Την 1η Οκτωβρίου 2017, κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της Καταλονίας, το πρόσωπο και η φωνή της Marta T. έγιναν μέσα σε λίγες ώρες viral. Το βίντεο που την έδειχνε να σύρεται βίαια από αστυνομικούς έξω από ένα εκλογικό τμήμα τη μετέτρεψε αστραπιαία σε σύμβολο κρατικής βίας στην καρδιά μιας ευρωπαϊκής δημοκρατίας.
Μέσα στο χάος εκείνης της ημέρας, η Marta έστειλε ένα ηχητικό μήνυμα λέγοντας ότι τα δάχτυλά της είχαν σπάσει. Η εικόνα και τα λόγια της διαδόθηκαν σε ολόκληρη την Ισπανία. Λίγες ημέρες αργότερα, όταν οι γιατροί διέψευσαν την αρχική της πεποίθηση ότι τα δάχτυλά της είχαν σπάσει, η Marta προσπάθησε να εξηγήσει τι είχε πραγματικά συμβεί. Όμως, αντί να αποκατασταθεί η αλήθεια, βρέθηκε στο στόχαστρο μιας σφοδρής δημόσιας επίθεσης. Τα προσωπικά της δεδομένα διέρρευσαν και χιλιάδες υβριστικά, απειλητικά και μισογυνικά μηνύματα κατέκλυσαν το τηλέφωνό της.
Η ιστορία της Marta έγινε ντοκιμαντέρ από την Ισπανίδα σκηνοθέτρια, σεναριογράφο και παραγωγό Anna M. Bofarull. Ίσως το «Rebel» –που προβάλλεται στις 6 και 7 Μαρτίου στο 28ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης– να συμβάλλει στην αποκατάσταση της χαμένης αξιοπρέπειας αυτής της νεαρής γυναίκας. Ή, τουλάχιστον, να της επιτρέψει να ξεφύγει από τη βαναυσότητα των viral ιστοριών που τρέφουν την αδηφαγία των μέσων και του διαδικτύου, αφήνοντας τους πρωταγωνιστές τους να παλεύουν μόνοι με τις συνέπειες της δημόσιας έκθεσης.
Υπάρχουν πολλές γυναίκες σαν τη Marta που θα παραμείνουν για πάντα εγκλωβισμένες σε μια viral εικόνα. Υπό αυτή την έννοια, ίσως η η ηρωίδα του «Rebel» να είναι τυχερή. Γιατί οι viral εικόνες ανακυκλώνουν μόνο στιγμές αλήθειας και, όπως λέει η δημιουργός του ντοκιμαντέρ Anna M. Bofarull στη συνέντευξή μας «η ζωή είναι πολύ σύνθετη για να μιλάμε για μία μόνο πραγματικότητα».
Γιατί επιλέξατε να μετατρέψετε την ιστορία της Marta T. σε ντοκιμαντέρ;
Ανακάλυψα για πρώτη φορά την ιστορία της Marta στο κινητό μου, τη στιγμή που το βίντεό της γινόταν viral. Με συγκίνησε βαθιά· η βία στράφηκε εναντίον της, αλλά θα μπορούσε να είχε συμβεί και σε μένα –και σε πολλούς άλλους–, καθώς βρισκόμουν κι εγώ σε εκλογικό τμήμα την ίδια ημέρα.
Γι’ αυτό αποφάσισα να την ακολουθήσω και να αφηγηθώ την ιστορία της, αφιερώνοντας χρόνο για να την κατανοήσω – κάτι που τα μέσα ενημέρωσης δεν έκαναν. Απλώς είδαν ένα βίντεο και έχτισαν ολόκληρη αφήγηση γύρω από αυτό, χωρίς καν να ρωτήσουν το άτομο που βρισκόταν εκεί.
«Από την αρχή υπήρχε και μια άλλη πρόκληση: πώς να κινηματογραφήσεις μια γυναίκα τραυματισμένη από τη δημόσια έκθεση χωρίς να την εκθέσεις ξανά. Ήταν ένα ηθικό δίλημμα».
Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε κατά τη δημιουργία του «Rebel»;
Ήταν αρκετά περίπλοκο, γιατί από την αρχή κατάλαβα ότι υπήρχε πίεση να μην υποστηριχθεί το πρότζεκτ λόγω της πολιτικής φύσης της ταινίας. Για χρόνια ήταν σχεδόν αδύνατο να εξασφαλιστεί χρηματοδότηση στην Καταλονία και στην Ισπανία. Μόνο όταν ο Σλοβένος παραγωγός, ο Rok Bicek, μπήκε στο εγχείρημα και μπορέσαμε να αρχίσουμε να συγκεντρώνουμε χρήματα και να συνεχίσουμε τα γυρίσματα.
Τους πρώτους μήνες, πάντως, ήμασταν μόνο εγώ, η κάμερά μου και ο χρόνος που περνούσα ακολουθώντας τη Marta και προσπαθώντας να καταλάβω τι είχε συμβεί. Από την αρχή υπήρχε και μια άλλη πρόκληση: πώς να κινηματογραφήσεις μια γυναίκα τραυματισμένη από τη δημόσια έκθεση χωρίς να την εκθέσεις ξανά. Ήταν ένα ηθικό δίλημμα.
Σε ποιο βαθμό χρησιμοποιήσατε πραγματικό ή δημοσιογραφικό υλικό από τα γεγονότα εκείνης της περιόδου;
Δεν μπόρεσα να συμπεριλάβω μεγάλο μέρος του υλικού που ειπώθηκε ή μεταδόθηκε για τη Marta, επειδή απαιτούνταν άδειες χρήσης και τα μέσα ενημέρωσης δεν μας έδωσαν πρόσβαση.
Χωρίς την άδεια της πιο γνωστής Ισπανίδας δημοσιογράφου δεν μπορώ να δείξω στο κοινό τι είχε πει τότε για τη Marta. Μία από τις πιο δύσκολες προκλήσεις της ταινίας ήταν πώς να αποτυπώσω την έκταση της δημοσιογραφικής παρενόχλησης χωρίς να μπορώ να δείξω το ίδιο το υλικό.
«Η ουσία αυτού του πρότζεκτ και της διαμάχης γύρω από τη Marta ήταν η συζήτηση για την αλήθεια και το ψέμα».
Τα δημιουργικά ντοκιμαντέρ υποτίθεται ότι αποτυπώνουν την πραγματικότητα. Πιστεύετε ότι υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα;
Νομίζω ότι η ζωή είναι πολύ σύνθετη για να μιλάμε για μία μόνο πραγματικότητα. Η ουσία αυτού του πρότζεκτ και της διαμάχης γύρω από τη Marta ήταν η συζήτηση για την αλήθεια και το ψέμα. Για μένα, η αλήθεια βρισκόταν στα λόγια και στα συναισθήματά της. Πιστεύω ότι έλεγε την αλήθεια, αλλά τα γεγονότα –τα οποία δεν μπορούσε να γνωρίζει εκείνη τη στιγμή– απέδειξαν αργότερα ότι έκανε λάθος. Αυτό όμως σημαίνει ότι έλεγε ψέματα;
Ο καθένας πιθανότατα θα έχει διαφορετική άποψη και ίσως να μην υπάρχει μία σωστή απάντηση. Τα δημιουργικά ντοκιμαντέρ έχουν τη δύναμη να παρουσιάζουν αυτά τα διλήμματα και να δίνουν χρόνο στο κοινό να τα σκεφτεί.
Υποστηρίζετε ή αντιτίθεστε στην ανεξαρτησία της Καταλονίας;
Δεν νομίζω ότι αυτή είναι η πιο ουσιαστική ερώτηση, γιατί το ντοκιμαντέρ δεν προσπαθεί να πείσει κανέναν να ψηφίσει με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Το βασικό μου ενδιαφέρον είναι πώς ανώνυμα άτομα σε ένα τέτοιο πλαίσιο γίνονται στόχοι και καταστρέφονται σε προσωπικό επίπεδο.
Προσωπικά, ωστόσο, υποστηρίζω την ανεξαρτησία της Καταλονίας και βρισκόμουν σε εκλογικό τμήμα την 1η Οκτωβρίου 2017. Δεν προσπαθώ να πείσω κανέναν να ψηφίσει όπως εγώ, αλλά υπερασπίζομαι το δικαίωμα του καθενός να ψηφίζει σύμφωνα με αυτό που θεωρεί καλύτερο για την κοινωνία μας.
Πριν είμαι υπέρ της ανεξαρτησίας, είμαι υπέρ της δημοκρατίας και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί εγώ και οι συμπολίτες μου δεν μπορούμε να ψηφίσουμε με βάση τις πεποιθήσεις μας για το είδος της κοινωνίας που θέλουμε.
«Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ουσιαστικά δείχνουν στον καθένα μας μια κοινότητα που αντανακλά τη δική μας αντίληψη για τον κόσμο. Δημιουργούν την εντύπωση ότι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται όπως εμείς, κάτι που φυσικά διαστρεβλώνει την πραγματικότητα».
Περιορίζεται η χρήση βίας μόνο σε ακροδεξιά ή φασιστικά καθεστώτα;
Είναι ένα πολύ σύνθετο ερώτημα που θα απαιτούσε ανάλυση με στοιχεία από διαφορετικούς τόπους και εποχές της Ιστορίας. Ωστόσο, αν δούμε τι συνέβη στην Καταλονία το 2017, είναι σαφές ότι μια κυβέρνηση –είτε αριστερή είτε δεξιά–, όταν αισθάνεται ότι απειλούνται οι βασικές της δομές, θα χρησιμοποιήσει βία και καταστολή για να διατηρήσει το status quo.
Η ισπανική αστυνομία έλαβε εντολή να χτυπήσει πολίτες, νέους και ηλικιωμένους, που βρίσκονταν εκεί απλώς για να ψηφίσουν ειρηνικά. Η βία προήλθε μόνο από τη μία πλευρά και, μάλιστα, αργότερα, οι πρώτοι που έτυχαν αμνηστίας ήταν οι αστυνομικοί που κατηγορούνταν για επιθέσεις εκείνη την ημέρα.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα ή απλώς την ενισχύουν;
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ουσιαστικά δείχνουν στον καθένα μας μια κοινότητα που αντανακλά τη δική μας αντίληψη για τον κόσμο. Δημιουργούν την εντύπωση ότι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται όπως εμείς, κάτι που φυσικά διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Ταυτόχρονα, όμως, μπορούν να μας βοηθήσουν να εντοπίσουμε τάσεις που τα παραδοσιακά μέσα δεν παρουσιάζουν. Είναι ένα ενδιαφέρον παράθυρο στον κόσμο, αλλά πρέπει να γνωρίζουμε ότι δεν είναι ο πραγματικός κόσμος ούτε ο μοναδικός – είναι απλώς ένα κομμάτι του.
«Γιατί υπάρχει τόσος θυμός απέναντι σε μια γυναίκα που απλώς προσπαθούσε ειρηνικά να ψηφίσει; Γιατί να την αποκαλείς “πόρνη” επειδή φορούσε κοντή φούστα; Τίποτα από αυτά δεν είχε νόημα· ήταν απλώς μια προσπάθεια να πληγεί μια ανώνυμη γυναίκα σε ένα πολιτικό πλαίσιο».
Τι θα λέγατε σε όλους όσοι προσέβαλαν αδιάκοπα τη Marta T., χρησιμοποιώντας σεξιστικά στερεότυπα;
Όλες αυτές οι προσβολές ήταν απλοϊκές και παιδαριώδεις. Σε μια συζήτηση δεν μπορείς απλώς να συνεχίζεις να προσβάλλεις τον άλλον. Κανείς δεν το αξίζει αυτό. Γιατί υπάρχει τόσος θυμός απέναντι σε μια γυναίκα που απλώς προσπαθούσε ειρηνικά να ψηφίσει; Γιατί να την αποκαλείς «πόρνη» επειδή φορούσε κοντή φούστα; Τίποτα από αυτά δεν είχε νόημα· ήταν απλώς μια προσπάθεια να πληγεί μια ανώνυμη γυναίκα σε ένα πολιτικό πλαίσιο.
Πώς μπορεί ένα άτομο να αντισταθεί στην οργανωμένη κρατική βία;
Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα πίσω από την ταινία. Ως πολίτες μπορούμε να οργανωθούμε και να χρησιμοποιήσουμε τους δημοκρατικούς κανόνες για να αλλάξουμε την κοινωνία προς το καλύτερο. Ωστόσο, στην Καταλονία το 2017 ήμασταν μάλλον αφελείς. Εμπιστευτήκαμε το δημοκρατικό πλαίσιο της Δυτικής Ευρώπης και πιστεύαμε ότι ο φασισμός και οι δικτατορίες ανήκαν στο παρελθόν.
Ακόμη και πολιτικοί κατέληξαν στη φυλακή ή στην εξορία απλώς επειδή οργάνωσαν μια ψηφοφορία. Κανείς δεν περίμενε μια τόσο βίαιη αντίδραση από το κράτος. Σήμερα έχω περισσότερη εμπειρία και είμαι πεπεισμένη ότι ένα άτομο μόνο του δεν μπορεί πραγματικά να αντιπαρατεθεί με το κράτος και να ελπίζει σε θετική έκβαση. Χρειάζεται κάτι μεγαλύτερο, συλλογικό και ισχυρότερο.
Πώς μπορεί μια γυναίκα να αντισταθεί σε νοοτροπίες αιώνων που τη θεωρούν κατώτερη;
Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Η πατριαρχία υπήρχε πάντα και οι γυναίκες αγωνίζονται εδώ και πολύ καιρό για να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους – και θα συνεχίσουν να το κάνουν. Ο σεβασμός, η ευφυΐα και η λογική πρέπει να είναι τα όπλα μας. Ως δημιουργός ντοκιμαντέρ πιστεύω ότι το σινεμά και η αφήγηση ιστοριών μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο το κοινό αντιλαμβάνεται πολλά ζητήματα.
Πρέπει, λοιπόν, να συνεχίσουμε να αφηγούμαστε ιστορίες και να εκπαιδεύουμε νέες γενιές θεατών. Οι παλιές νοοτροπίες κάποια στιγμή θα εκλείψουν. Ας εστιάσουμε σε όσους είναι ανοιχτοί και πρόθυμοι να διαμορφώσουν τη δική τους οπτική για τον κόσμο.
Αν η Marta T. ήταν άνδρας, πιστεύετε ότι τα σχόλια θα ήταν εξίσου βίαια και σεξιστικά;
Φυσικά και όχι. Είμαι απολύτως βέβαιη γι’ αυτό. Τα σχόλια ίσως να ήταν θυμωμένα ή επιθετικά λόγω της πολιτικής διάστασης, αλλά ήταν ιδιαίτερα χυδαίο το γεγονός ότι την προσέβαλαν ως γυναίκα – την αποκαλούσαν πόρνη που προκαλούσε σεξουαλικά τους αστυνομικούς, τη μειίωναν ως σεξουαλικό αντικείμενο.
Πώς θα περιγράφατε τη Marta T. σε μία πρόταση;
Η Marta είναι μια γενναία γυναίκα που εκτέθηκε και κρίθηκε άδικα σε ένα πολιτικό πλαίσιο και εξακολουθεί να προσπαθεί να διαχειριστεί τις συνέπειες που αυτό είχε στη ζωή της.
Πολλοί λένε «αρκετά με τον φεμινισμό». Ποια είναι η απάντησή σας;
Ποτέ! Μπορεί να πιστεύουμε ότι ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες έχουν φτάσει σε ένα ελάχιστο επίπεδο ισότητας, όμως η πρόσφατη ιστορία δείχνει ότι όπου οι γυναίκες δεν αγωνίζονται για να διατηρήσουν τα δικαιώματά τους –ή όπου η ακροδεξιά αποκτά δύναμη– μπορούμε πολύ γρήγορα να επιστρέψουμε σε σκοτεινές εποχές. Επομένως, ποτέ δεν υπάρχει «αρκετός» φεμινισμός. Πρέπει πάντα να αγωνιζόμαστε ώστε τα δικαιώματα των γυναικών να προστατεύονται.
