Lexicon: Το Γλωσσάρι της Έμφυλης Ισότητας

Lexicon

Αυτό το λεξικό δεν ταξινομεί λέξεις σε αλφαβητική σειρά, δεν δίνει πληροφορίες γραμματικές και συντακτικές. Παίζει όμως με την ερμηνεία των λέξεων που επιλέγονται, μία κάθε μήνα, χωρίς σειρά, χωρίς ταξινόμηση. Για την ακρίβεια, χωρίς λεξικογραφική ταξινόμηση. Ακολουθεί μόνο εκείνη των σκέψεων και προβληματισμών, των αναγκών, των επιθυμιών, των βιωμάτων μας.

Αυτό το λεξικό δεν αναπτύσσει, δεν συγκεντρώνει τους όρους ενός επιστημονικού κλάδου. Παίζει όμως με την ετυμολογία των λέξεων. Όχι με τους όρους και τους κανόνες της Γλωσσολογίας. Ψάχνει τόσο ώστε να ανοίξει ένα μονοπάτι στις ρίζες κάθε λέξης, όπου συχνά, σχεδόν πάντα, κρύβεται και η αλήθεια τους.

Αυτό το λεξικό δεν στοχεύει στην επικοινωνία μιας γλωσσικής κοινότητας, αλλά ελπίζει να δημιουργήσει μια «κοινότητα» ανθρώπων που «παιδεύονται» με λέξεις και έννοιες καθημερινά. Παιδεύονται και με τις δύο σημασίες του ρήματος, «γαλουχούνται» αλλά και «τιμωρούνται». Γιατί, όπως λέει ένα γνωστό και αγαπημένο γνωμικό: Words create Worlds. Οι λέξεις μας φτιάχνουν κόσμους οριοθετημένους, στους οποίους μαθαίνουμε αλλά και παθαίνουμε.

Η ιδέα γεννήθηκε μαζί με το μηνιαίο newsletter της αθηΝΕΑς για την έμφυλη ισότητα, το Νο Man’s Land. Και θα εμπλουτίζεται με λέξεις που ανακύπτουν από τους προβληματισμούς μας στο εργαστήρι αυτό. Της έμφυλης ισότητας.

 

lexicon

Βία: Λέξη με Αρχέγονη Ινδοευρωπαϊκή Ρίζα

Λέξη μικρή, αντιστρόφως ανάλογη με το βάρος, την έκταση, τη διάρκεια, την ενέργεια, την ένταση, το αποτέλεσμα, τον αφανισμό στο πέρασμά της. Λέξη σαν ιαχή.

Γένους θηλυκού, γεννά και τίκτει μαζί. Τρυπώνει στη ρίζα κάθε δράσης και κάθε αντίδρασης σε έναν κόσμο που γεννήθηκε κι αυτός με μια Μεγάλη Έκρηξη.

Τέκνο επιφανές, κόρη της Στυγός, χθόνιας θεότητας, απεχθούς και φρικαλέας, που κατοικούσε στο βαθύ σκότος του Άδη, εκείνης που έσπευσε στον Όλυμπο να βοηθήσει τον Δία στην άγρια και αμφίρροπη μάχη του με τους Τιτάνες.

Αδερφή αφοσιωμένη, του Ζήλου, της Νίκης και του Κράτους. Μόνιμοι κάτοικοι του Ολύμπου και οι τέσσερις, παραστάτες και δορυφόροι του Δία στις άγριες μάχες του, στους εκβιασμούς και στους εξαναγκασμούς του.

Αιτία, σκοπός, μέσο, ανάγκη και αφορμή σε καιρούς πολέμου, κατισχύοντας επί δικαίων και αδίκων, συνώνυμη της καταστροφής, της ισοπέδωσης, της ερημιάς.

Όπλο-φόβητρο στη φαρέτρα των «ισχυρών», που στοχεύει με προσβολές, κατηγορίες, μομφές, επικρίσεις, απαγορεύσεις, καταπατήσεις, απειλές, παρενοχλήσεις.

Υπόθεση ιδιωτική, μέσα σε κλειστές κάμαρες, σε σκοτεινές γωνίες, σε σφαλιστά πορτοπαράθυρα, σε κρύους διαδρόμους, σε κλίνες προκρούστειες σωμάτων και ψυχών.

Τείχη φυλακής, ισχυρά, αδιαπέραστα, αόρατα, σιωπηλά, δίπλα μας, γύρω μας, μπροστά μας, σε μεσοτοιχία με τη ζωή μας.

Πεδίο προαιώνιας εκμετάλλευσης, επιβολής, κακοποίησης, βιασμού, φόνου, γυναικοκτονίας.

Τρία γράμματα, δυο συλλαβές, «φωνή βοώντος εν τη ερήμω» της υποκρισίας, της αλλοτρίωσης και των προσχημάτων.

Τραγούδι στα χείλη των παιδιών: «Δεν είναι αγάπη ο πόνος κι η βία».*

ΥΓ. Για την 25η Νοεμβρίου, Διεθνή Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών.

*Από το τραγούδι «Τραγουδάμε Δίχως Φόβο» (=Canción Sin Miedo), με τη συμμετοχή των μαθητών και μαθητριών του Γυμνασίου-Λυκείου Απερίου Καρπάθου και του Μουσικού Σχολείου Αθηνών.

Lexicon

Γυναίκα: Ο Iνδοευρωπαϊκός Όρος «Gwena» Έγινε «Γυνή» στα Αρχαία Ελληνικά, για να Φτάσει στις Μέρες μας ως «Γυναίκα»

«Γυνή γυναικός πώποτ’ ουδέν διαφέρει» (=Γυναίκα από γυναίκα δεν διαφέρει ποτέ σε τίποτα») έλεγε ο Μένανδρος, ένας Έλληνας κωμικός ποιητής που έζησε τον 4ο αιώνα π.Χ., και δεν είναι το μόνο χολερικό που είχε εκφράσει για το γυναικείο φύλο. Οι γυναίκες στα λεγόμενά του άλλοτε εμφανίζονται σπάταλες, άλλοτε υπολογίστριες, άγρια θηρία, ικανές να καταστρέψουν τον κόσμο ολόκληρο. Ωστόσο, δεν είναι ο μοναδικός.

Αν ανατρέξουμε στα αποφθέγματα που περιλαμβάνουν τη λέξη γυναίκα και όσο περισσότερο πάμε πίσω στον χρόνο, η εικόνα είναι, λίγο πολύ, η ίδια. Κουραστικές και εκδικητικές οι γυναίκες κατά τον Κομφούκιο, «γλυκό δηλητήριο», σύμφωνα με τον Ρωμαίο ποιητή Οβίδιο, περισσότερο βάρβαρη στο μίσος και στον έρωτα απ’ ό,τι ένας άνδρας κατά τον Νίτσε, «αστάθεια, το όνομά σου είναι γυναίκα» ομολογούσε ο Σαίξπηρ, χωρίς αίσθημα δικαιοσύνης ισχυριζόταν ο Σοπενάουερ, απλώς μια αναπαραγωγική μηχανή δήλωνε ο Ναπολέων.

Η αναπαράσταση του κόσμου των γυναικών μέσα από τα λόγια μεγάλων ανδρών, που επέβαλλαν ανά τους αιώνες τη δική τους οπτική ως την απόλυτη αλήθεια.

Lexicon

Διάκριση: Από τις Λέξεις «Διά» + «Κρίνω»

Διακρίνω, που σημαίνει αντιλαμβάνομαι, διαχωρίζω το καλό και το κακό, το λάθος και το σωστό.

Ο πυρήνας της λέξης κρίνω διασπάστηκε και ξανασυντέθηκε για να δώσει νέες λέξεις που ερμηνεύουν τον τρόπο συμβίωσης των ανθρώπων από την καλή και την ανάποδη.

Ύψιστη αρετή στο χριστιανικό βίωμα η έννοια της διάκρισης, προϋπόθεση αγιότητας. Ύψιστο αμάρτημα, ωστόσο, το να κρίνεις τους άλλους και να τους διαχωρίζεις σε καλούς και κακούς, σωστούς και μη σωστούς: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε».

 Χρειάστηκε να περάσουν αιώνες προτού η αντίληψη που διαπερνά όλες τις θρησκείες ότι ο κόσμος μας είναι ανεπαρκής για την προστασία του ατόμου, ιδιαίτερα του πιο αδύναμου, διατυπωθεί σε μια κοινή διακήρυξη με οικουμενική ισχύ:

«Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι στην αξιοπρέπεια και στα δικαιώματα».

Η άρνηση της πρόσβασης ενός ατόμου σε αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα, όταν θεωρείς δηλαδή έναν άνθρωπο «λιγότερο από άνθρωπο», αποτελεί τον μοναδικό, περιεκτικό και επαρκή ορισμό της διάκρισης.

Της οποιαδήποτε διάκρισης. Όπως εκείνης που περιλαμβάνει την πεποίθηση ότι ένα φύλο είναι εγγενώς ανώτερο από ένα άλλο, επιτρέποντας τη διάβρωση της αξιοπρέπειας για περισσότερο από τον μισό πληθυσμό του κόσμου μας.

Τα κριτήρια; Άκρως υπο-κριτικά και, ασφαλώς, κατα-κριτέα.

Lexicon

Εργόχειρο: Από τις Λέξεις «Έργον» + «Χειρ»

Νύφη μου να τα χαίρεσαι/Τα δέκα δάχτυλα σου/
Που κόψανε και ράψανε/Ωραία τα προικιά σου.

Πώς να τα κέντησε και να τα έραψε, πώς να τα λεύκανε και να τα καλοσιδέρωσε;

Πόσους καημούς μέτρησε στη σταυροβελονιά τους; Πόσα μυστικά έκρυψε στις ραφές τους; Πόσα γέλια και κλάματα πλέχτηκαν θηλιά τη θηλιά στις δαντέλες τους; Πόσες φορές τρύπησε τα δάχτυλά της, ξήλωσε, μέτρησε, ξεκίνησε πάλι απ’ την αρχή;

Ιστορώντας στους καμβάδες πότε τα ενθυμήματα και πότε τα μελλούμενα, τα στόλισε πρώτα στο νου της. Για να στολίσει μετά μ’ αυτά και τη ζωή της. Θα πρόσθετε ίσως τότε καλλιγραφικά και δύο μονογράμματα.

Οι επίγονοι θα τα έβρισκαν χρόνια μετά όμορφα διπλωμένα, σαν φυλαγμένο θησαυρό. Κιτρινισμένα λίγο στις τσακίσεις τους.

Δεν θα μάθαιναν ποτέ για την όλο δροσιά προσμονή της τις ώρες που έσκυβε το κεφάλι και καμπύλωνε τον κορμό. Δεν θα λογάριαζαν ποτέ τους κόπους της. Δεν θα αναρωτιόνταν αν αγαπούσε τις ρυθμικές και επαναλαμβανόμενες κινήσεις που έδωσαν σχήμα και μορφή στη ρουτίνα των ημερών της. Αν κατάφερε τελικά να χωρέσει σε αυτά τις προσδοκίες της. Αν τα ιδανικά πλασμένα για έργα χειρός δάχτυλά της, όπως της είχαν πει, λύγιζαν σε κάθε βελονιά τους. Αν το «κέντημα ήταν γλέντημα» ή μέτρο της αντοχής της. Αν ήταν αφορμή για συνεύρεση ή έρημος της σιωπής.

Μπορεί να ήταν ένα από εκείνα τα κορίτσια–ούτε κι αυτό θα το μάθαιναν– που διδάχτηκαν την τέχνη του εργόχειρου με τρόπο συστηματικό και πρόσταγμα στρατιωτικό.

 «Διά να αρχισθή το έργον» της ραπτικής έπρεπε να ακουστεί το πρόσταγμα: «Όλ’ αι κλάσεις αρχίσατε!» Τότε «[α]ί μαθήτριαι όλων των κλάσεων λαμβάνουν τα ραψίματά των, και αρχινούν την εργασίαν μετά μεγάλης σιωπής».

Άλλωστε, τι σημασία θα είχε πια; Ξεχάστηκαν οι κόποι, ξεχάστηκαν τα ωραία προικιά, ξεχάστηκε κι εκείνο το κορίτσι.

ΥΓ. Αφιερωμένο στην Ghada Amer, την Αιγύπτια καλλιτέχνιδα που στα δικά της «εργόχειρα» κεντάει λέξεις για τα κορίτσια με το σκυμμένο κεφάλι και τον καμπυλωμένο κορμό. Για τα κορίτσια «στην Αίγυπτο, στο Ιράν, στο Αφγανιστάν ή στο Μεξικό που με τον αγώνα τους ξέρουν ότι έχουν να κερδίσουν πολλά». Για τα κορίτσια της Δύσης που, όπως λέει, βλέπουν την ίδια στιγμή «τα ίδια δικαιώματα να διαβρώνονται» και τις ελευθερίες τους να οπισθοχωρούν.

***

Eνοχή: Aπό τις Λέξεις «Εν» + «Έχω»

«Ενέχω», που σημαίνει «κρύβω κάτι μέσα μου». «Ενέχομαι», που σημαίνει «έχω ανάμειξη, εμπλέκομαι, σε επιλήψιμη πράξη». Και καθώς οι λέξεις γεννάνε άλλες λέξεις, από τα ίδια υλικά φτιάχτηκαν και οι «ένοχοι» και οι «ενοχές».

Κάποτε τις ονόμαζαν Ερινύες και τις φαντάζονταν σκοτεινές, αναδυόμενες από απύθμενα βάθη, απωθητικές στην όψη, με μάτια να ξεχειλίζουν από οργή. Ιστορούσαν γι’ αυτές πως θόλωναν τον νου του ανθρώπου, τον έστρεφαν εναντίον του εαυτού του, κι άλλοτε πάλι ότι τιμωρούσαν οι ίδιες τους ανθρώπους που αδικούσαν, που υπερέβαιναν κόσμους φυσικούς και πνευματικούς, με θάνατο φρικτό.

Οι Ερινύες, έλεγε ο Πλάτωνας, εμφανίζονται όπου δεν υπάρχει μουσική και αρμονία, γιατί εκεί δεν υπάρχει ούτε δίκαιο ούτε νόμος.

Οι Ερινύες-ενοχές εμφανίζονται κι όταν οι πράξεις μας αντιβαίνουν τις ηθικές αντιλήψεις στις οποίες βαφτίστηκε η ύπαρξή μας. Όταν διαταράσσουμε τους νόμους της κοινωνικής ειρήνης. Όταν το δόσιμο μοιάζει να υπολείπεται του χρέους. Όταν οι συνειδήσεις δεν εφαρμόζουν, ούτε χωράνε στα αξιακά συστήματα της κοινής ζωής. Όταν ο εσωτερικός και ο εξωτερικός κόσμος συγκρούονται σε μάχες επικές.

Όμως, ποιος χρωστάει και ποιος πιστώνει κάθε φορά τις ενοχές; Άραγε, έχουν φύλο οι ενοχές;

Ο καθηγητής Higgins στον «Πυγμαλίωνα» του George Bernard Shaw αναρωτιέται «γιατί μια γυναίκα να μη μοιάζει λίγο περισσότερο στον άντρα», για να αντιστρέψει το ερώτημα όταν θα μιλήσει για τις ενοχές. Τότε –λέει– οι άντρες είναι εκείνοι που θα έπρεπε να μοιάζουν στις γυναίκες.

Γιατί το να είσαι γυναίκα σημαίνει ότι κινείσαι ανάμεσα σε ορατά αλλά και αόρατα εμπόδια, ότι περπατάς σε δρόμους με προσεκτικά χαραγμένες γραμμές. Ότι στρέφεις τον θυμό σου προς τα μέσα κάθε φορά που πατάς έξω από τις γραμμές της προδιαγεγραμμένης πορείας, βαθιά δασκαλεμένη πως γι’ αυτά τα «στραβοπατήματα» –που άλλοι θα τα έλεγαν απλώς ζωή– ο φταίχτης είσαι πάντα εσύ.

LexiconZήλια: Από τη Λέξη Ζήλος

«Ζήλος», η δυνατή επιθυμία, το πάθος. Ίσως κρύβει μέσα της το ρήμα «ζέω», που θα πει βράζω. Βράζω σε καζάνι που έχω πέσει μέσα από μικρή, συμπαγές, βαθύ, σκοτεινό, με αναλογίες ακριβείς, κληρονομιά στους αιώνες η τέχνη του από πατέρα σε γιο.

Ίσως ήταν τεχνούργημα του Ήφαιστου, όπως εκείνος ο θρόνος που έστειλε πεσκέσι στη μάνα του, τη ζηλιάρα Ήρα, για να την εκδικηθεί που κάποτε τον είχε τόσο περιφρονήσει.

Μα και κείνος ζηλιάρης δεν ήτανε; Εκείνος δεν ήτανε που έκλεισε τη γυναίκα του, την Αφροδίτη, μαζί με τον Άρη σε δίχτυ λεπτό για να τους περιφέρει μπροστά από όλους τους θεούς;

Η ζήλια γεννήθηκε στο πρώτο σπέρμα του κόσμου τούτου και έκτοτε, άλλοτε σαν μικρό ζιζάνιο κι άλλοτε σαν σαρκοφάγο ζώο, ριζώνει στα σωθικά του.

Καλά κρυμμένη, παραμονεύει, μας ξεγελά, μεταμφιέζεται, γιγαντώνεται στην έλλειψη φωτός, σαν κάρβουνο που σιγοκαίει, δικάζει, ξεσπά και αδικεί, καταστρέφει.

Πώς να τα βάλεις με το θεριό; «Εκ φύσεως φθονερός» ο άνθρωπος λέγαν οι αρχαίοι. Το ίδιο φθονεροί και οι θεοί τους.

Αν και κανείς δεν έμαθε ποτέ αν ζήλευε ο Άρης τον εχθρό που υπερτερούσε στη μάχη. Κανείς δεν ιστόρησε αν ζήλευε ο Απόλλωνας τη μουσική των πουλιών. Όλοι θυμούνται, όλοι διηγούνται, όλοι γνωρίζουν τη ζήλια της Ήρας, την τόσο δυνατή, την ικανή να αλλάξει τη μοίρα των ανθρώπων.

Όλοι ξέρουν και για κείνη τη Μέγαιρα, που είχε αδερφές την Αληκτώ και την Τισιφόνη – τριάδα φοβερή οι Ερινύες. Εκείνη από τις τρεις που τιμωρούσε τη συζυγική απιστία και στο πρόσωπό της οι άνθρωποι ξόρκιζαν τη ζήλια και τον φθόνο. Ακόμη ζει ανάμεσά μας, στον τόπο μας και αλλού, ως mégère στη Γαλλία, ως megera στην Ιταλία.

Kαι για την Ινβίντια μπορεί να έχουν ακούσει, φρόντισε ο Οβίδιος γι’ αυτό, την προσωποποίηση του φθόνου και της ζήλιας των Ρωμαίων. Με πρόσωπο  αρρωστημένα χλομό, με δόντια σάπια, με γλώσσα που έσταζε δηλητήριο, ζούσε καταβροχθίζοντας τους άλλους αλλά και τον ίδιο της τον εαυτό, ήταν η ίδια το ίδιο της το μαρτύριο.

Αλλά μήπως και τη Μήδεια δεν θα θυμούνται; Εκείνη την ξένη που σκότωσε τα παιδιά της για χάρη του Ιάσονα, ταπεινωμένη και τυφλωμένη από ζήλια για τη μεγάλη προδοσία του;

Ίσως, ακόμα, να έχουν ακούσει και για τον Λεβάθιαν των χριστιανών, τον δαίμονα του φθόνου, τέρας και κείνο θηλυκό της υδάτινης αβύσσου.

Ήρα, Μέγαιρα, Μήδεια, Ινβίντια, Λεβιάθαν λένε ακόμα τη ζήλια με τρόπο πειστικό. Την ντύνουν με φουστάνια, την περιφέρουν στα παζάρια, τη χλευάζουν, ψάχνουν να βρουν τη φύτρα της στο γυναικείο σώμα.

«Εκ φύσεως φθονερός» ο άνθρωπος λέγαν οι αρχαίοι. Εκ φύσεως ζηλιάρα, λένε οι τωρινοί. Ποια φύση άραγε την ορίζει σε αυτόν τον άνισο κόσμο; Άνισο και το μέτρο του, μια φυλακή οι άδικοι αριθμοί.

Ήρα, Μέγαιρα, Μήδεια, Ινβίντια, Λεβιάθαν λένε ακόμα τη ζήλια. Ασύμμετρη γεωμετρία τη λέμε εμείς.

LexiconΗδονή, από το Ρήμα Ήδομαι, που θα Πει «Ευχαριστιέμαι, Απολαμβάνω, Ευφραίνομαι, Τέρπομαι»

Η ηδονή, γένους θηλυκού, έλεγαν οι αρχαίοι σοφοί πως είναι η θρυαλλίδα μας για δράση. Άλλοι, πάλι, πως ηδονή είναι η αταραξία που δίνει η πληρότητα.

Ήταν κι εκείνοι που λέγαν πως είναι ανόητο να την κυνηγάς με ζέση κι άλλο τόσο ανόητο με την ίδια ζέση να την αποφεύγεις. Ενώ υπήρχαν και αυτοί που προειδοποιούσαν να έχουμε πάντα κατά νου πως η ηδονή είναι ζευγάρι με τη λύπη.

Κι ανάμεσα στους σοφούς μια γυναίκα, που ακόμα αναρωτιόμαστε για το κατόρθωμά της να συνομιλεί με τους αιώνες, μόνη αυτή στους πολλούς, τραγούδησε τις ηδονές του έρωτα πιο όμορφα απ’ όλους:

«γλυκύπικρον αμάχανον όρπετον».1

Κι άλλοι πολλοί… Κι ο Αλεξανδρινός ποιητής ως όφειλε, γιατί τα ’χε καταφέρει να κρατήσει την ηδονή ως ήθελε, αφού αποστράφηκε «την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας».2

Σκέφτομαι μόνο πόσο δίκιο είχαν, τελικά, εκείνοι οι σοφοί που είπαν πως είναι θρυαλλίδα. Μια φορά έφτασε για να ανάψει η φλόγα της και να ταξιδέψει ως σήμερα, άσβεστη, σαν άγιο φως. Δώρο στους εκλεκτούς που φιλοσοφούν δοκιμαζόμενοι στα θαλερά της μονοπάτια.

Κατάκτηση και δικαίωμα για εκείνους η ηδονή, στις αγορές και στις συναναστροφές των συμποσίων.

Μόνο από τους γυναικωνίτες έμοιαζε να περνάει ξυστά, να χαμηλώνει η φλόγα –άραγε, πώς την ονόμαζαν σε τούτα τα δωμάτια;– να σιωπά η χαρούμενη φύση της, να κρύβεται η ικμάδα της. Κανείς εκεί δεν δίδαξε τις απολαύσεις, εκτός από κείνες που ’χαν σκοπό ιερό.

Να τρυγηθούν οι κόρες έπρεπε, να γίνουν γυναίκες, να καρπίσουν, μακριά από τις άσκοπες ηδονές του βίου.

Κι όσες δαιμονίζονταν, όπως εκείνη η Ιώ με τον οίστρο που την τρέλαινε, λέγαν πως φταίει γι’ αυτό η αφηνιασμένη μήτρα. Σαν «ζώον επιθυμητικόν ενόν της παιδοποιίας»3 οι μήτρες και υστέρες, όταν παρέμεναν άκαρπες έλεγαν πως αγανανακτούν, πώς περιπλανιούνται μέσα στο σώμα, φράσσουν τις διόδους του αέρα, οδηγούν στην έσχατη απελπισία.

Υστέρες οι μήτρες, υστερία εκείνος ο πνιχτός θρήνος του χαμένου παραδείσου σε σεντόνια κουρελιασμένα μα και μεταξωτά. Αρρώστια η επιθυμία της κόρης, της γυναίκας, της μάνας.

Έτσι πορεύθηκαν οι γυναίκες στους αιώνες, σε ένα στημένο παιχνίδι που η πειθαρχία κέρδιζε πάντα την ηδονή.4

Έτσι πορεύονται σήμερα τα κορίτσια του κόσμου με το όνομα Bishara:

«Με ακρωτηρίασαν όταν ήμουν 11 ετών. Η γιαγιά μου μου είπε ότι ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων είναι προϋπόθεση για κάθε κορίτσι, ότι μας κάνει αγνές».

Χωρίς να μάθουν να συλλαβίζουν ποτέ αγαπημένους στίχους σαν κι αυτούς:

«Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,
σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη
τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα,
και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού».6

***

  1. Σαπφώ, περί το 600 π.Χ. (=«γλυκόπικρο, αμάχητο ερπετό» ο έρωτας)
  2. Κωνσταντίνος Καφάφης («Ηδονή»/Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών/που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα./Χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα, που αποστράφηκα/την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας).
  3. Πλάτωνας (από το έργο «Τιμαίος»)
  4. Ο Γάλλος γιατρός Jean Martin Charcot ήταν ο πρώτος που θεώρησε την υστερία νευρολογική πάθηση που δεν προσβάλλει μόνο γυναίκες, αλλά και άνδρες και παιδιά – και προς το τέλος της ζωής του, ψυχολογική διαταραχή. Ο Γάλλος φιλόσοφος Michel Foucault θεωρούσε την υστερία αποτέλεσμα της καταπιεστικής πατριαρχικής κοινωνίας αλλά και αντίδοτο ή «εξέγερση» απέναντι σε αυτήν. Από το 1980, ο όρος «υστερία» έχει πάψει να υφίσταται ως διάγνωση.
  5. Η Unicef ​​εκτιμά ότι περισσότερα από 200 εκατομμύρια κορίτσια και γυναίκες έχουν υποστεί ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων στην Αφρική, στην Ασία και στη Μέση Ανατολή, αλλά και σε κοινότητες μεταναστών – στην Ισπανία, θεωρείται ότι διατρέχουν κίνδυνο 18.000 κορίτσια.
  6. Μάτση Χατζηλαζάρου («Ποιήματα 1944-1985», εκδόσεις Ίκαρος)

Lexicon

Θηλυκότητα: Από τη Λέξη «Θήλυς», που Σημαίνει «Θηλυκός»

Tο αρσενικό αρέσκεται να φοράει τακούνια, όπως στη Γαλλία του 16ου αιώνα, ενώ, κάπου στις αρχές του 1900, αγαπάει το ροζ χρώμα, θεωρώντας το αποκλειστικά αρρενωπό.

Το αρσενικό και το θηλυκό μπερδεύονται γλυκά στην αρχαία Αίγυπτο, διαλέγοντας και τα δυο τα ίδια περίτεχνα κοσμήματα, αρώματα, καλλυντικά και ρούχα.

Η θηλυκότητα των ημερών μας παύει να μοιάζει με θηλυκότητα στους πίνακες του Rubens, ενώ απέχει έτη φωτός από την παλαιολιθική Αφροδίτη του Willendorf, την παχύσαρκη, με τα υπερμεγέθη στήθη, την προτεταμένη κοιλιά και τους τεράστιους γοφούς.

Τώρα, συχνά φοράει ψηλά τακούνια, έχει μακριά μαλλιά και αρμονικές καμπύλες, εκτιμά τα ωραία πράγματα, μιλάει όμορφα, περπατά με χάρη, είναι επικοινωνιακή και συναισθηματική, καλή και γλυκιά στους τρόπους, ευγενική, ευαίσθητη, καθησυχαστική στο σχολείο και στη δουλειά, υποδειγματική κόρη, υπομονετική με τα παιδιά, στοργική, παθητική και διαθέσιμη.

Κι αν μοιάζουν κάποια από αυτά ως αρετές, η ιστορία λέει πως δεν είναι.

Γιατί έχει ορίσει αιώνες τώρα πως η αρρενωπότητα είναι δυνατή, η θηλυκότητα αδύναμη και εύθραυστη· η αρρενωπότητα είναι λογική, η θηλυκότητα παράλογη· η αρρενωπότητα είναι σοβαρή, η θηλυκότητα επιπόλαια· η αρρενωπότητα είναι λειτουργική, η θηλυκότητα διακοσμητική· η αρρενωπότητα είναι φυσική, η θηλυκότητα τεχνητή· η αρρενωπότητα είναι ειλικρινής, η θηλυκότητα χειριστική.

Η θηλυκότητα είναι δίκοπο μαχαίρι.

Αναιρεί την καθολικότητα των ανθρώπινων χαρακτηριστικών, υποδεικνύει μόνο ποια από αυτά είναι των γυναικών και ποια τα δανεικά. Δεν περιορίζει την έκφραση, μόνο που ορίζει ποια είναι τα όρια, τα περιγράμματα, η οροφή, ο στόχος. Είναι μάθημα εμπεδωμένο, κοστούμι φορεμένο, θεμελιωμένη επιταγή εντός μας, παραδοχή πως «γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι».

Στην άλλη κόψη της είναι δύναμη, χαρά και αυταξία. Η φύση μας, η δύναμή μας. Αυτό που ορίζουμε εμείς για εμάς.

Lexicon

Ιδιοκτησία: Από τις Λέξεις Ίδιος + Κτώμαι

Ίδιος, που θα πει αυτός που ανήκει σε κάποιον, που είναι δικός του.

Κτώμαι που θα πει «αποκτώ». Αλλά και «αποκτώμαι», γίνομαι κτήμα εγώ.

Η γυναίκα που διεκδικεί να κατέχει πόρους –δρόμους ανοιχτούς στην επιβίωση και στη ζωή δηλαδή– και η γυναίκα-κτήμα διασχίζουν τους αιώνες της ιστορίας κερδίζοντας και χάνοντας, χάνοντας και κερδίζοντας το πανανθρώπινο δικαίωμα της ιδιοκτησίας.

Πριν από 3.000 χρόνια οι Αιγύπτιες μπορούσαν να κατέχουν τη δική τους περιουσία. Το ίδιο και οι ελεύθερες Ρωμαίες. Οι γυναίκες της Ιρλανδίας θα αποκτούσαν το δικό τους σπίτι μόλις το 1976.

Το αγγλικό δίκαιο του 1100 υποστήριζε ότι οι παντρεμένοι αποτελούν μια οικονομική οντότητα, όμως μόνο ο «ένας» και όχι η «μία» είχε το δικαίωμα της ιδιοκτησίας.

Το 1791 η επαναστατική Γαλλία θα δώσει στις γυναίκες ίσα δικαιώματα κληρονομιάς. Που θα χάσουν αργότερα, όταν θα αποκατασταθεί η μοναρχία.

Το 1922, η σουφραζέτα και ακτιβίστρια Rebecca Felton, η πρώτη γυναίκα γερουσιαστής των ΗΠΑ, έγραφε πως «τα μελιστάλαχτα λόγια είναι ευχάριστα, όμως οι λογικές γυναίκες της χώρας μας θα προτιμούσαν πιο ουσιαστικά δώρα».

Στη χώρα της οι τράπεζες απαιτούσαν μέχρι και το 1974 από τις ανύπαντρες, χήρες ή διαζευγμένες γυναίκες να φέρουν έναν άνδρα για να συνυπογράψουν οποιαδήποτε αίτηση πίστωσης, ανεξάρτητα από το εισόδημά τους.

Σήμερα, οι γυναίκες της Αφρικής και της Ασίας αποτελούν –και άλλοτε υπερβαίνουν– το μισό εργατικό δυναμικό. Όμως οι άνδρες κατέχουν τη γη σε διπλάσιο ποσοστό. Οι γυναίκες είναι εκείνες που εξαρτώνται περισσότερο από τη γεωργία για την επιβίωσή τους. Όμως είναι εκείνες που έχουν μικρότερη πρόσβαση σε γη, σε μέσα, σε χρηματοδότηση, σε τεχνολογία. Τα χέρια των γυναικών παράγουν τρόφιμα για όλους, είναι όμως τα δικά τους χέρια που δεν έχουν, που δεν «κατέχουν».

Σήμερα οι γυναίκες, σε ανατολή και δύση, αδυνατούν να έχουν τον έλεγχο του σώματός τους, η εγκυμοσύνη τους γίνεται κτήμα μιας κοινής συνθήκης, ενός δικαστή, μιας νομοθετικής ρύθμισης που ορίζει πώς και πότε θα φέρει στον κόσμο ζωή.

Σήμερα οι γυναίκες πορεύονται με όνομα στη γενική του πατρός που ενίοτε γίνεται γενική του ανδρός. Σήμερα το 50% των Αμερικανών πιστεύει ότι οι γυναίκες πρέπει να υποχρεούνται νομικά να πάρουν το όνομα του συζύγου τους.

Σήμερα στην Ινδία οι στατιστικές λένε πως, κατά μέσο όρο, σκοτώνεται μια γυναίκα κάθε ώρα σε μια διαμάχη για μια προίκα.

Σήμερα οι ακτήμονες γυναίκες-κτήματα στερούνται, αποκλείονται, υπακούν, καθοδηγούνται, θυματοποιούνται, εκβιάζονται, δολοφονούνται. Γίνονται στόχοι εκτόνωσης της πιο κυνικής κατάχρησης εξουσίας.

Σήμερα οι γυναίκες που «κατέχουν» και οι «γυναίκες-κτήματα» κερδίζουν και χάνουν, χάνουν και κερδίζουν. Ακόμα.

LexiconΚουτσομπολιό: Από το Ρήμα «Κοψομπολιάζω», Δηλαδή «Κόβω» και «Μπολιάζω»

Πώς γίνεται να εξοβελίζουμε μια λέξη όταν στην καρδιά της κρύβει ελπίδα προκοπής και δύναμης; Με το «μπόλι» δεν δυναμώνουν και πληθύνονται τα φυτά; Με «μπόλι» και οι ιδέες; Ακόμα και οι άνθρωποι;

Όμως οι λέξεις δεν λαθεύουν. Όπως οι άνθρωποι. Που λησμονούν, που «κόβουν και ράβουν» την ιστορία και τις λέξεις που οι ίδιοι δημιουργούν.

Έχουν ξεχάσει πια πως το κουτσομπολιό, στο πρόσωπο της Φήμης, ήταν αγγελιαφόρος του Δία. Γι’ αυτό ο Ησίοδος την απεικονίζει με τρόπο θεϊκό, αλλά με δύο όψεις, όπως όλα, άτακτη και ελαφριά μαζί, που –το χειρότερο– δύσκολα ξεφορτώνεσαι. Ο Αριστοτέλης, πάλι, λέει για το κουτσομπολιό πως, όταν δεν έχει κακόβουλες προθέσεις, είναι απλό κι ευχάριστο.

Έτσι ήταν· οι Αθηναίοι τότε, άντρες και γυναίκες, ελεύθεροι και σκλάβοι, νέοι και γέροι, πλούσιοι και φτωχοί, ενώνονταν στη χαρά της φήμης, που έκανε κύκλους στην αγορά, χωρίς να γνωρίζει κανείς το πώς, αυθόρμητα κι αστραπιαία, «μπόλιαζε» τις κουβέντες στα κουρεία και στα μαγαζιά.

Όμως η φήμη ήταν και δύναμη. Η δύναμη των ταπεινών και των αδύναμων στα δικαστήρια της πόλης. Πάσχιζαν οι διάδικοι να πείσουν πως ό,τι κακό λεγόταν κι ακουγόταν γι’ αυτούς ήταν λόγια μόνο που ήθελαν να βλάψουν.

Και των γυναικών αυτό ήταν το «όπλο», μια και οι ίδιες διάδικοι δεν έγιναν ποτέ, εξόριστες απ’ τον δημόσιο βίο. Λέει ο Δημοσθένης πως έτσι κατάφερε μια μέτοικος να οδηγήσει σε δίκη τον Αριστογείτονα όταν την έβλαψε και τη φοβέριζε πως θα την κάνει σκλάβα. Με όπλο το κουτσομπολιό· αυτό θέριεψε στους δρόμους της πόλης την αδικία που της είχε κάνει, αυτό την έσωσε, κι ας ήταν γυναίκα, κι ας ήταν «ταπεινή».

Παράλληλες οι ιστορίες των ανθρώπων, παράλληλες και οι ιστορίες των λέξεων που ξέπεσαν.

Όπως η αντίστοιχη με τη δική μας λέξη της Εσπερίας. Μια λέξη που ήταν χάδι και έγινε φωτιά.

«Gossip» (=κουτσομπολιό), από τις λέξεις «god» (=θεός) και «sip» (=συγγενής), αρχικά σήμαινε ο «νονός» και χρόνια μετά τις συνοδούς γυναίκες μιας γέννας, για να γίνει σταδιακά μια λέξη-λάβαρο αλληλεγγύης των γυναικών, αφιερωμένη στη φιλία τους.

Στα ήθη και στα έθιμα της μεσαιωνικής Αγγλίας χώραγε και τούτο, οι γυναίκες των μεσαίων και των κατώτερων τάξεων να συναντιούνται στα ταβερνεία, να πίνουν και να συζητούν. Να δουλεύουν, να ράβουν και να πλένουν μαζί.

Το τίμημα δεν άργησε να έρθει.

Στον «Κύκλο του Τσέστερ», στα θεατρικά έργα του 15ου αιώνα, ο Νώε καλεί τη γυναίκα του να σηκωθεί από το ταβερνείο όπου κάθεται με τις φίλες της (gossips) και να μπει στην Κιβωτό. Εκείνη αρνείται, παρεκτός κι αν την αφήσει να πάρει μαζί και τις φίλες της:

«…να ξέρεις πως τη χώρα δεν αφήνω ούτε για αστείο, αν καθεμιά από τις φίλες μου δεν ανεβεί στο πλοίο…».

Η σάτιρα δεν σταμάτησε ποτέ, η επικριτική, για τις ανεξέλεγκτες κι επικίνδυνες για τη δημόσια τάξη γυναίκες, τις «μέγαιρες», τις «μάγισσες» και «στρίγγλες».

Εκκλησία και νόμος εργάστηκαν σκληρά να ορίσουν την υπακοή, που μοιάζει να αποκτά μορφή, το 1567, στο «χαλινάρι της στρίγγλας», ένα φίμωτρο από μέταλλο και δέρμα που έκοβε τη γλώσσα της γυναίκας σαν πήγαινε να μιλήσει.

Το «φίμωτρο της κουτσομπόλας», όπως το είπανε αλλιώς.

Άλλωστε, μετρούσε 20 χρόνια πια το επίσημο διάταγμα που «απαγόρευε στις γυναίκες να συνευρίσκονται για κουβεντολόι» και πρόσταζε τους άνδρες «να τις κρατούν στο σπίτι».

Όταν ξεπέφτουν οι άνθρωποι, ξεπέφτουν και οι λέξεις. Ακόμα κι εκείνες που κρύβουν μέσα τους τόση ομορφιά. Εκείνες που, ακόμα, «μπολιάζουν» για όλους μας, γυναίκες και άνδρες, την κοινή μας ιστορία με τόσα θρυλούμενα και τόσες μαρτυρίες.

Lexicon

Μισογυνισμός: Από τις Λέξεις «Μισώ» + «Γυνή»

«Από αυτήν», γράφει ο Ησίοδος, «κατάγονται όλες οι γυναίκες και το θηλυκό γένος. Από αυτήν προήλθε το καταστροφικό γένος των γυναικών».

Την έλεγαν Πανδώρα.

Την έλεγαν Εύα στον Κήπο της Εδέμ. Την έλεγαν Κακιά Βασίλισσα και Μάγισσα στα παραμύθια όταν μπορούσε να ορίζει τη μοίρα της. Την έλεγαν Χιονάτη, Σταχτοπούτα, Ωραία Κοιμωμένη όταν φρόντιζε και δεν αμφισβητούσε, όταν υπέμενε, όταν περίμενε, όταν δεν αντιστεκόταν και δεν προκαλούσε.

Την έλεγαν Υπατία στην αρχαία Αλεξάνδρεια και ήταν σοφή, η μοναδική στην ιστορία των επιστημών για δεκαπέντε ολόκληρους αιώνες, εκείνη που τόλμησε να διδάξει δημόσια πριν ο όχλος της κόψει το δέρμα με κοφτερά κοχύλια, προτού διαμελίσει και κάψει το σώμα της.

Τις έλεγαν Temperance Lloyd, Mary Trembles, Susannah Edwards και άφησαν την τελευταία τους πνοή στην αγχόνη του Bideford επειδή αόρατα σημάδια και αόριστες φήμες για αφύσικες δυνάμεις που κατείχαν έκαναν ψιθυριστά τον γύρο της πόλης.

Την έλεγαν Fawza Falih και ζούσε στις μέρες μας, ανάμεσά μας, πριν καταδικαστεί σε θάνατο για τα μαγικά της ξόρκια.

Γυναίκες επώνυμες και ανώνυμες, δυνατές και αδύναμες, που κρίθηκαν ένοχες για την παραβίαση μιας προαιώνιας τάξης. Γυναίκες που παραδειγματίστηκαν για μια τους λέξη, μια επιθυμία, για ένα λοξοκοίταγμα στις προκατασκευασμένες νόρμες και προσδοκίες, επειδή δυνητικά μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνες. Γυναίκες που επιβίωσαν επειδή υπήρξαν «καλές», υπάκουες και αδρανείς.

Γυναίκες βρομοθήλυκα, πόρνες, χαζογκόμενες, στρίγκλες, αντρογύναικες, στερημένες, γυναίκες-στόχοι ενός βαθιά εσωτερικευμένου μίσους, κακοποιητικού, που χωρίζει τις «καλές» από τις «κακές» και τιμωρεί τις δεύτερες.

Ενός μισογυνισμού θεατού και αθέατου, χρήσιμου για την επιβολή κανόνων και προσδοκιών, απαραίτητου όχι για να δίνει άλλοθι την πατριαρχία, αλλά για να αστυνομεύει και να τιμωρεί όσες και όσους παρεκκλίνουν από αυτή.

Lexicon

Ντροπή: Από τις Λέξεις «Εν» + «Τρέπω»

Τρέπω το πρόσωπό μου στη γη. Τρέπω την ύπαρξή μου στη σκιά, στην απέραντη μοναξιά.

«Να ντρέπεσαι τον εαυτό σου και δεν θα ντραπείς κανέναν άλλο», έλεγε ο Θεόφραστος.

«Είμαι γυναίκα και έμαθα να ντρέπομαι από μικρή», θα του απαντούσα. «Μου δίδαξαν, με λέξεις, με βλέμματα, με χειρονομίες και νεύματα πως η ντροπή είναι το πέπλο της ηθικής μου».

«Η συστολή είναι σημαντικό στοιχείο της σωφροσύνης», έλεγε ο Θουκυδίδης.

«Είμαι γυναίκα και έμαθα πως, αν θέλω να μιμηθώ το τέλειο αρχέτυπο του φύλου μου, πρέπει να ενστερνιστώ και τη σωφροσύνη και τη συστολή», θα του απαντούσα.

«Περισσότερο από όλα συνεκτική δύναμη της αρετής είναι η αιδώς», έλεγε ο Δημόκριτος.

«Είμαι γυναίκα και ξέρω πως η αιδώς είναι το κάστρο της ομορφιάς μου και πως, για να μην το ξεχνώ, συλλαβίζουν πάνω στο σώμα μου τη λέξη αιδοίον, μέτρο και σύνοψη της αρετής μου», θα του απαντούσα.

«Η συστολή ωφελεί τους ανθρώπους περισσότερο από τον θυμό», έλεγε ο Ευριπίδης.

«Είμαι γυναίκα και έμαθα από μικρή πως ο θυμός μου φέρνει ντροπή, πως γίνεται όπλο που ωφελεί μόνο σε χέρι αντρικό», θα του απαντούσα.

«Η ντροπή είναι ο μανδύας της περηφάνιας», έλεγε ο William Blake.

«Είμαι γυναίκα και μου είπαν πως υπάρχουν πρωτιές για τις οποίες πρέπει να αγωνιστώ κι ας με κάνει να ντρέπομαι ακόμα πιο πολύ όταν, ξεμακραίνοντας από αυτές, μένω εις τους αιώνες λειψή», θα του απαντούσα.

«Δεν χρειάζεται να ντρεπόμαστε για τα δάκρυά μας», έλεγε ο Charles Dickens.

«Είμαι γυναίκα και δεν ντράπηκα ποτέ για τα δάκρυά μου», θα του απαντούσα.

«Με τους κακούς η συστολή δεν ωφελεί σε τίποτα», έλεγε ο Όμηρος.

«Είμαι γυναίκα, ξέρω».

ΞανθιάΞανθιά: Λέξη Αγνώστου Ετυμολογίας

Πάνδημος και ουράνια μαζί ήταν η αρχαία θεά που ξεπρόβαλλε ομορφοστεφανωμένη και παιχνιδοβλέφαρη, καθώς λένε οι ποιητές, από τον αφρό της θάλασσας.

Πάνδημος γιατί ο έρωτας είναι γήινος, ανθρώπινος, γονιμοποιός της ύλης. Και ουράνια, γιατί ο έρωτας είναι γονιμοποιός του υπερβατικού για να γεννιούνται υψηλές ιδέες και ευγενής δράση.

Χρυσέη Ἀφροδίτη την είπε ο Όμηρος. Με ολόχρυσα μαλλιά την απεικόνισε ο Botticelli. Ένα αρχέτυπο η Αφροδίτη, η γυμνή αναδυομένη και για πάντα εδραιωμένη στο φαντασιακό σύμπαν του κόσμου μας σαν εκείνη που ταιριάζει στα μέτρα της χάρης και της σεξουαλικότητας, σαν εκείνη που γεννά και πολλαπλασιάζει.

Όμως τα πιο όμορφα χρυσαφένια μαλλιά σε όλο τον κόσμο τα είχε, λένε, η γυναίκα του Θωρ, θεά των Σκανδιναβών, η Σιφ. Έμοιαζαν σαν αγρός με ώριμα στάρια, έτοιμα για θερισμό, γεννήματα κι αυτά, απόδειξη της δύναμής της.

Στη Ρώμη δεν ήταν οι θεές, ήταν οι εταίρες που ξεχώριζαν με τα ξανθά τους μαλλιά, όπως όριζε ο νόμος για τα κορίτσια εκείνα. Μα και οι Ρωμαίες που λογίζονταν αμέμπτου ηθικής δεν μπόρεσαν τελικά να αντισταθούν στις ξανθές αλογοουρές των κοριτσιών που έφερναν μαζί οι λεγεώνες τους από τη Γαλατία, τις σκλάβες που γι’ αυτές θυσίαζαν ακόμα και τα μαλλιά τους.

Χρυσόσκονη, γύρη, κατσικίσιο λίπος, τέφρα οξιάς, σαφράν, καρποί, ασβέστης, θειικό οξύ… Άλλοτε αθώα και άλλοτε επικίνδυνα προσπαθούσαν να μοιάσουν οι θνητές με τις ξανθές θεές. Και όλο προσπαθούσαν να ανακαλύψουν το μεγάλο μυστικό που κάνει τα μαλλιά εύκολα κι ακίνδυνα να χρυσίζουν.

Δεν είχαν αρχίσει να ζωγραφίζουν τις ξανθές μαντόνες τους ο Tiziano και ο Jan van Eyck και ο κλήρος έκανε λόγο για μαλλιά-πειρασμό. Αλλά ακόμα και τότε, ο πειρασμός συνυπήρχε με την ομορφιά, την αγνότητα, την καλοσύνη και το υπερβατικό, γιατί ούτε οι άγγελοι ούτε οι άσπιλες ηρωίδες του ιπποτικού ρομαντισμού έπαψαν να απεικονίζονται με χρυσά μαλλιά.

Ο Chrétien de Troyes γέμισε τις ιπποτικές μυθιστορίες του με ξανθές, με τα κυματιστά τους μαλλιά και τα πρασινογάλαζα μάτια τους, όπως η Γκουίνεβιρ, και ήταν τότε που περιέγραφαν την ξανθιά Ιζόλδη ως την «πιο όμορφη γυναίκα από εδώ μέχρι την Ισπανική Μαρκία». Σύμβολα αγνότητας και εγκαρτέρησης, όχι όπως η Catherine-Rosalie Gerard Duthé, η διάσημη Γαλλίδα εταίρα, σύντροφος των βασιλιάδων και των αριστοκρατών, «η πρώτη επίσημα καταγεγραμμένη χαζή ξανθιά» της ιστορίας.

Κι έτσι κυλούσαν τα χρόνια, με τα χρυσαφένια μαλλιά πότε απαγορευμένο καρπό και πότε καρπό της αγνότητας, της αρμονίας και της υπέρβασης, αλλά και της ελαφρότητας και της ανοησίας.

Μέχρι που ο «Ξανθός Πειρασμός» μας σύστησε τη θεότητα Jean Harlow, το κορίτσι blonde bombshell, με τα μαλλιά που κατέστρεφε λίγο λίγο κάθε εβδομάδα με νιφάδες σαπουνιού, χλωρίνη και αμμωνία. Η Monroe ήταν μόλις πέντε ετών, δεν είχε φανταστεί ακόμα πως κάποτε θα γινόταν η Λορελάι Λι στο «Οι Άντρες Προτιμούν τις Ξανθές» και πως θα τραγουδούσε «Diamonds are a Girl’s Best Friend» δείχνοντας πόσο διασκεδαστικές και ελαφρόμυαλες είναι οι ξανθές. Ούτε η Veronika Lake είχε λανσάρει ακόμα την peek-a-boo ξανθιά μπούκλα της που αντέγραφαν μετά μανίας τα κορίτσια της εποχής.

Γυναίκες πολύτιμα αγαθά, σύμβολα της επιτυχίας των αντρών, γυναίκες μεταξύ σεξουαλικής υποταγής και απελευθερωμένης έκφρασης. Γυναίκες που τολμούσαν και πλήρωναν κάποτε γι’ αυτή την τόλμη ακριβά.

Κι όταν οι βαφές Clairol έκαναν τις ξανθές μπούκλες οικιακή υπόθεση, με τις καμπάνιες της Shirley Polykoff που έμελλαν να καταγραφούν για πάντα στην ιστορία της διαφήμισης –«Είναι αλήθεια ότι οι ξανθές διασκεδάζουν περισσότερο;» ή «Αν έχω μόνο μια ζωή, άφησέ με να τη ζήσω ως ξανθιά!»–, το ξανθό έπαυε πια να είναι εικόνα, γινόταν τρόπος ζωής. Τρόπος να σκέφτεσαι και να ενεργείς, διαθλασμένη μέσα από πρίσματα που καλλιεργούσαν ματαιοδοξία και υπακοή, μέσα από βλέμματα που επιζητούσαν και κατακεραύνωναν ταυτόχρονα.

Η υλική πραγματικότητα διαμορφώνει τις ιδέες και οι ιδέες την υλική πραγματικότητα και σε αυτή τη σχέση αλληλεπίδρασης, σε μιαν άλλη περιοχή του πλανήτη μας, κάπως μακρινή από εκείνη που δημιουργούσε με χρυσόσκονη και πηλό τον μύθο της σεξοβόμβας, οι ξανθές γίνονταν σύμβολα της φυλετικής καθαρότητας και της πολιτισμικής υπεροχής. Γυναίκες παιδοποιητικές μηχανές, δυναμικές και ταυτόχρονα υποταγμένες στα «τρία Κ»: Kinder, Küche, Kirche (=Παιδιά, Κουζίνα και Εκκλησία). Οι γυναίκες-πρότυπα στο ναζιστικό καθεστώς του Χίτλερ.

Έτσι επέζησε, έτσι ζει και βασιλεύει μέχρι σήμερα ο μύθος της ξανθιάς, ως μια διαρκής υπενθύμιση, μια διαρκής διάκριση, μια ισοπεδωτική πολιτισμική εμμονή απέναντι στη μοναδική, πολυδιάστατη και πολύπλευρη φύση της.

Η ψυχρή ξανθιά, η ξανθιά βόμβα, η χαζή ξανθιά. Η μοιραία γυναίκα, η γυναίκα-πειρασμός, η ανόητη και ασήμαντη όμορφη. Γυναίκες με συγκεκριμένες προσδοκίες και ικανότητες. Γυναίκες που τάχθηκαν να φωτίσουν με τα μαλλιά τους τη θλίψη ενός κόσμου που επιβιώνει στο σκοτάδι της άγνοιας, της προκατάληψης, του φαρισαϊσμού, της παραγνωρισμένης ομορφιάς.

LexiconOικοκυρικά: Από τις Λέξεις Οίκος + Κύριος

«Η γυναίκα πρέπει να είναι ικανή για “όλα” μες στο σπίτι και ικανή για “τίποτα” έξω από την πόρτα», έγραφε ο Ευριπίδης. Κάποτε, τα παλιά εκείνα χρόνια.

Πέρασαν αιώνες από τότε. Στα σπίτια-φυλακές άνοιξαν χαραμάδες, άνοιξαν στόματα, ψυχές, άνοιξαν παράθυρα στο φως, αγκαλιές για να παρηγορήσουν, να εμψυχώσουν και να ορκιστούν πως όλα θα αλλάξουν.

Πέρασαν αιώνες μέχρι να εκδοθεί, με ωραίο εξώφυλλο, ο «Οδηγός της Καλής Νοικοκυράς». Κάπου στα 1950 – για σκεφτείτε, πόσοι αιώνες!

Η γυναίκα, πάντα ικανή με τα του οίκου της, μπορούσε τώρα να χαράξει με μολύβι το “όλα” και το “τίποτα”, να τα ντύσει με λέξεις νοικοκυρεμένες και πειστικές, θεόσταλτους προάγγελους μιας όμορφης ζωής.

Δέκα άρθρα όλα κι όλα στον «Οδηγό» που, σαν άλλες 10 εντολές, ήταν ποτισμένες με νερό αρχαίο, αείποτε επωφελείς, υποσχετικές τάξης και ευζωίας:

«Το φαγητό να είναι πάντα έτοιμο. Να προγραμματίζετε από την προηγούμενη μέρα, ώστε όταν επιστρέφει στο σπίτι να βρίσκει έτοιμο ένα νόστιμο γεύμα…»

«Ξαπλώστε ένα τεταρτάκι για να συνέλθετε λιγάκι ώστε να είστε φρέσκια όταν μπει μέσα. Φρεσκάρετε το μακιγιάζ σας, βάλτε ένα ωραίο πιαστράκι στα μαλλιά σας και γενικώς δείξτε δροσερή. Μην ξεχνάτε ότι ο σύζυγός σας πέρασε όλη τη μέρα δουλεύοντας…»

«Να τον ακούτε. Μπορεί να έχετε χίλια δύο σημαντικά πράγματα να του πείτε, αλλά όχι όταν μπαίνει στο σπίτι, δεν είναι αυτή η σωστή ώρα. Αφήστε τον να μιλήσει αυτός – αυτά που έχει εκείνος να κουβεντιάσει είναι πάντα πιο σημαντικά από τα δικά σας…».

Πιο σημαντικά, έλεγαν, από αυτά του αέναου και πανομοιότυπου κύκλου του βίου της από την κρεβατοκάμαρα στην κουζίνα, από την τραπεζαρία στο καθιστικό. Από το πρωί μέχρι το βράδυ και από το βράδυ μέχρι το πρωί, μια εστία αναμμένη, σαν εκείνη της αρχαίας θεάς, της σεβάσμιας και ιερής. Άσβεστη η Εστία, να φωτίζει το μικρό σύμπαν του οίκου, της θαλπωρής και της ανάγκης.

Πέρασαν δεκαετίες από τότε. Εκείνος ο «Οδηγός» ξέμεινε σε ντουλάπια ξεχαρβαλωμένα, θάφτηκε σε σωρούς ενθυμημάτων που κανείς δεν θυμάται πια, ανακαλύφθηκε ξανά από χέρια κοριτσίστικα που γουστόζικα ξεφυλλίζουν το παρελθόν βολτάροντας στα παλαιοβιβλιοπωλεία.

«Η βασική διαφοροποίηση ως προς τη χρήση του χρόνου ανάμεσα σε γυναίκες και άντρες ηλικίας 20 έως 74 ετών, ανεξάρτητα από το αν είναι εργαζόμενες/-οι ή όχι, εντοπίζεται στον χρόνο που διαθέτουν ημερησίως για τη φροντίδα του νοικοκυριού και της οικογένειας. Οι γυναίκες αφιερώνουν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι του χρόνου τους ημερησίως για τη φροντίδα του νοικοκυριού και της οικογένειας (4 ώρες και 24 λεπτά), ενώ οι άνδρες αφιερώνουν για την ίδια δραστηριότητα μόνο 1,5 ώρα».*

Πέρασαν δεκαετίες από τότε. Τώρα οι γυναίκες μπορούν να περιγράφουν το «όλα» και το «τίποτα» με λέξεις σοφές, απελευθερωτικές και αποκαλυπτικές. Τικ τοκ. Τικ τοκ. 4 ώρες και 24 λεπτά, ο χρόνος που απομένει από το «όλα» και το «τίποτα».

«Οι γυναίκες αναλαμβάνουν σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό την ευθύνη της φροντίδας παιδιών, ηλικιωμένων, ασθενών και άλλων εξαρτώμενων μελών, με αποτέλεσμα να εργάζονται λιγότερες ώρες σε έμμισθη απασχόληση, να διακόπτουν για περισσότερα χρόνια την εργασία τους και να βγαίνουν πιο σύντομα στη σύνταξη σε σχέση με τους άνδρες, καθώς και να επιλέγουν δουλειές που, στην πλειονότητά τους, προσφέρουν λιγότερες προοπτικές ανταμοιβής και ανάπτυξης».

Περνάνε οι δεκαετίες και καμιά φορά ξεχνάμε, μπερδευόμαστε, υποχωρούμε, δικαιολογούμε εκείνες τις  σκληρές, καθημερινές μη αμειβόμενης οικιακής εργασίας ώρες που μοιάζουν με «τίποτα» και ενίοτε γίνονται «όλη» μας η ζωή.**

* Από έρευνα που εκπόνησε το Εργαστήριο Σπουδών Φύλου του Παντείου Πανεπιστήμιου και το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ).

**«Μαθήματα Οικονομίας: Μια Έρευνα για τον Χρηματοοικονομικό Αλφαβητισμό των Γυναικών στην Ελλάδα, μελέτη που εκπόνησε η αθηΝΕΑ και το Women On Top, σε συνεργασία με την qed και με την υποστήριξη της Παπαστράτος.• Το Γλωσσάρι της Έμφυλης Ισότητας συνεχίζεται με περισσότερες λέξεις εδώ.

Lexicon

Πατριαρχία: Από τις Λέξεις «Πατήρ» + «Άρχω»

Ψάχνοντας να βρούμε τις απαρχές της πατριαρχίας χανόμαστε στα βάθη της ιστορίας, σε έναν κόσμο με αόρατες συντεταγμένες. Ψάχνοντας να ορίσουμε την έννοια της πατριαρχίας στο τώρα χανόμαστε σε ένα σύνολο πεποιθήσεων, πρακτικών, μύθων, σχέσεων κ.ά. που πασχίζουν να την κάνουν αόρατη, ακόμη και σε εκείνες τις γυναίκες που υφίστανται τον μεγαλύτερο αποκλεισμό.

Γιατί στις πατριαρχικές κοινωνίες μας οι γυναίκες δεν αντιμετωπίζονται όλες με τον ίδιο τρόπο. Ωστόσο, οι κανόνες που υπαγορεύουν πώς να ζουν οι άνδρες και οι γυναίκες διαπερνούν και επηρεάζουν τη ζωή όλων μας.

Η πατριαρχία δεν είναι μόνο ένα απτό σύνολο από αξίες και πρακτικές που μοιράζουν τον κόσμο στα δύο, τοποθετώντας τους άνδρες σε θέσεις κυρίαρχες και ρόλους ευθύνης και τις γυναίκες σε θέσεις υποστηρικτικές και ρόλους φροντίδας. Οι έμφυλοι ρόλοι είναι βαθιά ριζωμένοι μέσα μας. Είναι ένας τρόπος θέασης του κόσμου, του εαυτού μας, των σχέσεών μας.

Η πατριαρχία είναι ακόμη μια έννοια που πυροδότησε συζητήσεις στον δημόσιο χώρο, διαπερνά σαν κεντρικός άξονας τους προβληματισμούς και τις θεωρίες στο γυναικείο κίνημα και στις επιστημονικές κοινότητες, που άλλοτε την αμφισβητούν και άλλοτε την επιβεβαιώνουν.

Ο αντίλογος στην αμφισβήτηση θα μπορούσε ίσως να είναι το παλιό, αλλά πάντα επίκαιρο σύνθημα «Το προσωπικό είναι πολιτικό», που εκφράζει τους αγώνες γυναικών και ανδρών με σκοπό να γίνουν κάποτε τα αόρατα ορατά.

ΡοζΡοζ, από τη Γαλλική Λέξη «Rose», που Κατάγεται από τη Λατινική «Rosa», που Έχει τις Ρίζες της στην Αρχαία Ελληνική «Ρόδον»

Άλλοτε δηλωτικά της χαράς, άλλοτε της λύπης, άλλοτε της σταθερότητας, άλλοτε της τρικυμίας, της επανάστασης και της ελπίδας. Όλα τα χρώματα βρίσκουν μια θέση στους πολιτισμούς του κόσμου. Όλα γίνονται σύμβολα και χάρτες που διηγούνται ιστορίες χωρίς λόγια.

Μα το ροζ… Το ροζ είναι φασαριόζικο. Το ροζ είναι σφραγίδα και καθρέφτης που, όσο κανένα άλλο, αντανακλά σκέψεις που διχάζουν, που κατηγοριοποιούν και προδικάζουν. Το ροζ μπορεί να το αγαπήσεις παράφορα. Ή να το μισήσεις για την τόση επιτήδευση, την εξαπάτηση της απαλής του φύσης.

Και να πώς έχουν τα πράγματα στην ιστορία.

Πριν από περίπου 9.000 χρόνια, άγριοι κυνηγοί εκεί όπου σήμερα είναι το Περού έβαφαν με την αρχαία χρωστική, την πιο παλιά λένε, την κόκκινη ώχρα, τα δέρματα που φορούσαν ροζ. Και στην αρχαία Αίγυπτο, με την ίδια χρωστική, έβαφαν τα χείλη και τα μάγουλά τους, γιατί η ομορφιά ήταν ιερή κι ο έρωτας, όπως και σήμερα, όπως και πάντα, η μόνη απαντοχή.

Να ’ταν φασαριόζικο και τότε άραγε; Κανείς δεν ξέρει.

Μέχρι που αιώνες μετά, τον 18ο αιώνα, έγινε καθρέφτης των αριστοκρατών, που χωρίς φόβο αλλά με πολύ πάθος επιδόθηκαν στα παστέλ, διακριτά από τα γήινα, τα έντονα, τα δυνατά εκείνων με τους οποίους δεν άρμοζε να μοιάζουν. Λένε πως η Madame de Pompadour έκανε το ροζ υπογραφή της και οι καλλιτέχνες τη ζωγράφιζαν στα ροζ, όλα γύρω της να είναι ροζ, κι αν ήταν κάποια που μπορούσε να κάνει μόδα σε όλη την Ευρώπη το αγαπημένο χρώμα ήταν σίγουρα η ερωμένη του βασιλιά.

Όμως, ακόμα κι έτσι, το ροζ πιο πολύ αντρικό έλεγαν πως ήταν, μια απόχρωση του κόκκινου που συνδεόταν με το θάρρος. Όπως το μπλε, το χρώμα του μανδύα της Μαντόνας, το χρώμα της ηρεμίας, δεν θα μπορούσε παρά να είναι ταιριαστό με τις γυναίκες.

Τίποτα δεν προμήνυε τον φασαριόζικο χαρακτήρα του, ώσπου ήρθαν τα 30ς και το «shocking pink». Την εποχή που η Coco Chanel έδινε το σύνθημα της κομψότητας και της αυτοσυγκράτησης, η φίλη των μεγάλων σουρεαλιστών, η Elsa Schiaparelli, άφηνε τη φαντασία της ελεύθερη και πρότεινε με τόλμη όχι εκείνο το αχνό ροζ των παλαιών αριστοκρατών, αλλά το «σοκαριστικό», το έντονο, το παράτολμο, δώρο σε μια γενιά ατρόμητων και παθιασμένων γυναικών.

Αλλά ακόμη και τότε που το ροζ έγινε φασαριόζικο για τα καλά, φύλο δεν είχε αποκτήσει ακόμα. Άραγε, ρωτούσαν, ποιο ταιριάζει καλύτερα στα κορίτσια, το ροζ ή το γαλάζιο; Κανείς ακόμα δεν μπορούσε να απαντήσει.

Κι ύστερα ήρθε ο πόλεμος και έφερε τα αντεστραμμένα ροζ τρίγωνα στο πέτο των αποσυνάγωγων και μελλοθάνατων στις φυλακές και στα στρατόπεδα του τρόμου. Όπως άλλοι φορούσαν τα κίτρινα αστέρια – μόνο που τα ροζ τα φορούσαν «οι χαμηλότεροι απ’ τους χαμηλούς». Εκείνοι που τελικά, λίγες δεκαετίες μετά, θα κάνουν το ροζ σημαία τους για να διακηρύξουν την περηφάνια τους.

Όταν μετά τον πόλεμο βάλθηκαν οι άνθρωποι να πιάσουν ξανά το νήμα της ιστορίας από την αρχή, βρήκαν πως στις τέλειες νοικοκυρές που πρωταγωνιστούσαν στις καρτ ποστάλ του ’50 ταίριαζαν τα ανοιχτόχρωμα, τα ανέμελα –πόσο κοντά, πίστευαν, στο επιπόλαιο πνεύμα– και στους άντρες που μοχθούσαν τα σκούρα, τα σοβαρά κι επίσημα. Εν δυο, όλες στη σειρά, στα ροζ παστέλ και κουφετί, πίσω και από τη Mamie Eisenhower, την πρώτη κυρία, τη «First Lady Pink».

Κανείς ειδικός δεν αποφάνθηκε, καμία έρευνα δεν έγινε, δεν χρειαζόταν άλλωστε, η σειρά παραγωγής των γαλάζιων και των ροζ δεν άφηνε πια ερωτήματα, δεν υπήρχαν απορίες για το τι ταιριάζει καλύτερα σε ποιον, μόνο κέρδη σε ροζ και γαλάζιες αποχρώσεις.

Αλλά το ροζ είναι φασαριόζικο, σαν τις γυναίκες που βγήκαν με τα σκουφάκια τους, τα ροζ με τα γατίσια αυτιά «pussy hats», λίγα χρόνια πριν, το 2017, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια σε εκείνους που τις ήθελαν μόνο ροζ.

Αλλά το ροζ είναι φασαριόζικο. Εκείνοι ξεχνάνε πως έχει το κόκκινο μέσα του, ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στην καρδιά του, σύμβολο της ανατροπής, του έρωτα, του θάρρους και της δύναμης.

lexicon

Σώμα: Αγνώστου Ετυμολογίας

Ίσως συνδέεται με το θέμα σω- , απ’ το οποίο και η λέξη «σώος». Ίσως και με το θέμα σωπ- , απ’ το οποίο και η λέξη «σήπομαι», «σαπίζω».

Το σώμα, αγνώστου προελεύσεως στα λεξικά, αναζητά ταυτότητα.

Μοιάζει, αλλά δεν είναι τόπος. Είναι φύλλο ιχνογραφίας, όπου πάνω του ζωγραφίζουμε τόπους. Είναι πεδίο μάχης, με νικητές και ηττημένους. Είναι ημερολόγιο κρυφό, όπου σημειώνουμε με μελάνι διαρκείας επιθυμίες, προσδοκίες, τραύματα και τιμωρίες.

Είναι ένα παζλ, μια κατακερματισμένη ύλη, με κομμάτια σε απόσυρση, σε αντικατάσταση, σε απόρριψη. Ένα υλικό άλλοτε αναλώσιμο και άλλοτε ποτισμένο με αθάνατο νερό.

Είναι μια πλαστική ύλη που πάνω της επανασχεδιάζουμε καθημερινά το παρόν και το μέλλον με κανόνες κοινωνικούς, πολιτισμικούς, αισθητικούς. Είναι μια ύλη υπάκουη, που καλείται να πειθαρχεί, σε έσω και έξω σημεία θέασης, να υποτάσσεται σε μέσους όρους, σε νόρμες, σε κίβδηλες εικόνες. Είναι μια ύλη ατελής, που τεμαχίζεται σε ζώνες που επιδέχονται βελτίωση.

Είναι ταυτότητα ευεπίφορη στον έλεγχο και στη χειραγώγηση.

Είναι ταυτότητα έμφυλη.

Το γυναικείο σώμα, στο μικροσκόπιο επιστημόνων αλλοτινών καιρών, βρέθηκε λειψό. Το μικρότερο κρανίο του δεν προσέδιδε χάρη. Αντιπροσώπευε μορφή κατώτερης εξέλιξης, κοντινής στα παιδιά και στους «αγρίους», όχι στον ενήλικο, πολιτισμένο άντρα. Έτσι γραφόταν περισπούδαστα, έτσι διαποτίζονταν στο πέρασμα του χρόνου το συλλογικό ασυνείδητο και οι ατομικές προκαταλήψεις.

Το γυναικείο σώμα καλείται να καταναλώνει και να καταναλώνεται ταυτόχρονα.

Το γυναικείο σώμα, σε θέση αντικειμένου, θεάται, κατηγοριοποιείται και αποτιμάται. Το αντρικό, σε θέση υποκειμένου, δρα, βιώνει και κατακτά.

Και τότε τα σώματα παύουν να γίνονται σύμμαχοι στη μάχη για την αγάπη και πεθαίνουν από μοναξιά.

Lexicon

Υπομονή: Από τις Λέξεις  «Υπό» + «Μένω»

Υμνήθηκε η πίστη και η αφοσίωσή της, αλλά λόγο για την υπομονή της δεν έκανε κανείς. Η Πηνελόπη ξεπροβόδισε τον Οδυσσέα για τον πόλεμο έναν χρόνο μετά τον γάμο τους. Για 20 ολόκληρα χρόνια μεγάλωνε τον γιο τους, διαφέντευε ένα βασίλειο, ύφαινε ιστορίες και τον περίμενε να γυρίσει.

Κι ας είχε τελειώσει ο πόλεμος. Κι ας μην ήξερε ότι ήταν ζωντανός. Κι ας μη γνώριζε αυτά που θα τραγουδούσε ο ποιητής καιρούς μετά, τις περιπέτειες του πολυμήχανου άντρα, που κούρσευε θάλασσες, σειρήνες και θεριά, για τη χαρά της περιπλάνησης.

Δέσμια ενός «ακίνητου παρόντος», σύζυγος και μητέρα σε αναμονή. Η Πηνελόπη έμεινε όλα αυτά τα χρόνια υπό το καθεστώς της προσμονής μιας επερχόμενης, αβέβαιης λύτρωσης.

Ένα πρότυπο γυναίκας, τότε και τώρα, για τη δύναμη να υπομένει, χωρίς παράπονο, τα δυσάρεστα, τα δύσκολα, τα ανείπωτα, τη μοίρα που γράφτηκε από τα γεννοφάσκια και που δεν μπορεί να αλλάξει. Μόνο να αντέξει, με ήρεμη απόγνωση ίσως, αλλά και αποδοχή.

Αλλά και ο ποιητής γνώριζε, όταν έγραφε την ιστορία της, ότι η μοίρα της ήταν ήδη γραμμένη, για να τραγουδάμε την απόλυτη αφοσίωση, που έμεινε, που παρέμεινε, που υπέμεινε. Άλλωστε, μάθαμε κάποτε όλοι τι απέγινε η δόλια Κλυταιμνήστρα, τι προκάλεσε η άπιστη Ελένη.

Η υπομονή είναι μεγάλη αρετή, πράγματι – αρετή, όχι αδυναμία, ούτε υποταγή. Ή, πιο σωστά, η υπομονή είναι μεγάλη αρετή για όλους, αλλά ακόμα μεγαλύτερη για τις γυναίκες. Τις εκπαιδευμένες σε δρόμους αντοχής, τις αποκλεισμένες επί αιώνες από τη χαρά της δικής τους περιπλάνησης.

«Αν είστε το αμόνι, να είστε υπομονετικοί. Αν είστε το σφυρί χτυπήστε δυνατά», λέει μια αραβική παροιμία. Δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε σε αυτόν, τον μοιρασμένο κόσμο, όπως περιγράφεται εδώ, τις αναλογίες και τους αριθμούς.

Φεμινισμός: Δάνειο από τη Γαλλική Λέξη Féminisme, που Δημιουργήθηκε από τη Λατινική Femina (=Γυναίκα)

Ο όρος, καθώς ταξίδευε από γλώσσα σε γλώσσα, εμπλουτιζόταν με έννοιες και σημασίες, φορτιζόταν με πράξεις, αποκτούσε εχθρούς και φίλους, γυναίκες και άντρες, όπως ο Γάλλος ουτοπικός σοσιαλιστής Charles Fourier, στον οποίο και πιστώνεται η λέξη féminisme το 1832. Και μαζί με τη λέξη, η τόλμη των λόγων του πως ο βαθμός χειραφέτησης των γυναικών είναι το μέτρο της χειραφέτησης της κοινωνίας μας.

Άραγε, τι ήταν ο φεμινισμός πριν αποκτήσει όνομα και γίνει παλίρροια; Τι συζητούσαν οι γυναίκες που υπέστησαν –και υπόκεινται– την αδικία ενός κόσμου που δεν τις θεωρούσε καν πολίτες;

Μια παλίρροια που έρχεται και φεύγει όχι με συμπαντική ακρίβεια, αλλά με το ανθρώπινο μέτρο της δράσης και της αντίδρασης, με κύματα ορμητικά, κινητήριος δύναμη σε μια μάχη με εχθρούς αιωνόβιους, ριζωμένους, κακοφορμισμένους, θεατούς και αθέατους.

Το πρώτο κύμα έφτασε ορμητικό στον όψιμο 18ο και πρώιμο 20ό αιώνα, στον απόηχο κολοσσιαίων κοινωνικών αλλαγών, για να διεκδικήσει τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα της αυτοδιάθεσης, της αξιοπρέπειας, της νομικής υπόστασης, της ψήφου.

Το δεύτερο κύμα στις δεκαετίες 1960-1980, για να κάνει διακριτές τις έννοιες βιολογικό και κοινωνικό φύλο, να καταδείξει τους στερεοτυπικούς ρόλους της γυναικείας φύσης, να καταρρίψει τη φροϊδική ρήση πως «ανατομία ίσον πεπρωμένο», να φωτίσει τη λέξη «ταυτότητα». Και να δημιουργήσει ερωτήματα, απόψεις, ιδεολογίες πολλές και διαφορετικές, αλληλοσυγκρουόμενες και αλληλεπικαλυπτόμενες.

Το τρίτο κύμα έφτασε το ίδιο ορμητικό, μπολιασμένο με την εμπειρία, τη γνώση, τις νίκες των προηγούμενων δύο, ασκώντας κριτική και επαναπροσδιορίζοντας στρατηγικές και πρακτικές, βάζοντας στο μικροσκόπιο τη βία, τα δικαιώματα της LGBTQIA+ κοινότητας, τις μειονότητες, τη σεξουαλικότητα ως στοιχείο υποκειμενικότητας.

Η πλημμυρίδα φέρνει στις μέρες μας ένα ακόμη μεγάλο κύμα, οπλισμένο με τα social media για να συσπειρώνει, να ενημερώνει, να ακούγεται δυνατά, να καθιστά τη μαρτυρία σπίθα και καύσιμο για την ενδυνάμωση γυναικών και θηλυκοτήτων.

Η άμπωτη σε αυτή την παλίρροια φαίνεται πως αργεί να έρθει και θα αργεί όσο κρατάει η κουβέντα για το τι είναι φεμινισμός. Που είναι τόσο μεγάλη όσο και ο δρόμος που έχουμε ακόμα να διανύσουμε, καταγγέλλοντας σε αυτή τη διαδρομή όχι μονάχα τις διακρίσεις, τη βία και την εκμετάλλευση, αλλά και ό,τι τις γεννά και τις συντηρεί.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ και στο μηνιαίο newsletter No Man’s Land:

Επιλόχειος Κατάθλιψη: Το Αποσιωπημένο Μαρτύριο των Γυναικών

Από την Αρχαία Φιλοσοφική Σκέψη στη Γυναικεία Ψήφο

Χαρτογραφώντας την Έμφυλη Βία

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

H Δέσποινα Ράμμου διορθώνει και επιμελείται τα κείμενα της αθηΝΕΑς. Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως διευθύντρια σύνταξης στην παιδική έκδοση της Καθημερινής, «Οι Ερευνητές Πάνε Παντού», και ως αρχισυντάκτρια στο περιοδικό GEO, που κυκλοφορεί ένθετο στο Βήμα. Έχει συνεργαστεί ως επιμελήτρια κειμένων με περιοδικά και εκδοτικούς οίκους. Θεωρεί πως οι ωραίες ιστορίες αξίζει να ειπωθούν τόσο στα παιδιά όσο και στους μεγάλους.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+