Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε τόσα μέσα να εκφραστούμε και, ταυτόχρονα, ποτέ άλλοτε η αυθεντική έκφραση δεν έμοιαζε τόσο δύσκολη. Μοιραζόμαστε ασταμάτητα εικόνες, σκέψεις, στιγμές. Παράγουμε περιεχόμενο με πρωτοφανή ταχύτητα και, συγχρόνως, βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία.
Ωστόσο, πίσω από αυτή τη συνεχή ροή πληροφορίας, η ουσιαστική έκφραση παραμένει διαχρονική ανάγκη. Ο τρόπος με τον οποίο θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και να δώσουμε μορφή σε όσα μας φοβίζουν, μας πληγώνουν, μας συγκινούν ή μας μεταμορφώνουν. Ο τρόπος με τον οποίο θα καταφέρουμε να συνομιλήσουμε με τη μνήμη μας, με το σώμα μας, με την ιστορία μας.
Γι’ αυτό η τέχνη παραμένει τόσο αναγκαία. Όχι ως μικρή πολυτέλεια της καθημερινότητάς μας, ως εξαίρεση, αλλά ως μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη. Ως ένας χώρος όπου μπορούμε να σταματήσουμε για λίγο τον θόρυβο και να ακούσουμε τι πραγματικά συμβαίνει μέσα μας. Σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να παράγει εικόνες, κείμενα και αφηγήσεις μέσα σε δευτερόλεπτα, η αξία της ανθρώπινης εμπειρίας αποκτά ίσως μεγαλύτερη σημασία από ποτέ.
Η πορεία της Λήδας Παπακωνσταντίνου μοιάζει σήμερα να μας υπενθυμίζει ακριβώς αυτό. Ότι το σώμα είναι ένα ζωντανό αρχείο εμπειριών και η ευαλωτότητα προϋπόθεση αλήθειας. Και ακόμη, ίσως το πιο σημαντικό, ότι η έκφραση μπορεί να μετατραπεί σε πράξη ελευθερίας.
Η Λήδα Παπακωνσταντίνου αποτελεί μία από τις πιο εμβληματικές μορφές της σύγχρονης ελληνικής τέχνης. Υπήρξε από τις πρώτες δημιουργούς που πειραματίστηκαν με την performance, με τόλμη, ευαισθησία και μια διαρκή διάθεση υπέρβασης των ορίων ανάμεσα στην ιδιωτική και τη δημόσια σφαίρα, ανοίγοντας νέους δρόμους για τις επόμενες γενιές δημιουργών.
Το έργο της παραμένει ριζοσπαστικό. Αντιμετώπισε την τέχνη ως έναν ανοιχτό χώρο έρευνας που επιμένει να θέτει ουσιαστικά ερωτήματα γύρω από την ταυτότητα, το σώμα, τη μνήμη και την ελευθερία της έκφρασης. Μέσα από δράσεις, εγκαταστάσεις, βίντεο και περφόρμανς επιδιώκει πάνω απ’ όλα να δημιουργήσει έναν ουσιαστικό διάλογο με το κοινό.
Η καλλιτεχνική της πορεία εκτείνεται σε πολλές δεκαετίες, παρακολουθώντας και συχνά προαναγγέλλοντας κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές που απασχολούν ακόμη τον δημόσιο λόγο. Αποδεικνύοντας ότι η τέχνη μπορεί να είναι ταυτόχρονα προσωπική, πολιτική και ανατρεπτική.
Είχα την τύχη να τη γνωρίσω στη φετινή εξαιρετική διοργάνωση του ESO 2026 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου τιμήθηκε με το βραβείο Lifetime Achievement Award. Η στιγμή της βράβευσής της ήταν ιδιαίτερα συγκινητική, καθώς το θερμό χειροκρότημα του κοινού έμοιαζε να αναγνωρίζει μια σπουδαία καλλιτεχνική διαδρομή και, ταυτόχρονα, μια στάση ζωής που υπηρέτησε με συνέπεια την τόλμη και την καλλιτεχνική αναζήτηση.
Σε μια διοργάνωση αφιερωμένη στον διάλογο ανάμεσα στον άνθρωπο, την τεχνολογία και τον πολιτισμό, η παρουσία της λειτούργησε ως υπενθύμιση ότι οι σημαντικότερες ιδέες γεννιούνται συχνά από εκείνους που είχαν το θάρρος να αμφισβητήσουν τα δεδομένα.
Εξίσου συγκινητική είναι η συνάντηση με ανθρώπους που, ύστερα από μια μακρά δημιουργική διαδρομή, εξακολουθούν να διαμορφώνουν τον σύγχρονο πολιτιστικό διάλογο.
«Πιστεύω ότι ο άνθρωπος παραμένει ουσιαστικά ο ίδιος, αυτό που αλλάζει είναι τα εργαλεία του. Το βασικό ζήτημα σήμερα δεν είναι η καχυποψία απέναντι στο νέο, αλλά η έλλειψη χρόνου. Η κατανόηση ενός νέου μέσου απαιτεί χρόνο, εμβάθυνση και πραγματική επαφή με τις δυνατότητές του».

Photo credits: Λήδα Παπακωνσυαντίνου
Στο έργο σας το σώμα δεν λειτουργεί ποτέ ως «μέσο», αλλά ως πεδίο σύγκρουσης και μνήμης. Υπάρχει κάτι που γνωρίζει το σώμα πριν το καταλάβει η σκέψη;
Θα πρέπει να κάνω υποθέσεις, γιατί κάθε έργο που έχω δημιουργήσει είναι αφιερωμένο σε μια συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μου. Κάθε φορά ήμουν ένας διαφορετικός άνθρωπος, με ιδιαίτερες εμπειρίες και αναζητήσεις. Άλλωστε, πιστεύω ότι η γνώση προκύπτει μέσα από την ίδια τη διαδικασία της δουλειάς. Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποίησα το σώμα μου υπήρξε, αρχικά, το πιο οικείο και συγγενικό μου εργαλείο. Αυτό συνέβη σε μια εποχή όπου τα εργαλεία της καλλιτεχνικής πρακτικής άλλαζαν.
Η κυριαρχία της ζωγραφικής άρχιζε να υποχωρεί και μαζί της μετασχηματίζονταν και οι σχέσεις του σώματος με το έργο. Δεν υπήρχε πλέον μόνο το τελάρο απέναντι από τον άνθρωπο· το σώμα αποκτούσε άλλες δυνατότητες και άλλες χρήσεις.
Αργότερα συνειδητοποίησα ακόμη περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο το χρησιμοποιώ. Ίσως ένας επιπλέον λόγος που στράφηκα σε αυτό να είναι ότι το σώμα είναι κάτι πάνω στο οποίο έχεις αποκλειστική κυριότητα. Όταν αποτελεί εργαλείο της δουλειάς σου, αλλά και πεδίο της ίδιας της δουλειάς, μπορεί να κινηθεί, να δράσει, να εκφραστεί και να μεταφέρει νοήματα με έναν άμεσο και ουσιαστικό τρόπο.
«Στο επίκεντρο της δουλειάς μου βρίσκεται ο άνθρωπος, τον οποίο προσεγγίζω με αγάπη και σεβασμό, χωρίς να με ενδιαφέρει η αυτολύπηση ή η απλή αναπαράσταση του πόνου».

Photo credits: Λήδα Πάπακωνσταντίνου
Ζούμε σε μια εποχή όπου όλα καταγράφονται και αρχειοθετούνται. Η performance όμως χάνεται ακριβώς τη στιγμή που συμβαίνει. Θεωρείτε ότι η εφήμερη τέχνη είναι σήμερα μια μορφή αντίστασης;
Κατ’ αρχάς, για μένα η περφόρμανς καταγράφεται κυρίως μέσα από τις λεπτομέρειές της, και αυτό είναι το ουσιαστικό ζητούμενο. Ωστόσο, αυτό που έχει αλλάξει ριζικά είναι το ζήτημα της καταγραφής και της σχέσης της με τον χρόνο. Στις απαρχές της, η περφόρμανς ήταν εξαιρετικά εφήμερη, δίοτι επρόκειτο για μια σειρά πράξεων και καταστάσεων όπου δεν υπήρχε δυνατότητα αναπαραγωγής της.
Η φωτογράφιση και η βιντεοσκόπηση ήταν σπάνιες πρακτικές, γι’ αυτό και από τις πρώτες μου περφόρμανς έχει διασωθεί ελάχιστο υλικό. Σήμερα, η τεχνολογία έχει μεταβάλει ουσιαστικά αυτή τη συνθήκη, αλλάζοντας και την αντίληψή μας για τον χρόνο, τόσο για τον καλλιτέχνη όσο και για τον θεατή. Τα πάντα σήμερα κινούνται με πολύ υψηλές ταχύτητες.
Ένα γεγονός δεν αρκεί απλώς να συμβεί· πρέπει αμέσως να μετατραπεί σε εικόνα και τεκμήριο, με αποτέλεσμα ο χρόνος ανάμεσα στην εμπειρία και την επεξεργασία της σχεδόν να εξαφανίζεται. Η μνήμη, ωστόσο, παραμένει καθοριστική, καθώς καταγράφει αλλά και μετασχηματίζει το γεγονός. Κάθε θεατής θυμάται διαφορετικά το ίδιο έργο, και έτσι η περφόρμανς παραμένει ανοιχτή σε πολλαπλές αναγνώσεις, αλλά κυρίως μέσα από τις διαφορετικές μνήμες όσων τη βίωσαν.
Σε πολλά έργα σας υπάρχει μια αίσθηση ευαλωτότητας, χωρίς ίχνος αυτολύπησης. Πότε ένα τραύμα γίνεται υλικό δημιουργίας και πότε απλώς θέαμα;
Το τραύμα δεν υπήρξε ποτέ απλώς ζήτημα της επικαιρότητας. Σήμερα, ωστόσο, ο όρος χρησιμοποιείται πιο έντονα, σε μια εποχή πολέμων και βίας, όπου συχνά γίνεται εικόνα χωρίς ουσιαστική επεξεργασία. Προσωπικά, δεν το χρησιμοποίησα ποτέ ως μέσο που αναπαράγει τη θέση του θύματος ή εγκλωβίζει τον άνθρωπο σε μια μόνιμη πληγή. Στο επίκεντρο της δουλειάς μου βρίσκεται ο άνθρωπος, τον οποίο προσεγγίζω με αγάπη και σεβασμό, χωρίς να με ενδιαφέρει η αυτολύπηση ή η απλή αναπαράσταση του πόνου.
Με συγκινεί η αξιοπρέπεια με την οποία πολλοί άνθρωποι κουβαλούν τα τραύματά τους. Συχνά τα θύματα παραμένουν θύματα για μια ζωή, φέροντας μεγάλο βάρος με αξιοθαύμαστη δύναμη. Η ουσιαστική μεταμόρφωση μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από την κατανόηση και την ευαισθητοποίηση γύρω από αυτά τα ζητήματα.
Όταν το τραύμα αντιμετωπίζεται απλώς ως εικόνα προς κατανάλωση δεν αλλάζει τίποτα ουσιαστικά. Οι κοινωνικές αλλαγές προκύπτουν μέσα από συλλογικές, συνειδητές και αποφασιστικές κινήσεις, που δεν αφορούν μόνο την οπτική μας για το τραύμα, αλλά και τις ίδιες τις συνθήκες που το γεννούν.

Photo credits: Λήδα Παπακωνσταντίνου
Ανήκετε σε μια γενιά που έφερε στην Ελλάδα την performance όταν ακόμη δεν υπήρχε η «γλώσσα» για να την περιγράψει. Αισθανθήκατε ποτέ απομονωμένη επειδή το έργο σας ήταν πρόωρο για την εποχή του;
Δεν αισθάνθηκα ποτέ πρόωρη. Δεν έχει σημασία ποιος προηγείται, αλλά η διαδρομή και η συνέπεια απέναντι στο έργο. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, βρέθηκα σε μια χώρα που διέθετε ιστορικά όλα τα στοιχεία της performance, απλώς σε χώρους που δεν είχαν ακόμη αναγνωριστεί ως τέτοιοι. Η ανάδειξή τους είναι συχνά έργο του ίδιου του καλλιτέχνη, κάτι που απαιτεί γενναιοδωρία απέναντι στον κόσμο.
Ωστόσο, τη δεκαετία του ’60 δεν υπήρχε τίποτα οργανωμένο. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχαν άνθρωποι και περιβάλλοντα που έδιναν δύναμη και χώρο για εξέλιξη, από τα οποία πήρα πολλά. Ταυτόχρονα, δεν είχα ποτέ χρόνο να ασχοληθώ με ζητήματα αναγνώρισης ή κατάταξης. Η ζωή μου υπήρξε πάντα γεμάτη δουλειά και η εργασία μου δεν είναι απλώς παραγωγή έργου, αλλά ένα βαθύ βίωμα.
Από τη στιγμή που ξεκαθαρίσεις τι θέλεις να κάνεις, αρχίζει ένας διαρκής αγώνας με τον χρόνο, ο οποίος ποτέ δεν είναι πραγματικά σύμμαχος· μόλις ολοκληρώνεται ένα έργο, έχει ήδη αρχίσει το επόμενο. Ο καλλιτέχνης δημιουργεί μέσα στον χρόνο, αλλά ταυτόχρονα διαμορφώνεται και ο ίδιος από αυτόν. Ζει σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς και αναδιαμορφώνει τις συνθήκες της ύπαρξής του, παραμένοντας διαρκώς ενεργός χωρίς όμως να χάνει τον προσανατολισμό του.
Τρέφω μεγάλο σεβασμό για το κοινό που θα έρθει σε επαφή με το έργο μου. Από τη στιγμή που ένα έργο εκτίθεται, παύει να μου ανήκει αποκλειστικά και δημιουργείται μια σχέση με τον θεατή, για την οποία αισθάνομαι ευθύνη. Οι αντιδράσεις, θετικές ή κριτικές, αποτελούν πολύτιμο υλικό για αναστοχασμό και εξέλιξη. Με τον χρόνο, παρατηρώ όσα έχω δημιουργήσει και όσα έχουν συμβεί γύρω μου, και συχνά αναρωτιέμαι σε ποιον βαθμό υπήρξα πραγματικά σύγχρονη με την εποχή μου.

Photo credits: Λήδα Παπακωνσταντίνου
Προέρχεστε από μια εποχή όπου το ρίσκο ήταν κυρίως υπαρξιακό παρά επικοινωνιακό. Πιστεύετε ότι οι σύγχρονοι καλλιτέχνες είναι πιο τολμηροί;
Δεν θεωρώ ότι έχει νόημα να συγκρίνουμε έργα διαφορετικών καλλιτεχνών. Με ενδιαφέρει κυρίως να επιστρέφω στο δικό μου έργο και να ανακαλύπτω τις συνέχειες και τις μετατοπίσεις του. Δεν με απασχολεί η σύγκριση με νεότερους καλλιτέχνες που είναι τριάντα ή σαράντα χρόνια νεότεροι από εμένα, τους παρακολουθώ όμως για να δω πώς αλλάζουν σήμερα τα μέσα και οι τρόποι έκφρασης.
Πιστεύω ότι ο άνθρωπος παραμένει ουσιαστικά ο ίδιος, αυτό που αλλάζει είναι τα εργαλεία του. Το βασικό ζήτημα σήμερα δεν είναι η καχυποψία απέναντι στο νέο, αλλά η έλλειψη χρόνου. Η κατανόηση ενός νέου μέσου απαιτεί χρόνο, εμβάθυνση και πραγματική επαφή με τις δυνατότητές του ώστε να αναρωτηθεί ο καλλιτέχνης ποια είναι η θέση του απέναντί σε αυτό και ταυτόχρονα να απολαύσει αυτό του προσφέρει.
Το ερώτημα δεν είναι αν το νέο έχει αξία, αλλά αν έχουμε τον χρόνο και τη διάθεση να το προσεγγίσουμε ουσιαστικά. Προσωπικά, εξακολουθώ να κουβαλώ ανεκπλήρωτα ερωτήματα και αναζητήσεις που διαμορφώθηκαν στη ζωή μου και εξακολουθούν να ζητούν απαντήσεις, τις οποίες δεν πρόκειται να εγκαταλείψω.
«Προχωρώ μαζί με όλους τους γενναίους ανθρώπους που δεν αφήνουν τον φόβο να τους σταματήσει και σκυλοπνίγονται πάνω σε σκάφη σε δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες, στη Γάζα και αλλού».
Η θεματική της φετινής ΕΣΩ μιλούσε για «διαπραγμάτευση, όχι συμβιβασμό». Ποια είναι η πιο δύσκολη διαπραγμάτευση που χρειάστηκε να κάνετε ανάμεσα στην προσωπική σας ελευθερία και στην κοινωνική πραγματικότητα;
Θυμάμαι, για παράδειγμα, στην Biennale της Βενετίας, σε μια διοργάνωση όπου συνεργαζόμουν, ότι ένα βράδυ που απομακρύνθηκα από τους συναδέλφους και περιπλανήθηκα μόνη μου σε έναν δρόμο με οίκους μόδας, τα οποία εκείνη την ώρα ήταν κλειστά, είδα μπροστά στις βιτρίνες ανθρώπους να πουλούν απομιμήσεις των αντικειμένων που εκτίθεντο μέσα. Εκεί άκουσα μια φράση που μου έκανε εντύπωση· κάποιος είχε ήδη «κλείσει» την αυθεντική τσάντα για την επόμενη μέρα, αλλά στο μεταξύ αγόραζε την απομίμηση για την οικιακή βοηθό του.
Η στιγμή αυτή μου φάνηκε αποκαλυπτική, καθώς έδειχνε πόσο εύκολα μπορεί κανείς να παγιδευτεί σε ένα σύστημα όπου η εικόνα και η κατανάλωση υπερβαίνουν την ουσία. Σε αυτό το περιβάλλον, ο καλλιτέχνης κινδυνεύει να προσαρμοστεί σε εξωτερικές προσδοκίες και να χάσει την αυτονομία του, δεχόμενος ακόμη και κριτική για την επανάληψη ή τη σταθερότητα της ταυτότητάς του.
Έχω δεχθεί κατά καιρούς κριτική για την «παλαιότητα» των ρούχων μου, με την επισήμανση ότι θα έπρεπε να τα αλλάξω. Ωστόσο, γνωρίζω την αξία τους και θεωρώ ότι αυτό θα έπρεπε να γίνεται σεβαστό. Με ειλικρίνεια μπορώ να πω πως δεν συμβιβάστηκα ποτέ με κάτι που δεν ταυτιζόταν με τις δικές μου αξίες.
Αν μπορούσατε να αφήσετε μία μόνο «οδηγία» στους νεότερους καλλιτέχνες, όχι αισθητική αλλά υπαρξιακή, ποια θα ήταν;
Να εμπιστεύονται το ένστικτό τους, όταν έχουν συνειδητοποιήσει προς τα πού τους οδηγεί. Κάποιες φορές μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε έναν πνευματικό ή δημιουργικό πλουτισμό. Υπάρχει όμως και ένα βαθύτερο ένστικτο, που σχετίζεται με τη διατήρηση της ζωής, μέσα σε ένα περιβάλλον φιλικό, με σεβασμό προς τον άνθρωπο. Αυτό θεωρώ ότι είναι το ουσιώδες.
Έχετε κάποιο μότο;
Δεν φοβάμαι. Είμαι ατρόμητη. Ακόμη κι όταν τρέμω, επιλέγω να λέω ότι δεν φοβάμαι, γιατί διαφορετικά δεν θα μπορούσα να βγω από το σπίτι μου. Προχωρώ μαζί με όλους τους γενναίους ανθρώπους που δεν αφήνουν τον φόβο να τους σταματήσει και σκυλοπνίγονται πάνω σε σκάφη σε δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες, στη Γάζα και αλλού.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Η Εποχή του Αγέραστου Προσώπου