Μπέτυ Βερβαινιώτη: Μοσχοφίλερο και Οινοτουρισμός

Η ιστορία του Οινοποιείου Βερβαινιώτη/Vervenioti Winery δεν ξεκίνησε από το κρασί, αλλά από τη γη. Οι πρόγονοι της οικογένειας ήταν αγρότες: καλλιεργούσαν πατάτες, αχλάδια και σιτάρι, και πάντα, κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, υπήρχαν και αμπέλια.

Οι παππούδες της Μπέτυς Βερβαινιώτη έφτιαχναν ρετσίνα από Μοσχοφίλερο, όπως γινόταν τότε. Η επόμενη γενιά, οι γονείς της, άλλαξε σταδιακά όλες τις καλλιέργειες σε αμπέλια.

Εκείνη περιπλανήθηκε πριν αναλάβει το οινοποιείο, θέλοντας πρώτα να αποκτήσει ερεθίσματα και γνώση. Σπούδασε Χημεία στην Πάτρα και συνέχισε με μεταπτυχιακό στην Οινολογία και Αμπελουργία στο Montpellier SupAgro στη Γαλλία. Ακολούθησε ένα ερευνητικό project στο Geisenheim University στη Γερμανία και, μέσω προγράμματος ανταλλαγής φοιτητών, βρέθηκε και στο Kyoto University στην Ιαπωνία.

Δούλεψε σε οινοποιεία στην Αμερική, στην Πορτογαλία, στη Νέα Ζηλανδία και στην Αυστραλία, επιστρέφοντας κάθε φορά με κάτι μικρό αλλά ουσιαστικό: μια τεχνική, μια νοοτροπία, μια άλλη ματιά. Όταν επέστρεψε για τα καλά στην Ελλάδα, ήξερε πια ότι ήθελε να δώσει στα κρασιά της οικογένειας τη δική της «φωνή».

Η πρώτη εμφιάλωση υπό την επίβλεψή της έγινε το 2021 – ένα νέο κεφάλαιο για το οινοποιείο, αλλά και για την ίδια. Τρεις γενιές μετά συνεχίζουν να δουλεύουν με το ίδιο σταφύλι και στον ίδιο τόπο, αλλά και με την ίδια περιέργεια: να πειραματίζονται, να εξελίσσονται και να ανακαλύπτουν ξανά, κάθε χρονιά, τι μπορεί να «πει» το Μοσχοφίλερο της Μαντινείας.

Μεγάλωσες μέσα στο οινοποιείο και έχεις επιλέξει συνειδητά να επιστρέψεις σε αυτό. Ποια στιγμή ένιωσες ότι το κρασί δεν είναι απλώς οικογενειακή υπόθεση αλλά προσωπική σου ταυτότητα;

Δεν ήταν στιγμή-κεραυνός· ήταν σταδιακή συνειδητοποίηση. Το οινοποιείο ήταν ένα πολύ μεγάλο όνειρο του πατέρα μου – το αγαπούσε βαθιά και ήθελε να έχει συνέχεια. Οι αναμνήσεις μου από το αμπέλι έχουν μια αίσθηση κοινότητας. Έχουμε μεγάλη οικογένεια. Θυμάμαι τις μεγάλες γυναίκες να τραγουδούν κι εγώ να παίζω με τα ξαδέρφια μου ανάμεσα στα πρέμνα.

Όταν μεγάλωσα, θέλησα να διαμορφώσω μια δική μου προσέγγιση σε αυτό που είχε δημιουργήσει η οικογένειά μου. Ξεκίνησα να ταξιδεύω για να δω τεχνικές, εξοπλισμό, τρόπους, να γεμίσω ιδέες. Όσο ταξίδευα και δούλευα σε άλλους τόπους, καταλάβαινα ότι αυτό που με «κρατάει» δεν είναι μόνο η οικογενειακή ιστορία, αλλά η ανάγκη να εκφραστώ μέσα από το κρασί. Όταν ένιωσα ότι μπορώ να «πω» κάτι δικό μου με το Μοσχοφίλερο –όχι να το συνεχίσω απλώς–, τότε έγινε ταυτότητα.

Έχεις εμπειρίες από αμπελώνες και οινοποιεία εκτός Ελλάδας. Τι ήταν αυτό που, τελικά, σε έκανε να πιστέψεις βαθιά στο δυναμικό της Μαντινείας;

Η Μαντινεία με έκανε να πιστέψω βαθιά στο δυναμικό της γιατί, ως ζώνη ΠΟΠ, έχει σπάνια ισορροπία: ένα οροπέδιο στην καρδιά της Αρκαδίας, με μέσο ύψος περίπου 660 μέτρα, δροσιά και έντονες διαφορές θερμοκρασίας μέρας-νύχτας. Η ωρίμανση έρχεται αργά και ο τρύγος είναι όψιμος –συχνά μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου–, και αυτό είναι που δίνει στο Μοσχοφίλερο τη χαρακτηριστική του οξύτητα και αρωματική διάρκεια.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Όμηρος τη μνημονεύει και τη χαρακτηρίζει «πολυάμπελο». Ούτε ότι ο Παυσανίας κάνει ειδικό αφιέρωμα στον τόπο όπου γεννήθηκε ο πατέρας μου, αναφέροντάς τον ως «Ελισφάσιον». Για μένα, αυτό είναι το νόημα του δυναμικού: τόπος, κλίμα, ποικιλία – και μια παράδοση που κουβαλά ιστορία.

Το Μοσχοφίλερο συχνά παρεξηγείται ως πιο «εύκολο». Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σου, το πιο παρεξηγημένο στοιχείο του;

Το Μοσχοφίλερο έχει εντυπωθεί στο μυαλό πολλών ως μια ποικιλία «απλά» ανθική και αρωματική, ως «εύκολο». Ωστόσο έχει φυσικά υψηλή οξύτητα και καθαρή ένταση, που το καθιστούν πολύ πιο γαστρονομικό απ’ όσο περιμένεις. Και είναι, πραγματικά, ποικιλία με μεγάλη πλαστικότητα. Σήμερα το συναντάμε σε πολλές εκφράσεις: κλασικό λευκό ξηρό, αφρώδες (παραδοσιακή μέθοδος, μέθοδος charmat, pét-nat), ροζέ, αλλά και σε πιο πειραματικές προσεγγίσεις, με επαφή με τα στέμφυλα ή/και μεγαλύτερη παραμονή στις οινολάσπες.

Πώς δουλεύεις εσύ το Μοσχοφίλερο στο οινοποιείο; Τι προσπαθείς να αναδείξεις σε αυτό;

Εφαρμόζω οινοποιήσεις που αναδεικνύουν τον χαρακτήρα του και τις κλιματικές συνθήκες της εκάστοτε χρονιάς. Ξεκινώ πάντα από υγιές και σωστά ωριμασμένο σταφύλι. Μου αρέσει να προστατεύω το φρούτο και τη φρεσκάδα, να δουλεύω με χαμηλές θερμοκρασίες στη ζύμωση και να αφήνω χρόνο στις οινολάσπες όταν χρειάζεται, ώστε να χτίζεται στόμα χωρίς να βαραίνει. Κάνω ελάχιστες παρεμβάσεις· θέλω να φαίνεται ο τόπος και η δυναμική της ποικιλίας – όχι να «σκεπάζεται» από τεχνικές.

Αν και έχουμε γευτεί περισσότερες εκφράσεις του Μοσχοφίλερου, πιστεύεις ότι υπάρχουν ακόμη κάποιες «αχαρτογράφητες»; Πώς βλέπεις να εξελίσσεται η ποικιλία μελλοντικά;

Θεωρώ ότι πια η τάση στην οινοποίηση είναι να πειραματιζόμαστε και να δοκιμάζουμε πόσες εκφράσεις μπορούν να μας δώσουν οι γηγενείς ποικιλίες. Επομένως, το Μοσχοφίλερο έχει ακόμη πολλά να δείξει: πιο τολμηρές εκχυλίσεις, διαφορετικά δοχεία παλαίωσης (αμφορείς, βαρέλια, τσιμεντένιες δεξαμενές), αφρώδεις εκφράσεις κ.λπ. Μελλοντικά, βλέπω να ξεφεύγει από το στερεότυπο και να στέκεται ως ποικιλία με εύρος που μπορεί να αλλάζει πρόσωπο από οινοποίηση σε οινοποίηση.

Το pét-nat που έχεις δημιουργήσει ξεχωρίζει για τη φρεσκάδα και την καθαρότητά του. Τι σε ώθησε να πειραματιστείς με αυτή την οινοποίηση και τι σε γοητεύει σε αυτήν;

Με ώθησε η ανάγκη να φτιάξω ένα αφρώδες κρασί που να είναι πραγματικά φρέσκο, αρωματικό και άμεσο. Θεωρώ ότι το να αποχωρίζεται από τις οινολάσπες όταν είναι έτοιμο είναι θεμιτό, καθώς η παρατεταμένη παραμονή μπορεί κάποιες φορές να σκεπάσει τα ποικιλιακά αρώματα του Μοσχοφίλερου.

Με γοητεύει και το συναίσθημα της φυσαλίδας – είναι δεμένη με ευχάριστες στιγμές, ήθελα το κρασί μου να ανήκει εκεί. Διάλεξα pét-nat αντί για παραδοσιακή μέθοδο γιατί έχει λιγότερες παρεμβάσεις, αφού δεν χρειάζεται να προσθέσω σάκχαρα ή ζύμες.

Είναι το pét-nat ένα κρασί «στιγμής» ή μπορεί, κατά τη γνώμη σου, να σταθεί ισάξια δίπλα σε πιο κλασικές αφρώδεις εκφράσεις;

Το pét-nat δεν είναι απλώς κρασί «στιγμής», αλλά ούτε προσπαθεί να ξεπεράσει τα παραδοσιακά αφρώδση κρασιά. Στέκεται δίπλα τους ως ξεχωριστό στιλ: πιο αυθόρμητο, φυσικό, με πιο έντονο φρούτο και συχνά άγρια γοητεία. Δεν αντικαθιστά τη σαμπάνια ή ένα παραδοσιακό αφρώδες, αλλά προσφέρει μια διαφορετική εμπειρία – λιγότερο τελετουργική, πιο άμεση και ζωντανή.

Ο οινοτουρισμός στη Μαντινεία μοιάζει να περνά σε νέα φάση. Τι ζητά σήμερα ο επισκέπτης του οινοποιείου και πώς μπορεί η περιοχή να του το προσφέρει αυθεντικά;

Ο οινοτουρισμός στη Μαντινεία περνά σε μια πιο ολιστική εμπειρία της παραγωγικής διαδικασίας και του τόπου. Ο σημερινός επισκέπτης ζητά ιστορία, επαφή με τον άνθρωπο πίσω από το κρασί, χρόνο στη φύση και μια αίσθηση συμμετοχής: να δει από κοντά τι σημαίνει αμπέλι και οινοποίηση, να καταλάβει τα στάδια, να νιώσει ότι «μπαίνει» για λίγο μέσα στη διαδικασία.

Η περιοχή το προσφέρει, καθώς οι παραγωγοί είναι παρόντες και διαθέσιμοι, και οι εμπειρίες συνδέονται συχνά με την τοπική κουζίνα, ώστε ο επισκέπτης να αποκτά μια ολοκληρωμένη εικόνα: τόπος, άνθρωποι, κρασί και φαγητό μαζί.

Τι σημαίνει για σένα φιλοξενία στο οινοποιείο;

Για μένα, φιλοξενία στο οινοποιείο σημαίνει να ανοίγεις τον χώρο σου και να μοιράζεσαι όμορφες στιγμές και ιστορίες. Υποδεχόμαστε τους επισκέπτες γύρω από ένα τραπέζι με παραδοσιακά προϊόντα, λαχανικά από το μποστάνι του πατέρα μου και φαγητό φτιαγμένο από τα χέρια της μητέρας μου.

Ταυτόχρονα, θεωρώ σημαντικό να καταλαβαίνουν τι κρύβεται πίσω από ένα ποτήρι κρασί: τους εξηγούμε κάθε στάδιο της αμπελοκαλλιέργειας και της οινοποίησης και, όποιος το επιθυμεί, μπορεί να συμμετάσχει στον τρύγο ή ακόμη και στην εμφιάλωση για να ζήσει από κοντά τη διαδικασία.

Αν έπρεπε να συστηθείς σε κάποιον που δοκιμάζει για πρώτη φορά τα κρασιά σου, ποια λέξη ή συναίσθημα θα ήθελες να του μείνει ως επίγευση;

Η λέξη που θα ήθελα να του μείνει είναι το «μοίρασμα». Η αίσθηση ότι το κρασί δεν ανήκει μόνο σε αυτόν που το έφτιαξε, αλλά γίνεται αφορμή για παρέα, κουβέντα και σύνδεση. Θα ήθελα ο άλλος να νιώσει πως, από το πρώτο ποτήρι, συμμετέχει κι εκείνος στην ιστορία του τόπου και των ανθρώπων πίσω από το κρασί.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ: 

Carpe Vinum Vol.15 | Το Μέλλον Επιταχύνει. Εμείς Τι Πίνουμε;

Μεγάλα Κόκκινα Κρασιά 2025: Μια Kορυφαία Oινική Eμπειρία

La Griglia Da Routsis: Γαστρονομικό Ταξίδι στην Καρδιά της Δράμας

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
CARPE VINUM
CARPE VINUM

Η Μαρία είναι Δικηγόρος Αθηνών αλλά και γκαλερίστα. Μεγαλωμένη σε κοσμοπολίτικο περιβάλλον και ζώντας για πολλά χρόνια στο εξωτερικό ανέπτυξε μια ιδιαίτερη σχέση με το κρασί και τη γαστρονομία, την οποία ακολουθεί πάντα και παντού! Δεν κρύβει ποτέ την παράφορη αγάπη της για την Αθήνα και μοιράζεται μαζί μας μικρά μυστικά από τον χώρο της γαστρονομίας.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+