“Να δεις που το πρόβλημα των Εξαρχείων θα το λύσει αργά ή γρήγορα η ίδια η αγορά, με την επέλαση του Airbnb”, είπε πρόσφατα μια φίλη, αναφερόμενη στο ολοένα και συχνότερο φαινόμενο βραχυχρόνιων μισθώσεων διαμερισμάτων και στη συγκεκριμένη περιοχή, με τη βοήθεια της ψηφιακής πλατφόρμας. “Δεν επιτρέπεται να μη μπορούν να βρουν διαμέρισμα προς ενοικίαση οι κάτοικοι μιας πόλης για να την ευχαριστιούνται οι τουρίστες”, αντέτεινε σε άλλη συζήτηση συνομιλητής μου.

Από τη μία έχουμε μια αισιόδοξη ματιά που ορθώς δίνει εύσημα σε ένα εργαλείο που φέρνει τον τουρισμό σε γωνιές της Αθήνας που δεν θα τον γνώριζαν αλλιώς, ενδεχομένως να ξεχνά όμως ότι οι επισκέπτες που επιλέγουν να μείνουν στη συγκεκριμένη περιοχή το κάνουν για να ζήσουν την “εμπειρία Εξάρχεια” που σημαίνει κάτι διαφορετικό για τους bohemian ταξιδιώτες απ’ ό,τι για τους πολύπαθους κατοίκους.

Η άλλη άποψη, πιο προβληματική, παραβλέπει το πώς συνδέεται ο τουρισμός με την οικονομική ανάπτυξη μιας πόλης, αλλά και το γεγονός ότι πλατφόρμες τύπου Airbnb διαχέουν τα οφέλη της ανόδου του τουρισμού σε περισσότερες τσέπες μικρών ιδιοκτητών και όχι μόνο στους -αναγκαστικά λιγότερους- ξενοδόχους. Έχει όμως και μια δόση αλήθειας: το περίφημο disruption δημιουργεί νικητές, δημιουργεί όμως και χαμένους.

Ναι, έχει φέρει μια πραγματική επανάσταση στον τρόπο που ταξιδεύουμε, αλλά και στον τρόπο που αξιοποιούμε τα ακίνητά μας το Airbnb, λαξεύοντας νέες εναλλακτικές μέσα από το άνοιγμα της αγοράς βραχυχρόνιων μισθώσεων. Και ναι, οι νεοαφιχθέντες επισκέπτες στις πολυκατοικίες του αθηναϊκού κέντρου φέρνουν μαζί τους χρήματα, τα οποία μάλιστα ξοδεύουν πιο γενναιόδωρα απ’ τους επισκέπτες οργανωμένων ταξιδιών ή τους επισκέπτες κρουαζιέρας που σπάνια παρεκκλίνουν απ’ την προκαθορισμένη πορεία του προγράμματός τους.

Όμως, η επανάσταση φέρνει και ζημιωμένους, που ανήκουν σε τρεις κυρίως κατηγορίες. Στους κατοίκους που αναγκάζονται να καταφύγουν σε άλλες περιοχές εξαιτίας της ανόδου των τιμών ενοικίασης, στους κατοίκους -πολυκατοικιών κυρίως- που επικαλούνται ζητήματα ασφαλείας και όχλησης, όταν διπλανά τους διαμερίσματα περνούν από μακροχρόνιες σε βραχυχρόνιες μισθώσεις, αλλά και στους παραδοσιακούς οικοδεσπότες του τουρισμού, όπως τους ξενοδόχους, που κάνουν λόγο για αθέμιτο ανταγωνισμό.

Ένα Φάσμα Αυστηρότητας

Σε μια προσπάθεια να κατευνάσουν τις παραπάνω κατηγορίες “χαμένων”, κρατικές και δημοτικές αρχές σε ολόκληρο τον κόσμο έχουν βαλθεί να θέσουν ένα πλαίσιο για τη λειτουργία του Airbnb και άλλων αντίστοιχων ψηφιακών εργαλείων, με τρεις ευρύτερους στόχους: να αμβλύνουν τον αρνητικό αντίκτυπο στους κατοίκους, να περιορίσουν τον αθέμιτο ανταγωνισμό και να εξασφαλίσουν με τη μορφή φορολόγησης ένα μέρος μιας ολοένα μεγεθυνόμενης πίτας.

Κάποιες περιοχές έχουν επιλέξει την οδό της σχεδόν καθολικής απαγόρευσης. Πάρτε για παράδειγμα τη Μαγιόρκα, η τοπική κυβέρνηση της οποίας απαγόρευσε τον περασμένο Απρίλιο το σύνολο των μισθώσεων τύπου Airbnb στο νησί, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Ή τη Νέα Υόρκη, στην πλειονότητα της οποίας το 2016 ο κυβερνήτης Andrew Cuomo απαγόρευσε τις βραχυχρόνιες μισθώσεις σε πλατφόρμες αυτού του τύπου για λιγότερο από 30 ημέρες, εκτός αν ο οικοδεσπότης είναι παρών και υπάρχουν μόνον ένας ή δύο επισκέπτες.

Ειδική άδεια απαιτεί πια και η Ιαπωνία για βραχυχρόνιες μισθώσεις, όταν δε τέθηκε σε εφαρμογή η νέα νομοθεσία τον Ιούνιο, η Airbnb αναγκάστηκε να καταργήσει εν μία νυκτί το 80% των αγγελιών που είχε στην πλατφόρμα της στη χώρα. Πλέον, οι αδειοδοτημένοι οικοδεσπότες δεν μπορούν να νοικιάζουν βραχυχρόνια τα ακίνητά τους για πάνω από 180 μέρες το χρόνο, με τον περιορισμό στις διανυκτερεύσεις να εξελίσσεται σε κοινή πρακτική σε αρκετές πόλεις παγκοσμίως.

Ναι, έχει φέρει μια πραγματική επανάσταση στον τρόπο που ταξιδεύουμε, αλλά και στον τρόπο που αξιοποιούμε τα ακίνητά μας το Airbnb, λαξεύοντας νέες εναλλακτικές μέσα από το άνοιγμα της αγοράς βραχυχρόνιων μισθώσεων. Όμως, η επανάσταση φέρνει και ζημιωμένους, που ανήκουν σε τρεις κυρίως κατηγορίες.

Μέχρι σήμερα, οι ιδιοκτήτες ακινήτων στο Άμστερνταμ είχαν τη δυνατότητα να νοικιάσουν ολόκληρο το ακίνητό τους για 60 διανυκτερεύσεις το χρόνο, ενώ το Airbnb συνέλεγε έναν τουριστικό φόρο ύψους 6% (τον ίδιο που πληρώνουν και τα ξενοδοχεία) για όλες τις κρατήσεις. Από την 1η Ιανουαρίου 2019, όμως, οι διανυκτερεύσεις θα μειωθούν στις μισές, ενώ θα δίνεται η δυνατότητα στους ιδιοκτήτες να φιλοξενήσουν το πολύ 4 ενήλικες κάθε φορά. Οι ιδιοκτήτες μπορούν να νοικιάζουν ένα δωμάτιο του σπιτιού στο οποίο διαμένουν χωρίς κάποιον περιορισμό στον αριθμό διανυκτερεύσεων, ενώ υποχρεούνται να καταχωρούν τις πληροφορίες όλων των κρατήσεων σε ειδικό μητρώο της δημοτικής αρχής.

Στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας, πέρα από τον περιορισμό στις διανυκτερεύσεις -οι ιδιοκτήτες μπορούν να μισθώνουν τα ακίνητά τους μέχρι 90 μέρες το χρόνο πριν χρειαστούν ειδική άδεια φιλοξενίας- από το 2017 δεν επιτρέπεται από τη δραστηριότητα αυτή να βγάζουν πάνω από ένα εκατομμύριο ισλανδικές κορόνες ετησίως (7.165 ευρώ). Οι υποψήφιοι οικοδεσπότες πρέπει επίσης να αδειοδοτηθούν, μια διαδικασία που απαιτεί την τήρηση κανονισμών υγείας και ασφάλειας.

Μια διαφορετική προσέγγιση υιοθέτησε η Βαρκελώνη: πέρα από την υποχρέωση καταγραφής των ακινήτων από τις δημοτικές αρχές, έχουν εφαρμόσει μορατόριουμ σε νέες άδειες, το οποίο βρίσκεται σε ισχύ από το 2014, ενώ, σύμφωνα με τον Guardian, μια διωκτική αρχή 40 ατόμων αναζητά και επιβάλει πρόστιμα σε παράνομες μισθώσεις. Στη Νέα Ορλεάνη τώρα, οι δημοτικές αρχές απαγόρευσαν τις βραχυχρόνιες μισθώσεις σχεδόν καθολικά στην τουριστική Γαλλική Συνοικία, θέτοντας περιορισμούς σε άλλες περιοχές της πόλης.

Η Ελληνική Περίπτωση

Καλές και ευρηματικές οι ρυθμίσεις πολλών εκ των παραπάνω, στην περίπτωση όμως της Ελλάδας και της Αθήνας, όπου η γραφειοκρατία σκοτώνει καθημερινά την επιχειρηματικότητα, αντιλαμβάνεται κανείς ότι ένα βαρύ ρυθμιστικό πλαίσιο θα μπορούσε να διαλύσει την αναδυόμενη αυτή δραστηριότητα, σε μια συγκυρία που κάθε νέο ευρώ που μπαίνει στις τσέπες των κατοίκων, μέσω του πολλαπλασιαστή, έχει σημαντική επίδραση στην οικονομία.

Προς το παρόν, έχει από τον Σεπτέμβριο τεθεί σε λειτουργία από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) ψηφιακή πλατφόρμα για την υποβολή δηλώσεων βραχυχρόνιας διαμονής, η οποία έχει ως σκοπό την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, με το φόβητρο υψηλών προστίμων, χωρίς όμως να επιβάλλει κάποιον περιορισμό ως προς τον αριθμό των ακινήτων που μπορεί να εκμισθώνει κανείς ή το χρονικό διάστημα της εκμίσθωσης. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα αποτελεί πλέον μια από τις αγορές όπου η Airbnb λειτουργεί ανεμπόδιστα.

Θα υπάρξει κάποια περαιτέρω ρύθμιση της εν λόγω δραστηριότητας στο μέλλον; Μένει να το δούμε. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός των οποίο επικαλούνται οι ξενοδόχοι ίσως είναι το μόνο πεδίο στο οποίο θα έπρεπε να εξεταστεί άμεσα κάποια ρύθμιση – από το φόρο διαμονής που επιβλήθηκε σε τουριστικά καταλύματα από την 1 Ιανουαρίου 2018 στην πραγματικότητα εξαιρέθηκαν οι οικοδεσπότες που δεν παρέχουν στους διαμένοντες “λοιπές υπηρεσίες πέραν των κλινοσκεπασμάτων”.

Βέβαια, δεν αποκλείεται την έλλειψη ρυθμιστικού πλαισίου να την υποκαταστήσει τελικά η νομολογία των δικαστηρίων, όπως προκύπτει για παράδειγμα από την πρόσφατη απόφαση που έλαβε το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, απαγορεύοντας τη βραχυχρόνια μίσθωση παραθεριστικής βίλας στη Χαλκιδική, μέσω πλατφόρμας τύπου Airbnb, επειδή παραβαίνει τον κανονισμό λειτουργίας του συγκροτήματος όπου βρίσκεται το ακίνητο. Υποχρεώνει μάλιστα την ιδιοκτήτρια να καταβάλει χρηματικό ποσό 4.400 ευρώ ως αποζημίωση στο κοινό ταμείο του συγκροτήματος.

Tο άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» την Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου.

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
Editor-in-Chief & CEO
Editor-in-Chief & CEO

Η Μαριάννα Σκυλακάκη είναι οικονομολόγος, εκδότρια και αρχισυντάκτρια της αθηΝΕΑς, του βραβευμένου ελληνικού διαδικτυακού μέσου ενημέρωσης που έχει τα μάτια του στραμμένα στο μέλλον. Σπούδασε Oικονομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Bristol και κατέχει μεταπτυχιακό στη Δημόσια Διοίκηση (MPA in Public Policy & Management) από τo London School of Economics. Ξεκίνησε την καριέρα της στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε ως αναλυτής στο τμήμα επενδυτικής τραπεζικής της Goldman Sachs για μια τριετία. Επέστρεψε στην Αθήνα και ίδρυσε την αθηΝΕΑ το 2014 με σκοπό να απευθυνθεί σε ένα ευρύ κοινό δραστήριων και απαιτητικών ελληνόφωνων αναγνωστών που αναζητούσαν μια ενημέρωση πιο κοντά στα δικά τους ενδιαφέροντα. Αρθρογραφεί τακτικά στον ελληνικό τύπο ως πολιτική και οικονομική αναλύτρια και έχει αποκομίσει σημαντική εμπειρία στο συντονισμό συζητήσεων σε συνέδρια και ημερίδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Εργάζεται παράλληλα ως σύμβουλος σε θέματα οικονομικών και δημόσιας διοίκησης, με ιδιαίτερη εμπειρία σε projects στον κλάδο του τουρισμού, της αγροδιατροφής και του clustering.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+