της πόλης και έναν κοινό τόπο συνάντησης, όπου άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, οικονομικών δυνατοτήτων, καταγωγής και τρόπου ζωής μπορούν να συνυπάρχουν, χωρίς η παρουσία τους να προϋποθέτει την κατανάλωση.
Ακριβώς γι’ αυτό, η ποιότητα του δημόσιου χώρου δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση την αισθητική του εικόνα. Μια πλατεία μπορεί να είναι φωτογενής και ταυτόχρονα αφιλόξενη, να εντυπωσιάζει οπτικά, χωρίς να ανταποκρίνεται ουσιαστικά στις ανάγκες των ανθρώπων που την επισκέπτονται.
Η επιτυχία μιας αστικής παρέμβασης, επομένως, δεν κρίνεται τη στιγμή της ολοκλήρωσης και της παράδοσής της, αλλά μέσα από τη χρήση και τη λειτουργία της στον χρόνο: από το ποιοι χρησιμοποιούν τον χώρο, τον τρόπο με τον οποίο τον οικειοποιούνται, τις δραστηριότητες που αυτός επιτρέπει και τις κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα σε αυτόν.
Μια περιοχή δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχημένα αναβαθμισμένη όταν οι άνθρωποι που της έδωσαν χαρακτήρα δεν μπορούν πλέον να παραμείνουν εκεί. Το ζητούμενο δεν είναι μια πιο ελκυστική Αθήνα, αλλά μια πόλη που εξακολουθεί να χωρά διαφορετικούς ανθρώπους.
Η Αθήνα ως Πόλη σε Μετάβαση
Η Αθήνα αποτελεί σήμερα ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον πεδίο αυτής της συζήτησης. Είναι μια εξαιρετικά πυκνή μεσογειακή πόλη, με έντονη ζωή γειτονιάς, μικτές χρήσεις και κτιριακό απόθεμα που φέρει διαδοχικά στρώματα της ιστορίας της. Η πυκνότητα και η μίξη των χρήσεων, που συχνά αντιμετωπίστηκαν στο παρελθόν ως προβλήματα, αποτελούν ταυτόχρονα χαρακτηριστικά που μπορούν να υποστηρίξουν μια πόλη εγγύτητας, όπου σημαντικό μέρος της καθημερινής ζωής πραγματοποιείται σε μικρές αποστάσεις.
Παράλληλα όμως η Αθήνα αντιμετωπίζει σημαντικές πιέσεις: Περιορισμένο πράσινο, έντονη θερμική επιβάρυνση, προβλήματα προσβασιμότητας, στεγαστική πίεση και έναν δημόσιο χώρο που για δεκαετίες παραχωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό στο αυτοκίνητο.
Έχει ανάγκη από σύγχρονες υποδομές, νέο πράσινο, ενεργειακή αναβάθμιση και επαναξιοποίηση σημαντικού μέρους του κτιριακού αποθέματος. Χρειάζεται όμως και να προστατευτούν οι ποιότητες που την κάνουν κατοικήσιμη: η μίξη, η μνήμη, η διαφορετικότητα, η ζωή της γειτονιάς.
Μια περιοχή δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχημένα αναβαθμισμένη όταν οι άνθρωποι που της έδωσαν χαρακτήρα δεν μπορούν πλέον να παραμείνουν εκεί. Το ζητούμενο δεν είναι μια πιο ελκυστική Αθήνα, αλλά μια πόλη που εξακολουθεί να χωρά διαφορετικούς ανθρώπους.
Το Νέο Στοίχημα: Να Σχεδιάσουμε τη Μετάβαση
Η αρχιτεκτονική πλέον καλείται να επιδείξει την ικανότητα να σχεδιάζει τη μετάβαση. Να αντιλαμβάνεται τα κτίρια όχι ως αμετάβλητα αντικείμενα, αλλά ως μέρη μιας διαδικασίας που ξεκίνησε πριν από εμάς και θα συνεχιστεί έπειτα από εμάς. Να προβλέπει μεταβαλλόμενες χρήσεις, επαναχρησιμοποιήσιμα υλικά και δημόσιους χώρους ανοιχτούς σε διαφορετικές δραστηριότητες. Αυτό σημαίνει μετατόπιση από την αρχιτεκτονική της συνεχούς παραγωγής προς μια αρχιτεκτονική της φροντίδας: του ανθρώπου, του υπάρχοντος, του τοπίου, των πόρων και της συλλογικής μνήμης.
Η φροντίδα, υπό αυτή την έννοια, δεν είναι μια αφηρημένη ηθική θέση. Είναι σχεδιαστική πρακτική. Είναι η επιλογή να επαναχρησιμοποιήσεις αντί να κατεδαφίσεις, να δημιουργήσεις σκιά, να αφήσεις χώρο στο νερό και στο έδαφος, να σχεδιάσεις για διαφορετικές δυνατότητες και για ανάγκες που ακόμη δεν γνωρίζουμε.
Η αρχιτεκτονική, βέβαια, δεν μπορεί μόνη της να επιλύσει τις κοινωνικές αντιφάσεις της πόλης. Οφείλει να συνομιλεί με τις πολιτικές κατοικίας, τον πολεοδομικό σχεδιασμό και τους ίδιους τους κατοίκους.
Η ευθύνη της σήμερα είναι να διευρύνει την ερώτηση: Τι αξίζει να διατηρήσουμε; Τι χρειάζεται να μετασχηματίσουμε; Τι δεν χρειάζεται πλέον να χτίσουμε; Και πώς θέλουμε να κατοικούμε τις πόλεις που δημιουργούμε; Γιατί η πόλη βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση becoming, σε μια διαδικασία γίγνεσθαι.
Και αν η αρχιτεκτονική δεν αποτελεί μόνο δημιούργημα του ανθρώπου αλλά συμμετέχει στη διαμόρφωσή του, τότε το πραγματικό διακύβευμα του αστικού μετασχηματισμού υπερβαίνει τη μορφή και την οργάνωση των πόλεων, δεν αφορά μόνο το τι είδους πόλεις δημιουργούμε, αλλά και το τι είδους κοινωνίες διαμορφώνουμε μέσα από αυτές.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ: