Έμφυλη Ισότητα: Είναι Εφικτή;

Η αλλαγή αποτελεί, πιθανώς, το βασικότερο συστατικό της εξέλιξης. Πρόκειται για μία διαδικασία μεταμόρφωσης, η οποία εδράζεται στην ειλικρινή κατανόηση του διαφορετικού, αλλά και του εαυτού μας, και στη γνήσια δέσμευσή μας να απεγκλωβιστούμε από τις εκάστοτε πεποιθήσεις μας και τα γνώριμα νοητικά σχήματα και να επωφεληθούμε από, ασυνήθεις προς εμάς, αντιλήψεις. Συνήθως, οι άνθρωποι αλλάζουν όταν καλούνται να λειτουργήσουν σε μη γνώριμα περιβάλλοντα. Ωστόσο, πότε η αλλαγή μπορεί να θεωρηθεί γνήσια, και κατ’ επέκταση να διαρκέσει, και πότε είναι μόνο επιφανειακή και, συνεπώς, πρόσκαιρη;

Είναι πολύ συχνό το φαινόμενο να αντιμετωπίζουμε ως πρόβλημα τεχνικής φύσεως μία ποικιλόμορφη πρόκληση και να αναζητάμε εύκολες λύσεις σε σύνθετα ζητήματα. Όταν θέλουμε να μιλήσουμε, λόγου χάρη, για έμφυλη ισότητα, οφείλουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι δεν πρόκειται για ένα απλό θέμα με ευδιάκριτη λύση που θα προσφερθεί απλόχερα από αυθεντίες και ειδικούς.

Το ζήτημα της ουσιαστικής ισότητας μεταξύ φύλων απαιτεί, πάνω από όλα, να αποκτήσουμε ικανότητα προσαρμοστικότητας σε διαφορετικά νοητικά πλαίσια και θέληση να αμφισβητήσουμε εδραιωμένα στερεότυπα σχετικά με τους ρόλους ανδρών και γυναικών. Αφορά σε ένα όραμα για την ομαλή και δίκαιη λειτουργία της κοινωνίας, το οποίο, πιθανώς, να μην είναι κοινό για όλους. Για να καταστεί, όμως, κτήμα του συνόλου, το όραμα της έμφυλης ισότητας πρέπει να διευρευνηθεί ως ένα πολύπλοκο ζήτημα, του οποίου η διευθέτηση απαιτεί μια απαραίτητη διαδικασία εκμάθησης: κατανόηση του εαυτού μας, του άλλου, των διάφορων παραμέτρων, εμποδίων και αντιλήψεων σχετικών με το θέμα κ.ά.

Στην ελληνική πραγματικότητα, η αντιμετώπιση των καίριων κοινωνικών ζητημάτων πολύ συχνά βασίζεται σε εύκολες λύσεις και δοκιμασμένα μοντέλα, για τον πολύ απλό λόγο ότι οι εύκολες λύσεις είναι πάντα άμεσες, τελεσίδικες και διατηρούν το status quo, δυσαρεστώντας όσο το δυνατόν λιγότερο τους εμπλεκόμενους παράγοντες. Εμπεριέχουν, όμως, έναν σημαντικό κίνδυνο: είναι πάντα πρόσκαιρες. Καθότι επιφανειακές, δεν καταφέρνουν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα στη βάση του, ενώ, ταυτόχρονα, αγνοούν τα συμφέροντα και τις αντιλήψεις όλων των μελών της κοινωνίας. Βασίζονται, εν ολίγοις, σε μία “εκ των άνω” προσέγγιση, μη βοηθώντας την κοινωνία να κατανοήσει ότι, συχνά, αυτή είναι η πηγή τόσο του προβλήματος, όσο και της λύσης του.

Στο θέμα της έμφυλης ισότητας, αυτό είναι παραπάνω από εμφανές. Οι θεσμικές πρωτοβουλίες για την επίτευξή της είναι συχνά μονοδιάστατες. Στο σχέδιο νόμου “Μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Εμβάθυνση της Δημοκρατίας-Ενίσχυση της συμμετοχής” (Πρόγραμμα ΚΛΕΙΣΘΕΝΗΣ), που κατέθεσε στις 5 Ιουλίου 2018 ο υπουργός Εσωτερικών στη Βουλή, και πρόκειται να ψηφιστεί μέχρι το τέλος της επόμενης εβδομάδας, συμπεριλαμβάνεται και η πρόταση της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων για την ποσόστωση φύλου κατά 40% τουλάχιστον στο συνολικό αριθμό των υποψηφίων δημοτικών και περιφερειακών συμβούλων των συνδυασμών που θα πάρουν μέρος στην εκλογική διαδικασία των ΟΤΑ. Τόσο η υποχρεωτική ποσόστωση, όσο και η χρηματοδότηση για την ενδυνάμωση της γυναικείας επιχειρηματικότητας, μεταξύ άλλων, προσφέρουν άμεσες λύσεις, εκλαμβάνοντας την έμφυλη ανισότητα ως ένα μετρήσιμο και ευδιάκριτο ζήτημα. Δεν αντιμετωπίζουν, ωστόσο, τη βαθύτερη αιτία της ύπαρξης ανισοτήτων, ενώ αντιλαμβάνονται τις γυναίκες ως μία ενιαία και συμπαγή κοινωνική ομάδα, με κοινούς στόχους και αντιλήψεις.

Ως πολυδιάστατο κοινωνικό ζήτημα, η επίτευξη έμφυλης ισότητας προαπαιτεί τη δέσμευση του συνόλου της κοινωνίας στη βάση της και την ενδυνάμωση των μελών της στο να δημιουργήσουν την αλλαγή που θέλουν να πετύχουν. Οι αλλαγές οφείλουν να προέρχονται από την ίδια την κοινωνία, από μη κυβερνητικές οργανώσεις και πρωτοβουλίες πολιτών. Όταν η αλλαγή συμβαίνει στη βάση της κοινωνίας, είναι δημιούργημα των πραγματικών αναγκών της, και άρα η μεταμόρφωση είναι ουσιαστική και μακροχρόνια.

Αρθρογράφος

Η Μαρία Γιαννιού είναι διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου της Σορβόννης και εργάζεται ως ερευνήτρια στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ως Empowerment & Leadership Coach. Το 2017 ίδρυσε, μαζί με ακόμα επτά γυναίκες, την Women Act, μια οργάνωση με στόχο την ενδυνάμωση των γυναικών στη δημόσια ζωή.

Σχολιασμός

Σχολιασμός