Κάνουμε Καλά Όταν Ανεβάζουμε τις Επιτυχίες των Παιδιών Μας στα Social Media;

Οι Βάσεις ανακοινώθηκαν! Τα παιδιά πέρασαν! Από Μεσολόγγι και Κρήτη μέχρι Κομοτηνή και Αθήνα. Χαίρομαι πραγματικά γιατί τις αγωνίες τους τις πέρασα κι εγώ. Το καλοκαίρι που μας πέρασε, πολλοί γονείς και συγγενείς μοιράστηκαν την επιτυχία των παιδιών τους μέσω του Facebook και των λοιπών social media. Αλήθεια, υπάρχει λόγος; Μοιραζόμαστε τη χαρά μας και με ποιους;

Μα, συνδέονται όλα αυτά; Στην ψηφιακή εποχή που ζούμε, ναι, συνδέονται! Οι τοίχοι γέμισαν με ποσταρίσματα συγχαρητηρίων, φωτογραφίες των επιτυχόντων και τα λοιπά. Η ηλικία της κόρης μου είναι τέτοια που έχω 14 χρόνια να σκεφτώ και να αποφασίσω αν η επιτυχία της ανήκει ή “μας” ανήκει. Αν αξίζει να παίρνει κανείς τόσο σοβαρά το Facebook για να ανακοινώνει μέσα από αυτό όλες τις σημαντικές στιγμές. Αν θα φρικάρω την κόρη μου με την παρέμβασή μου αυτή. Αν θα υπάρχει το Facebook σε 14 χρόνια!

Είμαι με όλους. Μπορώ να κατανοήσω τη μάνα που ποστάρει τη φωτογραφία της κόρης της με λόγια γλυκά, τον πατέρα που βλέπει την Πάτρα με άλλα πια μάτια, αλλά και αυτούς που δεν πόσταραν τίποτα αλλά είχαν τους καλοθελητές να ποστάρουν αντ’ αυτών – “συγχαρητήρια για την Αφροδίτη/τον Δημήτρη!”. Είμαι ακόμα και με αυτούς που… τρόμαξαν – “για να μη ποστάρει, μάλλον δεν μπήκε πουθενά”.

Η ΄Ιρις Κρεμέρ, Συμβουλευτική Ψυχολόγος και συνεργάτης της αθηΝΕΑς, αναλύοντας αυτή την “ψηφιακή εξαφάνιση” μας εξηγεί:

“Στο ψηφιακό κόσμο υπάρχουμε όταν δημιουργούμε περιεχόμενο για το προφίλ μας στα κοινωνικά δίκτυα. Όταν αυτή η δραστηριότητα απουσιάζει είναι σαν να έχουμε πατήσει το πλήκτρο deactivate, δηλαδή μια ψηφιακή αυτοκτονία. Άρα η κοινωνική πίεση να μην μείνουμε κλειδωμένοι πίσω από ένα ανενεργό προφίλ, αλλά να “βγούμε” εκεί έξω στον ψηφιακό κόσμο και να δράσουμε είναι μεγάλη και κάποιες φορές αντικατοπτρίζεται και στον offline κόσμο, όταν ξαφνικά κανείς δε μας καλεί στο πάρτι του γιατί δε θυμάται καν ότι μας έχει φίλους στο Facebook, όταν δεν ενημερωνόμαστε πια ούτε καν μέσω e-mail για εκδηλώσεις που μπορεί να συναντούσαμε και τους φίλους μας εκεί.

Όπως στον πραγματικό offline κόσμο, έτσι και στον ψηφιακό οι συνήθειες μας καθορίζουν την προσωπικότητά μας. Αν δύο φίλοι μοιράζονται όλες τις πληροφορίες για την ζωή τους και η επικοινωνία τους είναι τακτική σε ό,τι νέο συμβαίνει στη ζωή τους, τότε η ξαφνική εσωστρέφεια και απομάκρυνση του ενός θα προκαλέσει την περιέργεια στον άλλον και ενδεχομένως σενάρια για του τι μπορεί να συμβαίνει, που τείνουν να μην έχουν θετικό πρόσημο. Όπως λοιπόν στο πραγματικό, offline, κόσμο παραξενευόμαστε με την αλλαγή συμπεριφοράς κάποιου κοντινού μας προσώπου, έτσι και στο Facebook οι φίλοι μας θα παραξενευτούν όταν η αντίδραση μας (δηλαδή η έκφραση-status update) δεν είναι η αναμενόμενη βάσει του χαρακτήρα που έχουμε παρουσιάσει online.”

Δεν είναι λίγο τρομακτικό όλο αυτό; Στη συνέχεια μπαίνουν στη μέση και οι haters και αρχίζουν να βρίζουν, να ποστάρουν εναντίον όλων, να “θίγονται” από τη χαρά του άλλου. Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν η παρεξήγηση είναι το εθνικό μας σπορ.

Στο ψηφιακό κόσμο υπάρχουμε όταν δημιουργούμε περιεχόμενο για το προφίλ μας στα κοινωνικά δίκτυα.

Τίθεται, λοιπόν, το ζήτημα αν η επιτυχία του παιδιού να περάσει στο πανεπιστήμιο, είναι οικογενειακή επιτυχία και όχι ατομική. Είναι επιτυχία ενός soon to be ενήλικα ή ανήκει στη μητέρα με την πορτοκαλάδα και τον πατέρα με τον καφέ έξω από το εξεταστικό κέντρο; Μήπως είναι η αγωνία τους όλο το χρόνο, τα έξοδα και ο κόπος για να υπάρξει μια συνέχεια στη μόρφωση, μια συνέχεια στην κανονικότητα; Ας μην ανοίξουμε συζήτηση αν είναι απαραίτητη η εισαγωγή σε κάποιο πανεπιστήμιο για τη ζωή μας.Από την άλλη, ποια είναι η ανάγκη να ανακοινωθεί σε ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης ένα τέτοιο γεγονός; Ποιον αφορά και τι συμβολίζει; Αποδεικνύει ότι κάποιος είναι καλός και σωστός γονιός; Σίγουρα, και οι δικοί μου είχαν ανακοινώσει διά ζώσης, καθώς το μακρινό 1998 είχαμε τα Ericsson και τα Nokia με τα πορτάκια, ότι ο γιος τους μπήκε στο Πάντειο, ίσως σε ένα μικρότερο κύκλο συγγενών και φίλων. Όμως δεν το είχα μάθει ποτέ!

Ο κύκλος μας στο Facebook έχει μεγαλώσει, έχει ξεχειλώσει. Μιλάμε με ανθρώπους που δεν έχουμε συναντήσει ποτέ, για τους οποίους γνωρίζουμε τρομερές λεπτομέρειες, όπως και αυτοί για εμάς. Φυσικά, λεπτομέρειες που θέλουμε να αποκαλύψουμε. Μια τρομερή ζωή γεμάτη διακοπές, βόλτες και φαγητά. Γεμάτη αγώνες και επιτυχίες. Στο Facebook κλαίμε μόνο στις τραγωδίες και σε ένα μήνα ξανακάνουμε διακοπές.

Η ανάγκη να δημιουργούμε περιεχόμενο, άρα να υπάρχουμε, μέσα στα κοινωνικά δίκτυα, δεδομένου ότι οι περισσότεροι δεν είμαστε ηθοποιοί, τραγουδιστές, μοντέλα, food ή fashion bloggers, ώστε να έχουμε διαρκώς νέο υλικό που δεν αφορά αποκλειστικά την προσωπική μας ζωή, μας βάζει στη διαδικασία να κοινοποιήσουμε κάτι παραπάνω, κάτι ακόμα πιο προσωπικό, κάτι πικάντικο που θα κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον του κοινού μας, που θα ευχαριστήσει τους followers μας. Εκεί είναι που μπορεί να χαθεί ο έλεγχος και να ξεπεράσουμε τα όρια της ιδιωτικότητάς μας χωρίς ακόμα κι εμείς οι ίδιοι να το αντιλαμβανόμαστε.

“Θα μπορούσες να μην έχεις λογαριασμό!”. Ευτυχώς ή δυστυχώς, αποτελεί ένα τρόπο να παραμένω σε επαφή με ανθρώπους που μένουν μακριά, που εκτιμώ και θα είχαμε χαθεί μέσα στην καθημερινότητα. Επίσης, αποτελεί και εργαλείο δουλειάς, οπότε… δύσκολο να απενεργοποιηθώ.

Κάποιοι ξεχνάμε ότι η ζωή των παιδιών μας, σε όποια ηλικία και για όποιο ευχάριστο ή μη γεγονός, δεν ανήκει σε εμάς, αλλά σε εκείνο.

Επιστρέφοντας στους προβληματισμούς μας, αλήθεια, ρώτησε κανείς αυτά τα παιδιά; Μια αγαπημένη μου φίλη μου εξομολογείται ότι τα παιδιά της φρικάρουν όταν ποστάρει δικές τους φωτογραφίες και την απειλούν με block/delete. Η κόρη μου, κάποιες φορές, ήδη από τα 4 της, μου λέει απαιτητικά: “μη με βγάζεις φωτογραφία”.

Νομίζω ότι είναι θέμα των γονιών να κατανοήσουμε ότι τα γεννήσαμε και τα ανατρέφουμε, αλλά δεν μας ανήκουν. Ότι ακόμα και πριν την ενηλικίωση έχουν πλήθος δικαιωμάτων και ένα από αυτά είναι να μην τα εκθέτουμε με κανένα τρόπο! Λατρεύω τις φατσούλες, μικρές-μεγάλες, σε γενέθλια, θάλασσες και παιδότοπους αλλά, δυστυχώς, όλα αυτά δεν είναι προς κατανάλωση. Και εγώ έχω μοιραστεί τη χαρά μου, αποφεύγοντας επιμελώς να δείξω το πρόσωπο του παιδιού και όσο περνάει ο καιρός τόσο η σχέση αυτή παύει να γίνεται δημόσια.

Ζήτησα για άλλη μια φορά τη βοήθεια της Ίριδας Κρεμέρ:

“Σε μία εποχή που οι ειδικοί του ηλεκτρονικού εγκλήματος, αλλά και οι ειδικοί ψυχικής υγείας, καταβάλλουν καθημερινά μεγάλες προσπάθειες να πείσουν τους γονείς ότι δεν πρέπει να αναρτούν φωτογραφίες των παιδιών τους στα κοινωνικά δίκτυα, οι γονείς εξακολουθούν να κοινοποιούν τη ζωή των παιδιών τους.

Κανείς δε θέλει να δείχνει προς τα έξω μια κακή εικόνα, κανείς δε θέλει να βγάζει τα προβλήματά του στη φόρα. Σε ένα μέσο μέσα από το οποίο ουσιαστικά προβάλουμε τον εαυτό μας, αγωνιούμε να δείξουμε ό,τι πιο όμορφο, πιο λαμπερό, πιο πετυχημένο έχουμε. Φτιάχνουμε δηλαδή ένα προφίλ που βασίζεται μόνο σε ευχάριστες στιγμές και όμορφα πράγματα, κι αυτό μας κάνει να νιώθουμε καλύτερα για εμάς αλλά και για την εικόνα που δείχνουμε προς τα έξω, αποζητώντας το θαυμασμό και την επιβεβαίωση των άλλων. Κάποιοι ξεχνάμε ότι η ζωή των παιδιών μας, σε όποια ηλικία και για όποιο ευχάριστο ή μη γεγονός, δεν ανήκει σε εμάς, αλλά σε εκείνο και σε καμία περίπτωση δε μπορεί ένα παιδί να κρίνει, γιατί δεν έχει την ωριμότητα να κατανοήσει, τι σημαίνει η τόση έκθεση της ζωής του από τόσο μικρή ηλικία για να πάρουμε την έγκρισή του.”

Τι λαβύρινθος σχέσεων είναι αυτό το Facebook… Σε μια άλλη περίπτωση, δύο φίλες των οποίων οι κόρες πέρασαν σε πανεπιστήμιο δεν πόσταραν ποτέ τίποτα, ενώ κάνουν συχνή χρήση του μέσου. Αμέσως, τα σχόλια σχετίστηκαν με την πιθανή αποτυχία των παιδιών τους. Παρόλα αυτά, είδα αναρτήσεις με δημόσια συγχαρητήρια προς τους γονείς και τα παιδιά τρίτων. Θα μπορούσαν να είχαν στείλει ένα μήνυμα και πάλι να είχαν δείξει την καλοσύνη τους.

Αφήνω τελευταίους τους haters, που είναι πάντα έτοιμοι να προσβάλλουν, να μισήσουν, να στάξουν χολή, καθότι αδύναμοι να καταλάβουν την βαθιά αστειότητα του Facebook, αλλά και το γεγονός ότι μπορεί να πληγώνουν κάποιους ανθρώπους, με το να βρίζουν γνωστούς επειδή πόσταραν, καλώς ή κακώς, τη χαρά τους.

Τα κοινωνικά δίκτυα μελετώνται ήδη από τους κοινωνικούς επιστήμονες και θα μελετηθούν εκτενώς στο μέλλον. Παρακολουθήσαμε την ιστορία με το Facebook και τη διαρροή των στοιχείων πολλών χρηστών. Έχουμε να δούμε πολλά ακόμα. Ας γυρίσουμε στα παιδιά. Δεν θα γράψω κανένα ευχολόγιο αλλά θα πω ότι εγώ είμαι με τα παιδιά. Γιατί κι εγώ όταν ήμουν 18, ένα ψάρι έξω από το νερό ήμουν, φρέσκος στη ζωή, με τις άγνοιες και τις αγωνίες μου, και δίπλα μου είχα ελάχιστους να μου σταθούν. Καλά μυαλά στα πανεπιστήμια κορίτσια και αγόρια, ποστάρετε λιγότερο, ζήστε περισσότερο.

Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και η πρόταση της Ίριδας Κρεμερ:

“Ας σταματήσουμε να ζούμε μόνο μέσα στο ψηφιακό κόσμο και ας σηκώσουμε το τηλέφωνο, ας συναντηθούμε για να ρωτήσουμε κάτι πολύ απλό: ‘Είσαι καλά; Πώς αισθάνεσαι αυτό το καιρό; Θέλεις να πάμε μια βόλτα να μιλήσουμε;’. Χωρίς σενάρια, χωρίς υποθέσεις. Ας είναι ο ψηφιακός κόσμος κίνητρο για περισσότερη offline επικοινωνία και όχι για κακεντρεχή σχόλια και αποκλεισμό ανθρώπων.”

Αρθρογράφος

Ο Άρης Γαβριελάτος είναι κοινωνιολόγος και μόνιμος συντάκτης της αθηΝΕΑς. Στον ελεύθερο του χρόνο προπονείται στην πόλη και στα γύρω βουνά, ενώ παίρνει μέρος σε αγώνες ορεινού τρεξίματος.

Σχολιασμός

Σχολιασμός