Βλέποντας την Αθήνα από ψηλά βλέπουμε και χιλιάδες αναξιοποίητες δυνατότητες. Οι ταράτσες, αυτός ο «υπολειμματικός» χώρος της πολυκατοικίας, μπορούν να γίνουν κήποι, λιλιπούτειες παραγωγικές μονάδες, σινεμά, μικρά ενεργειακά πάρκα. Το πιο παραμελημένο επίπεδο της πόλης ίσως είναι το πιο ελπιδοφόρο.
Σε κάποιο μάθημα του τρίτου εξαμήνου, ο καθηγητής άνοιξε το google maps ώστε να βλέπουμε την πόλη από ψηλά και μας ρώτησε: «τι βλέπετε;». Κοιταχτήκαμε με τη βεβαιότητα ότι η απάντηση δεν θα ήταν προφανής και αρχίσαμε να δοκιμάζουμε: «την Αθήνα», «πυκνότητα», «δρόμους», «ελάχιστο πράσινο», «γκρίνια» [γέλια…]. Ο καθηγητής μάς κοιτούσε με απορία μέχρι που ακούστηκε από το βάθος της αίθουσας: «ταράτσες».
«Σωστά! Αυτό βλέπετε. Χιλιάδες ταράτσες. Και πιο σωστά, χιλιάδες άδειες ταράτσες. Οπότε σήμερα θα συζητήσουμε τι μπορεί να τις γεμίσει».
Και αν οι ιδέες που μαζέψαμε εκείνο το εξάμηνο σχετικά με τις δυνατότητες των ταρατσών ήταν μάλλον εξεζητημένες, η συλλογή ιδεών εμπλουτίζεται έκτοτε με πολύ πιο ρεαλιστικά −αλλά και ευφάνταστα− σχέδια: ταράτσες με παρτέρια όπου καλλιεργούνται από μυρωδικά μέχρι λάχανα, ταράτσες που γίνονται κυριολεκτικά μικρά πάρκα χάρη στις τολμηρές φυτεύσεις δέντρων (σε μεγάλες γλάστρες), ταράτσες στις οποίες οι Επαρχειώτισσες φίλες μου κάνουν γιόγκα τις ημέρες με περιορισμένη ηλιοφάνεια, ταράτσες που φιλοξένησαν το Taratsa Film Festival, ταράτσες που γίνονται επίσημα ή ανεπίσημα μπαρ και ταράτσες που γεμίζουν φωτοβολταϊκά για να καλύψουν τις ανάγκες ολόκληρων πολυκατοικιών.
«Είναι σημαντικό να ανακαλύψουμε αυτή την επιπλέον επιφάνεια των πόλεών μας. Είναι κρίμα σε πόλεις που δεν έχουν χώρο να τον αφήνουμε να πηγαίνει χαμένος».
«Οι ταράτσες είναι καταγεγραμμένες στην αστική συνείδηση σαν υπολειμματικός χώρος, σαν χώρος που “περισσεύει”, ενώ στην πραγματικότητα έχουν άπειρες δυνατότητες», μου λέει ο Νίκος Χατζηλίας, εμπνευστής της Αστικής Μέλισσας, που παράγει και πουλάει μέλι από μελίσσια τοποθετημένα σε ταράτσες της Αθήνας.
«Ασχολιόμουν με τη μελισσοκομία παράλληλα με το κύριο επάγγελμά μου και όταν κάποια μελίσσια μας αρρώστησαν, τα φέραμε από το βουνό στην ταράτσα μας στη Γλυφάδα για να τα παρακολουθούμε. Η έκπληξή μας ήταν μεγάλη όταν είδαμε ότι όχι μόνο δυνάμωσαν, αλλά έγιναν και πολύ παραγωγικότερα. Έτσι ενεργοποιήσαμε ταράτσες φίλων μας, για να δούμε ποιες περιοχές της Αθήνας βγάζουν το καλύτερο μέλι.

Από το 2020, η μελισσοκομία είναι το βασικό μου επάγγελμα και αυτή τη στιγμή υπάρχουν 25 μελίσσια μας, σε μικρές ομάδες, σε διάφορες ταράτσες της πόλης. Η χλωρίδα είναι, δυστυχώς, περιορισμένη, αλλά άφθονη σε ποικιλία. Το μέλι προκύπτει κυρίως από ευκάλυπτους, νεραντζιές και ακακίες, αλλά, επειδή οι Αθηναίες μέλισσες δεν έχουν ανταγωνισμό, είναι πολύ παραγωγικές».
Ο Νίκος μιλάει με ενθουσιασμό για το εγχείρημα της Αστικής Μέλισσας, ακόμη και όταν τον ρωτάω για τα εμπόδια ή τις αντιδράσεις που έχουν συναντήσει αυτά τα χρόνια. «Εννοείται ότι υπάρχουν αντιδράσεις, οι κάτοικοι των πόλεων έχουν απομακρυνθεί τελείως από τη φύση, φοβούνται τα έντομα σε παράλογο βαθμό. Αλλά εγώ το βλέπω ως ένα παράλληλο όφελος της αστικής μελισσοκομίας: ότι οι άνθρωποι ανακτούν μια ελάχιστη επαφή με το φυσικό περιβάλλον και τις δυνατότητές του».
Τη συζήτησή μας διακόπτει ένα τηλεφώνημα, μία κυρία τον ρωτάει αν θα μπορούσαν να διαθέσουν την ταράτσα τους για να τοποθετήσει μερικά από τα μελίσσια της η Αστική Μέλισσα. Καταλαβαίνω ότι είναι ενθουσιώδης με την προοπτική, πράγμα που επιβεβαιώνει ο Νίκος κλείνοντας το τηλέφωνο. «Δεν μπορείς να φανταστείς τη χαρά που διαδέχεται τον όποιο αρχικό ενδοιασμό. Όταν παίρνουν το μέλι που έχει παραχθεί στην ταράτσα τους, γελάνε σαν μικρά παιδιά. Αναλαμβάνουμε όλη τη διαδικασία βέβαια εμείς, δεν εμπλέκονται πουθενά, μας δίνουν μόνο τον χώρο τους».
Σε όλη τη διάρκεια της κουβέντας αναρωτιέμαι πόσο ρεαλιστικό είναι να φανταστούμε τις ταράτσες της Αθήνας σαν χώρους παραγωγής: μικρές καλλιέργειες, κοτέτσια, μελίσσια και ό,τι άλλο, ένα επίπεδο πρωτογενούς τομέα πάνω από την πόλη. «Δεν ξέρω πόσο ρεαλιστικό είναι, χρειάζεται σεβασμός και στις μέλισσες και στους ανθρώπους. Αλλά είναι σημαντικό να ανακαλύψουμε αυτή την επιπλέον επιφάνεια των πόλεών μας. Είναι κρίμα σε πόλεις που δεν έχουν χώρο να τον αφήνουμε να πηγαίνει χαμένος. Όπως συμβαίνει και με τους ακάλυπτους».
Αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Μια Λεμονιά Ανθίζει στη Γειτονιά


