Η Αθήνα στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης: Πέρα από το Οικείο

Η Αθήνα στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Μέσα από το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, η Αθήνα ξεδιπλώνεται ως ένα σύνολο από ιστορίες που συνυπάρχουν χωρίς να συναντιούνται πάντα: χώροι, άνθρωποι, διαδρομές και σιωπές. Η πόλη, γίνεται παρατηρητής αλλά και αφηγητής, αποκαλύπτοντας ότι όσα θεωρούμε γνώριμα ίσως δεν είναι τελικά τόσο αυτονόητα.

«Μου αρέσει που η πόλη δεν μας ρωτάει τίποτα».

Όσες φορές κι αν είδα το σποτάκι που ετοίμασε ο Στηβ Κρικρής για το φετινό, 28ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης, στεκόμουν σε αυτήν την ίδια φράση, προσπαθώντας να αποφασίσω αν συμφωνώ ή διαφωνώ, αν οι πόλεις πρέπει να σε ρωτάνε (για τις ανάγκες σου, τις προσδοκίες σου, τις στενοχώριες σου ή όσα σε δυσκολεύουν) ή αν πρέπει να σε χωράνε χωρίς να τις απασχολεί ποιος είσαι, γιατί ήρθες και πόσο θα μείνεις. Και οι δύο απαντήσεις μου φαίνονται σωστές, ανάλογα με την πλευρά που στέκεσαι ή την ηλιοφάνεια.

Από τις 5 μέχρι τις 15 Μαρτίου, η Θεσσαλονίκη υποδέχτηκε χιλιάδες φίλους και γνωστούς, φίλους δικούς της αλλά και του ντοκιμαντέρ: αυτού του κινηματογραφικού είδους που έχει τη δυνατότητα να σου αποκαλύπτει τόπους, ανθρώπους και ιστορίες που, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, οι πορείες σας δεν θα διασταυρώνονταν ποτέ.

Με αυτή την σκέψη βγήκα από τις πρώτες προβολές που παρακολούθησα στη διάρκεια της φετινής διοργάνωσης: για ένα χωριό της βόρειας Νορβηγίας που ζει από το ψάρεμα μπακαλιάρου, για το μεγαλύτερο σεξ κλαμπ του Βερολίνου, για μία δημοτική πισίνα στην ιαπωνική επαρχία που αποτελούσε μοναδικό σημείο συνάντησης μέχρι να κατεδαφιστεί για να χτιστούν στη θέση της σχολεία και κατοικίες.

Παράλληλα όμως, τα ντοκιμαντέρ σου δίνουν τη δυνατότητα να ακούσεις ιστορίες που νομίζεις πως έχεις ακούσει χιλιάδες φορές και τις ξέρεις απέξω κι ανακατωτά με μια νέα αφήγηση, με καινούργιες λέξεις. Το φετινό πρόγραμμα είχε 8 ντοκιμαντέρ που αφορούσαν την Αθήνα και με αυτήν την προσδοκία προσπάθησα να δω όσα περισσότερα μπορούσα.

Η Ιερά οδός αποκαλύπτεται ως ένας μοναδικός πυκνωτής της αθηναϊκής ιστορίας.

«Δύο πράγματα δεν βαριέμαι ποτέ: τα ποπ κορν και την κουβέντα για τη μοναδικότητα της αθηναϊκής πολυκατοικίας», άκουσα μια κοπέλα να λέει στην αναμονή για την προβολή του ντοκιμαντέρ «Η Δημόσια Ιδιωτική Οικία – 9 Στροφές για την Αθήνα». Η ταινία του Τάσου Λάγγη, σε παραγωγή του Onassis Culture, είναι μια ελεύθερη απόδοση του βιβλίου «37 Ιστορίες Αθηναϊκών Πολυκατοικιών».

Περιφέρεται στην πόλη και συνομιλεί με τους κατοίκους της: εφήβους που έρχονται από την επαρχία για να κυνηγήσουν το «athenian dream», παιδιά μεταναστών γεννημένα και μεγαλωμένα σε δρόμους οι οποίοι είναι ακόμη αφιλόξενοι, πουλιά που αναζητούν πράσινο, μεσήλικες που έφυγαν από το κέντρο για μια ζωή στα προάστια και μεγαλώνοντας επιστρέφουν αναζητώντας τον παλμό του. Συνδετικός τους κρίκος, η πολυκατοικία, όχι απλώς ως κτίσμα, αλλά ως αρχείο ζωών, χρήσεων, ονείρων, μεταμορφώσεων και αποχωρισμών.

«Δεν υπάρχει τίποτα το ιερό εδώ», σχολιάζει ένας άντρας στο ξεκίνημα της ταινίας «Ιερά Οδός, 21 χλμ.». Κι όμως, όσο η ταινία συνεχιζόταν δεν σταμάτησα να σκέφτομαι ότι η συνύπαρξη όλων αυτών των στοιχείων που χαρτογραφεί η Νικολέτα Παράσχη είναι αυτό ακριβώς: ιερή. Τα 21 χιλιόμετρα που συνδέουν τον Κεραμεικό με την Ελευσίνα μοιάζει να τα χωράνε όλα: αρχαιολογικά ευρήματα, βυζαντινές εκκλησίες, νυχτερινά κέντρα, την Εθνική Ταινιοθήκη, το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, συνεργεία, τον Βοτανικό Κήπο του Διομήδους, καντίνες και αστικά υπολείμματα. Η Ιερά οδός αποκαλύπτεται ως ένας μοναδικός πυκνωτής της αθηναϊκής ιστορίας.

Για την πλατεία της Ομόνοιας έχω κάνει τόσες φορές τη σκέψη: πώς μπορεί να είναι τόσο εσωστρεφής παρά την κεντρικότητά της;

Την «Πλατεία Αοράτων» την είδα online, αξιοποιώντας τη δυνατότητα που σου δίνει το φεστιβάλ να δεις όσες ταινίες δεν προλάβεις στις αίθουσες από το σαλόνι σου. Και όταν τελείωσε, την έβαλα να παίξει ξανά, παρατηρώντας την αυτή τη φορά με περισσότερη προσοχή. Για την πλατεία της Ομόνοιας έχω κάνει τόσες φορές τη σκέψη: πώς μπορεί να είναι τόσο εσωστρεφής παρά την κεντρικότητά της;

Οι δρόμοι και τα κτίρια τριγύρω της κρύβουν συνειδητά ή ασυνείδητα εκατοντάδες μικρές ιστορίες, εκατοντάδες φυλές. Ίσως τις ίδιες σκέψεις έκανε και ο Θεόδωρος Σελέκος, ο σκηνοθέτης της, και πήρε την κάμερα επιχειρώντας να καταγράψει μικρά κείμενα γύρω από την Ομόνοια και τη μελαγχολία της πλατείας που αναζητά τον ρόλο της στη σύγχρονη Αθήνα.

Το «Τελευταίο Έλατο» των Ίωνος Ευθυμίου και Παναγιώτη Κυριακάκη παρατηρεί την Αθήνα από ψηλά: ανεβαίνει στην Πάρνηθα, στο μεγαλύτερο οικοσύστημα της Αττικής, και καταγράφει τη σταδιακή απαξίωσή του: την καταπάτηση πράσινων εκτάσεων με σκοπό την ανοικοδόμηση, τη χωματερή της Φυλής, την εγκατάλειψη ιστορικών κτιρίων, την ελλιπή δασοπροστασία και τον περιορισμό της πρόσβασης σε χώρους που θα μπορούσαν να αποτελέσουν «απόδραση» για τους κατοίκους της πρωτεύουσας.

«Στην Ελλάδα δεν υπάρχει σχεδιασμός για χώρους πρασίνου, συμβαίνουν χωρίς να το έχουμε προσπαθήσει και αντί να τους σεβαστούμε και να τους προστατέψουμε, τους καταστρέφουμε με κάθε τρόπο». Η πραγματικότητα που παρουσιάζει το ντοκιμαντέρ είναι αποκαρδιωτική, τόσο που βγαίνοντας από την προβολή αναρωτιέται κανείς αν αυτό το ζοφερό μέλλον που περιγράφει θα μπορούσε να είναι αναστρέψιμο.

Μπορεί η Αθήνα να είναι μια πόλη που δεν μας ρωτάει και πολλά −και αυτό να το εκλαμβάνουμε σαν αδιαφορία−, αλλά όταν τη ρωτάμε εμείς, έχει πολύ ωραίες ιστορίες να μας αφηγηθεί.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:

Η Μαρτυρία του Πολέμου Μέσα από τον Φακό του Don McCullin

Η Ανάγκη του «Ανήκειν» σε Offline Εκδοχή

Μια Λεμονιά Ανθίζει στη Γειτονιά

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ

Η Αθηνά Ριζοπούλου βρίσκει τις πόλεις συναρπαστικές και από τότε που γεννήθηκε κάνει ό,τι μπορεί για να τις καταλάβει καλύτερα. Σπούδασε Αρχιτεκτονική και σήμερα ασχολείται με τον Σχεδιασμό Επικοινωνίας.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+