Η Παγκόσμια Μεσαία Τάξη Για Πρώτη Φορά Πλειοψηφία

Κάτι συγκλονιστικό συνέβη τον Σεπτέμβριο και κινδυνεύει να περάσει απαρατήρητο. Για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, η πλειοψηφία του ανθρώπινου πληθυσμού δεν αποτελείται πια από φτωχούς ανθρώπους ή ανθρώπους που είναι ευάλωτοι να βρεθούν σε κατάσταση φτώχειας.

Σύμφωνα με υπολογισμούς του Brookings Institution που έδωσε στη δημοσιότητα την περασμένη Δευτέρα, τον Σεπτέμβριο περάσαμε ένα κρίσιμο κατώφλι: για πρώτη φορά, λίγο πάνω απ’ το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού, ή περίπου 3,8 δισεκατομμύρια ανθρώποι, ζουν πια σε νοικοκυριά που θα μπορούσαμε να κατατάξουμε ως “μεσαία τάξη” ή “εύπορα”.

Εκτός απροόπτου, πρόκειται για την ανατολή μιας νέας εποχής για την ανθρωπότητα, μια εποχή που επιφυλάσσει τεράστιες ευκαιρίες για μια χώρα σαν την Ελλάδα.

5 Νέα Μέλη της Μεσαίας Τάξης Κάθε Δευτερόλεπτο

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Σύμφωνα με τη μελέτη του Brookings, στον κόσμο σήμερα ένας άνθρωπος ξεφεύγει από την ακραία φτώχεια κάθε δευτερόλεπτο που περνάει. Κι αν αυτό σας ακούγεται εντυπωσιακό, σκεφτείτε αυτό: 5 άνθρωποι περνούν το κατώφλι της μεσαίας τάξης στον ίδιο αυτό χρόνο.

Τι εννοούμε μεσαία τάξη και πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι μιλάμε για το ίδιο πράγμα από χώρα σε χώρα; Στο κάτω-κάτω, το ετήσιο εισόδημα ενός μέλους της μεσαίας τάξης στην Ελλάδα θα τον κατέτασσε σε χαμηλότερο οικονομικό επίπεδο στη Μεγάλη Βρετανία, και σε ανώτερο οικονομικό επίπεδο στη Βουλγαρία.

Η κατηγοριοποίηση που χρησιμοποιεί το Brookings για νοικοκυριά που είναι σε κατάσταση ακραίας φτώχειας είναι η ημερήσιες δαπάνες κάτω των 1,90 δολαρίων κατά κεφαλήν, ενώ αυτά που ανήκουν στη μεσαία τάξη δαπανούν από 11 μέχρι 110 δολάρια την ημέρα κατά κεφαλήν, σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης του 2011. Αν υποθέσουμε ότι το μέσο νοικοκυριό αποτελείται από 3 άτομα, στη μεσαία τάξη ανήκουν τα νοικοκυριά που έχουν στη διάθεσή τους από 1.000 μέχρι 10.000 δολάρια το μήνα. Οι άλλες δύο κατηγορίες, τα νοικοκυριά ευάλωτα στη φτώχεια και αυτά που χαρακτηρίζονται ως πλούσια, βρίσκονται ανάμεσα από τις δύο κατηγορίες και πέρα από τη δεύτερη κατηγορία αντιστοίχως.

Το Πλεονέκτημα για την Ελλάδα

Μια παγκόσμια οικονομία στην οποία η μεσαία τάξη αποτελεί μια ολοένα αυξανόμενη πλειοψηφία -στην ίδια μελέτη προβλέπεται ότι η μεσαία τάξη θα κυριαρχεί στον παγκόσμιο πληθυσμό φτάνοντας τα 5,3 δισεκατομμύρια το 2030 από 3,6 σήμερα- είναι μια οικονομία όπου η παγκόσμια ζήτηση αυξάνεται συνεχώς.

Μπορεί η κατηγορία του πληθυσμού που ξοδεύει τα περισσότερα χρήματα κατά κεφαλήν να είναι οι πλούσιοι, που αυξάνονται με χαμηλότερους ρυθμούς, όμως είναι τόσο λίγοι που δύσκολα μπορούν να δώσουν ώθηση στην παγκόσμια ζήτηση. Το κλειδί είναι η μεσαία τάξη: αρκετά πολυπληθής ώστε να κάνει τη διαφορά, και με δαπάνες σημαντικά μεγαλύτερες από τις μερίδες του πληθυσμού που χαρακτηρίζονται φτωχές ή κινδυνεύουν ακόμα να μετακυλήσουν πίσω στη φτώχεια.

Τι κάνουν οι άνθρωποι όταν αποκτούν την ευχέρεια να δαπανήσουν χρήματα σε αγαθά και υπηρεσίες πέρα από αυτά που θα χαρακτηρίζαμε βασικά; Μεταξύ άλλων, ταξιδεύουν, όπως διαπιστώνουμε στη χώρα μας ότι κάνουν ολοένα και περισσότεροι Κινέζοι τα τελευταία χρόνια. Το υπουργείο Τουρισμού υπολογίζει ότι οι αφίξεις Κινέζων στην Ελλάδα το 2017 έφτασαν τους 170-180 χιλιάδες, μια αύξηση 10-15% σε σχέση με το 2016, ενώ την τελευταία επταετία, ο αριθμός των θεωρήσεων για τη χώρα μας έχει εξαπλασιαστεί. Άλλη μια μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα μας είναι και το πρόγραμμα “Χρυσή Βίζα”, η ζήτηση για το οποίο επίσης σχετίζεται με την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των πιο εύπορων από την παγκόσμια μεσαία τάξη.

Η μεσαία τάξη αυξάνεται, όμως η αύξηση αυτή δεν είναι αναλογικά κατανεμημένη σε όλες τις περιοχές του πλανήτη. Η προβλεπόμενη αύξηση θα προέρχεται κατά κύριο λόγο από την Ασία – από την Κίνα, την Ινδία, καθώς και τη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία. Το στοίχημα για όσους τολμήσουν να διεκδικήσουν ένα μέρος των καταναλωτών αυτών θα είναι να ταιριάξουν τα αγαθά και τις υπηρεσίες τους ολοένα και πιο αποτελεσματικά με τις επιθυμίες και τις προτιμήσεις των νέων αυτών μελών της παγκόσμιας αυτής μεσαίας τάξης.

Τι κάνουν οι άνθρωποι όταν αποκτούν την ευχέρεια να δαπανήσουν χρήματα σε αγαθά και υπηρεσίες πέρα από αυτά που θα χαρακτηρίζαμε βασικά; Μεταξύ άλλων, ταξιδεύουν, όπως διαπιστώνουμε στη χώρα μας ότι κάνουν ολοένα και περισσότεροι Κινέζοι τα τελευταία χρόνια.

Μια σημαντική “παρενέργεια” για τις εγχώριες πολιτικές ελίτ από την αύξηση της μεσαίας τάξης είναι ότι καθώς οι άνθρωποι αποκτούν μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια, αρχίζουν να ζητούν ολοένα και περισσότερα πράγματα από τις κυβερνήσεις τους. Βγαίνοντας από την παγίδα της φτώχειας, έχουν την πολυτέλεια να αξιολογήσουν αυτά που τους παρέχει και αυτά που τους στερεί το κράτος, έτσι συχνά η οικονομική ελευθερία έχει υπάρξει πρόδρομός περισσότερων ατομικών ελευθεριών και εκδημοκράτισης.

Μα, Υπάρχει Ακόμη Τόση Δυστυχία

Όλη αυτή η συζήτηση για την αύξηση της μεσαίας τάξης μπορεί να ηχεί πρόωρα αισιόδοξη. Μα, πώς τολμάει κανείς να μιλάει για μια ανθρωπότητα που συνολικά πάει καλύτερα όταν υπάρχει ακόμα τόση δυστυχία; Όταν υπάρχει ακόμα τόση φτώχεια, τόσοι πόλεμοι και τόσες τεράστιες προκλήσεις για το μέλλον – από την κλιματική αλλαγή, στην επάνοδο του εθνικισμού, στη διαβρωτική επίδραση των κοινωνικών δικτύων, στο τεράστιο ερωτηματικό που αποτελεί η τεχνητή νοημοσύνη;

Στο βιβλίο του “Homo Deus”, ο ισραηλινός ιστορικός Γιουβάλ Νώε Χαράρι περιγράφει τη σημερινή πραγματικότητα ως εξής: “[…] την αυγή της τρίτης χιλιετίας, η ανθρωπότητα ξυπνάει με μια εκπληκτική συνειδητοποίηση. Οι περισσότεροι άνθρωποι σπάνια το σκέφτονται, όμως τις τελευταίες δεκαετίες καταφέραμε να χαλιναγωγήσουμε την πείνα, τους λιμούς και τον πόλεμο. Φυσικά, αυτά τα προβλήματα δεν έχουν λυθεί πλήρως, έχουν όμως μετατραπεί από ακατανόητες και ανεξέλεγκτες δυνάμεις της φύσης σε διαχειρίσιμες προκλήσεις”.

>Οι αριθμητικές διαπιστώσεις του Χαράρι δεν υποβαθμίζουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ακόμα εκατοντάδες εκατομμύρια συνάνθρωποι μας. Αντιθέτως, καθιστούν επιτακτικότερη την ανάγκη άμεσης αντιμετώπισής τους, αφού για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας οι κακουχίες που υπομένουν είναι -θεωρητικά τουλάχιστον- διαχειρίσιμες. Όμως, παρά το γεγονός ότι τα “κακά νέα” πουλάνε παραπάνω, οφείλουμε να είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε και να αξιοποιήσουμε τα “καλά νέα” σε όφελός μας. Σε αυτή τη νέα εποχή, μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε είναι ακριβώς αυτή.

Tο άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» τη Δευτέρα 22 Οκτωβρίου.

Αρθρογράφος

Ιδρυτής και αρχισυντάκτρια της αθηΝΕΑς. Σπόυδασε Oικονομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Bristol και κατέχει μεταπτυχιακό στη Δημόσια Διοίκηση (MPA in Public Policy & Management) από τo London School of Economics. Ξεκίνησε την καριέρα της στο Λονδίνο, ως αναλυτής στο τμήμα επενδυτικής τραπεζικής της Goldman Sachs.

Σχολιασμός