Οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας θεωρούνται καθοριστικές για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του άνθρωπου καθώς προχωρά στην ενήλικη ζωή. Η αγάπη, η αποδοχή, η κριτική ή η αδιαφορία που δέχεται ένα παιδί φαίνεται να επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο με τον οποίο αγαπά, θυμώνει, αντέχει τις δυσκολίες ή αντιμετωπίζει τις αποτυχίες αργότερα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γεννιούνται σημαντικά ερωτήματα.
Είναι η αυτοεκτίμηση αποτέλεσμα προσωπικής προσπάθειας ή ένας καθρέφτης των ανθρώπων που μας μεγάλωσαν; Και όταν η ζωή μάς φέρνει αντιμέτωπους με απώλειες, ματαιώσεις και εσωτερικές συγκρούσεις, καταφέρνουμε πραγματικά να προσαρμοστούμε και να εξελιχθούμε ή απλώς μαθαίνουμε να επιβιώνουμε κρύβοντας μέσα μας τις πληγές του παρελθόντος;
Η σημερινή μας καλεσμένη, η Ελένη Λιβανίου, αποτελεί μία από τις πλέον καταξιωμένες φωνές στον χώρο των μαθησιακών δυσκολιών και της εκπαιδευτικής ψυχολογίας. Με πολυετή ακαδημαϊκή και ερευνητική πορεία στην Αγγλία και την Ελλάδα, εξειδικεύεται στη ΔΕΠΥ, τη δυσλεξία και τη συμπεριληπτική εκπαίδευση, ενώ έχει συμβάλει καθοριστικά στην επιμόρφωση εκπαιδευτικών, αλλά και στη στήριξη παιδιών και οικογενειών.
Μέσα από αυτή τη συνέντευξη, επιχειρούμε να κατανοήσουμε πώς οι βαθύτερες πεποιθήσεις μας επηρεάζουν τις σχέσεις, τη γονεϊκότητα και την καθημερινή μας ψυχική ανθεκτικότητα. Αλλά και τι σημαίνει τελικά να μαθαίνει κανείς, ακόμη και αργά, να σέβεται και να φροντίζει τον εαυτό του.
Μιλάμε συχνά για αυτοσεβασμό, αλλά στην πράξη πόσο εύκολα τον διαπραγματευόμαστε στην καθημερινότητά μας – στις σχέσεις, στη δουλειά, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο «μιλάμε» στον εαυτό μας;
Η αυτογνωσία αποτελεί τη βάση της ψυχικής ισορροπίας, καθώς χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να κατανοήσουμε ούτε τον αυτοσεβασμό ούτε την αυτοεκτίμηση. Από πολύ νωρίς, οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν το παιδί να αναγνωρίζει και να εκφράζει τα συναισθήματά του μέσα από την ουσιαστική επικοινωνία. Έτσι, το παιδί αποκτά επίγνωση του εσωτερικού του κόσμου και μαθαίνει σταδιακά να κατανοεί τον εαυτό του.
Η αυτογνωσία βοηθά όχι μόνο στην κατανόηση των συναισθημάτων, αλλά και στην αναγνώριση των αντιδράσεων του σώματος και της συμπεριφοράς μας. Μας βοηθά να αναρωτηθούμε: «Γιατί νιώθω έτσι;», «Γιατί αντιδρώ με αυτόν τον τρόπο;». Από εκεί ξεκινά η ουσιαστική κατανόηση του εαυτού. Και αυτό δεν είναι μια αφηρημένη θεωρία· η αυτογνωσία σχετίζεται με πολύ συγκεκριμένα συστήματα του εγκεφάλου, με τη λειτουργία της χημείας και της ανατομίας του.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία αναπτύσσονται η αυτεπίγνωση και ο αυτοέλεγχος, οι οποίες συνδέονται άμεσα με τη λειτουργία του εγκεφάλου και επηρεάζονται σε περιπτώσεις όπως η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας, οι παρορμητικές συμπεριφορές και οι εθισμοί. Σημαντικό ρόλο σε όλα αυτά παίζει η ντοπαμίνη, γι’ αυτό συχνά λέμε ότι ζούμε στην «εποχή της ντοπαμίνης».
Παιδιά και ενήλικες βρίσκονται συνεχώς σε μια αναζήτηση του «επόμενου» ερεθίσματος. Το επόμενο βίντεο, το επόμενο μήνυμα, την επόμενη απόλαυση. Χωρίς αυτογνωσία, δυσκολευόμαστε να σταματήσουμε συμπεριφορές που μας βλάπτουν, όπως το κάπνισμα, το αλκοόλ, οι εθισμοί, ή ακόμη και η υπερβολική χρήση του κινητού τηλεφώνου.
Η αυτοεκτίμηση παρουσιάζεται ως προσωπικό ζήτημα. Είναι όμως όντως ατομική υπόθεση ή τελικά διαμορφώνεται μέσα από τα βλέμματα και τις προσδοκίες των άλλων;
Η αυτοεκτίμηση ξεκινά από την αυτογνωσία και συνδέεται στενά με τον αυτοσεβασμό. Σημαίνει να αναγνωρίζω την αξία και τις ικανότητές μου, να γνωρίζω τις αξίες και τα πιστεύω μου και να μπορώ να τα υποστηρίζω στις σχέσεις και στη ζωή μου. Ο αυτοσεβασμός εκφράζεται μέσα από τον τρόπο με τον οποίο φροντίζω και υπερασπίζομαι τον εαυτό μου, ενώ χωρίς αυτόν είναι δύσκολο να σεβαστώ ουσιαστικά και τους άλλους. Παράλληλα, χρειάζεται ισορροπία, γιατί η υπερβολική αυτοπεποίθηση μπορεί να κρύβει ναρκισσιστικά στοιχεία.
Στη διαμόρφωση της αυτοεκτίμησης σημαντικό ρόλο παίζουν τόσο το οικογενειακό περιβάλλον όσο και το γενετικό υπόβαθρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι όταν ένα μικρό παιδί που προσπαθεί μόνο του να δέσει τα κορδόνια του: εκείνη τη στιγμή δεν χρειάζεται να έρθει ο γονιός να τα λύσει και να τα ξαναδέσει «σωστά», αλλά να του δώσει ένα απλό «μπράβο», ακόμη κι αν τα κορδόνια είναι στραβά. Από τόσο μικρές στιγμές αρχίζει να χτίζεται η αυτοεκτίμηση. Τα παιδιά επηρεάζονται βαθιά ακόμη και από εμπειρίες που δεν μπορούν να εκφράσουν λεκτικά, όπως ένας δύσκολος χωρισμός των γονιών.
Αντίθετα, η συνεχής κριτική στο σπίτι ή στο σχολείο μπορεί να οδηγήσει το παιδί σε αισθήματα ανεπάρκειας και χαμηλής αυτοαξίας, ακόμη κι αν έχει ικανότητες. Γι’ αυτό η αυτογνωσία και η υγιής αυτοεκτίμηση καλλιεργούνται μέσα από αποδοχή, καθοδήγηση και συναισθηματική στήριξη ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής.
«Η δυσκολία αποδοχής ότι ένα παιδί μπορεί να αντιμετωπίζει μια μακροχρόνια ή μόνιμη δυσκολία προκαλεί φόβο, ενοχή και αίσθημα αδυναμίας. Ο φόβος αυτός συχνά μετατρέπεται σε θυμό, ο οποίος λειτουργεί ως τρόπος προστασίας απέναντι στον ψυχικό πόνο».
Όταν ένας ενήλικας δεν έχει χτίσει σταθερή σχέση με τον εαυτό του, τι «μεταφέρει» άθελά του στα παιδιά που μεγαλώνει; Είναι η αυτοεκτίμηση κάτι που διδάσκεται ή κάτι που αντιγράφεται;
Ο τρόπος με τον οποίο ένα παιδί βιώνει την κριτική επηρεάζει βαθιά την αυτοεκτίμησή του. Όταν δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του σχολείου ή του περιβάλλοντος, συχνά αναπτύσσει μηχανισμούς άμυνας για να προστατευτεί από την απόρριψη και την αποτυχία.
Για παράδειγμα, ένα παιδί με Αναπτυξιακή Γλωσσική Διαταραχή μπορεί να έχει καλές επιδόσεις σε ορισμένους τομείς, αλλά να δυσκολεύεται στην κατανόηση αφηρημένων εννοιών. Μπορεί να είναι πολύ καλό στα μαθηματικά, αλλά να δυσκολεύεται να κατανοήσει αφηρημένες έννοιες, όπως τα συμβολικά νοήματα ενός ποιήματος του Καβάφη. Αν η δυσκολία αυτή δεν αναγνωριστεί έγκαιρα, το παιδί συχνά δέχεται αρνητική κριτική και καταλήγει να αρνείται το πρόβλημα ως τρόπο ψυχικής προστασίας.
Αντίστοιχα, άνθρωποι που μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχούς κριτικής αναπτύσσουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και συχνά νιώθουν ότι δεν αξίζουν την αποδοχή ή την επιτυχία. Έτσι, γίνεται φανερό ότι το οικογενειακό περιβάλλον, μαζί με τις ιδιαίτερες ανάγκες και το γενετικό υπόβαθρο κάθε ανθρώπου, διαμορφώνουν την αυτοεικόνα, την αυτοεκτίμηση και τους μηχανισμούς άμυνας που αναπτύσσει.
Η αυτοεπίγνωση συχνά παρουσιάζεται ως εργαλείο ενδυνάμωσης. Μπορεί όμως να γίνει και παγίδα υπερανάλυσης που τελικά μας ακινητοποιεί; Γιατί πολλές φορές οι επιλογές μας δείχνουν το ακριβώς αντίθετο;
Πολλοί ενήλικες δυσκολεύονται να αποδεχτούν απόψεις που αμφισβητούν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους ή για το παιδί τους. Αυτό συχνά συνδέεται με την ανάγκη προστασίας από δυσάρεστες αλήθειες και μπορεί να εκφραστεί ως αμφισβήτηση προς τους ειδικούς, ακόμη και όταν υπάρχει επιστημονικά τεκμηριωμένη διάγνωση. Συχνά, όταν ένας γονέας αμφισβητεί επίμονα έναν ειδικό, γεννιέται εύλογα το ερώτημα: «Αφού δεν εμπιστεύεστε την αξιολόγησή μου, γιατί απευθυνθήκατε σε έναν ειδικό;».
Πίσω από αυτή τη στάση κρύβεται συνήθως ένας μηχανισμός άμυνας. Η δυσκολία αποδοχής ότι ένα παιδί μπορεί να αντιμετωπίζει μια μακροχρόνια ή μόνιμη δυσκολία προκαλεί φόβο, ενοχή και αίσθημα αδυναμίας. Ο φόβος αυτός συχνά μετατρέπεται σε θυμό, ο οποίος λειτουργεί ως τρόπος προστασίας απέναντι στον ψυχικό πόνο. Έτσι, η άρνηση πολλές φορές δεν προέρχεται από αδιαφορία, αλλά από τη δυσκολία του γονέα να αποδεχτεί την πραγματικότητα.
«Η ψυχοθεραπεία δεν είναι πολυτέλεια, αλλά μια σημαντική διαδικασία προσωπικής φροντίδας και θεραπείας».
Με ποιους τρόπους αντιδρούμε όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια δύσκολη ή επώδυνη πραγματικότητα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε; Προσαρμοζόμαστε ή απλώς αντέχουμε μέχρι να περάσει;
Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι διαχειρίζονται διαφορετικά τον φόβο και την αβεβαιότητα αποτελεί μια γυναίκα που είχα ως περιθάλπουσα και την οποία έβλεπα συμβουλευτικά για το παιδί της με μαθησιακές δυσκολίες. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όταν χρειάστηκε να υποβληθεί σε εξετάσεις για πιθανή ύπαρξη συνδρόμου Down στο έμβρυο, ο σύζυγός της δεν επιθυμούσε καν να πληροφορηθεί το αποτέλεσμα. Συχνά, γυναίκες και άντρες αντιμετωπίζουν τέτοιες δύσκολες καταστάσεις με διαφορετικό τρόπο. Οι γυναίκες φαίνεται να διαθέτουν μεγαλύτερη συναισθηματική αντοχή, ενώ οι άντρες δυσκολεύονται περισσότερο να διαχειριστούν μια επώδυνη αλήθεια.
Πολλές φορές, ο φόβος εκφράζεται ως άρνηση ή απομάκρυνση. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες ο ίδιος ο ασθενής προσπαθεί να στηρίξει ψυχολογικά τον σύντροφό του. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά ένας καθηγητής μου στην Αγγλία, ίσως γι’ αυτό η φύση έχει δώσει στη γυναίκα τη δυνατότητα να γεννά και να μεγαλώνει παιδιά, γιατί η διαδικασία της ανατροφής απαιτεί τεράστια ψυχική αντοχή, υπομονή και δύναμη.
Αν έχουμε μεγαλώσει σε περιβάλλον όπου ο αυτοσεβασμός δεν ήταν δεδομένος, τι σημαίνει να τον «μαθαίνουμε» ως ενήλικες; Και ποιο είναι το κόστος αν δεν το κάνουμε ποτέ;
Γυναίκες που έχουν βιώσει κακοποιητικές σχέσεις δυσκολεύονται να απομακρυνθούν οριστικά από αυτές, ακόμη κι όταν έχουν βρει προσωρινά προστασία μέσα από κάποια δομή φιλοξενίας. Συχνά, είτε επιστρέφουν στον άνθρωπο που τις κακοποιούσε είτε η επόμενη σχέση τους έχει τα ίδια χαρακτηριστικά, και αυτό συμβαίνει γιατί η αυτοεκτίμηση και ο αυτοσεβασμός δεν είχαν ποτέ χτιστεί ή εδραιωθεί από τη μικρή τους ηλικία. Δεν πιστεύουν πραγματικά ότι αξίζουν μια υγιή ζωή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ψυχοθεραπεία είναι καθοριστικής σημασίας και πολλές φορές χρειάζεται να διαρκέσει χρόνια, ανάλογα με το βάθος του τραύματος και τις ανάγκες του ανθρώπου.
Το τραύμα συχνά κουβαλιέται από την παιδική ηλικία και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε με τον εαυτό μας και τις σχέσεις μας ως ενήλικες. Κάποιοι άνθρωποι αναγνωρίζουν το τραύμα τους, ενώ άλλοι ζουν χωρίς να έχουν συνειδητοποιήσει πόσο τους επηρεάζει. Για να κατανοήσει κάποιος πραγματικά τον εαυτό του και να χτίσει αυτοσεβασμό, χρειάζεται συχνά να ζητήσει βοήθεια και να επενδύσει ουσιαστικά στην ψυχική του υγεία, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να στερηθεί άλλα πράγματα. Η ψυχοθεραπεία δεν είναι πολυτέλεια, αλλά μια σημαντική διαδικασία προσωπικής φροντίδας και θεραπείας.
«Η αυτογνωσία και η εξέλιξη χτίζονται σταδιακά, όπως μαθαίνει κανείς ποδήλατο».
Όταν αποτυγχάνουμε, πόσο συχνά το αντιμετωπίζουμε ως εμπειρία και πόσο ως επιβεβαίωση ότι «δεν είμαστε αρκετοί»; Και τελικά, ποιος μας έχει μάθει να το ερμηνεύουμε έτσι;
Πολλοί γονείς έρχονται αντιμέτωποι ξαφνικά με μια διάγνωση ή με προβλήματα συμπεριφοράς των παιδιών τους, ιδιαίτερα στην εφηβεία. Συχνά αυτή η περίοδος συμπίπτει με προσωπικές δυσκολίες των ίδιων των γονιών, όπως η κρίση μέσης ηλικίας ή ακόμα και οι χωρισμοί, γεγονός που κάνει την κατάσταση πιο απαιτητική. Τότε οι γονείς συνειδητοποιούν ότι χρειάζονται και οι ίδιοι βοήθεια, όμως είναι δύσκολο να στηρίξουν το παιδί όταν δεν έχουν μάθει να βάζουν όρια και να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους.
Η ψυχοθεραπεία και η έγκαιρη υποστήριξη μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά, τόσο τους γονείς όσο και τα παιδιά. Για αυτό είναι σημαντικό η ενημέρωση και η προετοιμασία να ξεκινούν από νωρίς, ακόμη και πριν από τη γέννηση του παιδιού. Σε αρκετές χώρες, όπως η Αγγλία, υπάρχουν υποχρεωτικά προγράμματα ενημέρωσης για τους δύο γονείς σχετικά με τις δυσκολίες και τις ανάγκες κάθε σταδίου της γονεϊκότητας.
Έχετε κάποιο μότο που σας εκφράζει;
Ως βασική αρχή, που είχα από τα δεκαεννιά μου, είναι αυτό που εκφράζεται στον «Άθλο» του Νίκου Καζαντζάκη:
Σκοπός της ζωής είναι η προσπάθεια.
Παρά τις μαθησιακές μου δυσκολίες, με τη στήριξη και την ενθάρρυνση των γονιών μου να συνεχίζω χωρίς φόβο, μου καλλιεργήθηκε ότι με πίστη και επιμονή μπορεί κανείς να τα καταφέρει. Με ενθάρρυνση, στήριξη και διαρκής παρουσία. Το παιδί χρειάζεται να νιώθει ότι οι γονείς το παρακολουθούν με ενδιαφέρον, το καθοδηγούν και το διορθώνουν με τρόπο υποστηρικτικό, ώστε να βελτιώνεται. Η αυτογνωσία και η εξέλιξη χτίζονται σταδιακά, όπως μαθαίνει κανείς ποδήλατο.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Όταν το Πτυχίο δεν Εγγυάται πια Ασφάλεια
Γιατί το Delegation Είναι η Δεξιότητα της Εποχής (και για τις Μητέρες)
