Όταν οι βασικές υπηρεσίες της καθημερινότητας μεταφέρονται αποκλειστικά σε μια οθόνη, είναι πολλοί εκείνοι που μένουν πίσω σε αυτό το ψηφιακό μονοπάτι. Μπορεί να θεωρείται πρόοδος κάτι που αφήνει πίσω το ένα τέταρτο της κοινωνίας μας, ποσοστό που αναλογεί στην Τρίτη Ηλικία;
Πληρωμές λογαριασμών χωρίς ουρές, ραντεβού με μερικά κλικ, άμεση επικοινωνία και διαρκής ενημέρωση. Η τεχνολογία έχει κάνει την καθημερινότητα πιο γρήγορη και άμεση. Το ερώτημα, όμως, είναι για ποιον ακριβώς είναι εύκολη αυτή η νέα καθημερινότητα. Για κάποιον που έχει μεγαλώσει με κωδικούς, εφαρμογές και ηλεκτρονικές πληρωμές, η λογική χρήσης μιας ψηφιακής υπηρεσίας φαίνεται μάλλον κατανοητή. Για έναν μεγαλύτερο άνθρωπο, όμως, το ίδιο περιβάλλον μπορεί να είναι γεμάτο αβεβαιότητα.
Ένας μεγάλος όγκος πληροφορίας σε μία μόλις οθόνη: πολλές εικόνες, ασαφείς οδηγίες, όροι στα αγγλικά, πολλαπλά βήματα, είναι ενδεικτικά στοιχεία που αυξάνουν τον φόβο του λάθους και προκαλούν αίσθημα ανασφάλειας. Τότε η τεχνολογία, αντί να εξυπηρετεί, ουσιαστικά αποκλείει.
Στο σημείο αυτό, αξίζει να θυμηθούμε ότι οι άνθρωποι που σήμερα χαρακτηρίζουμε ως μεγαλύτερους σε ηλικία –συνήθως άνω των 70 ετών– έχουν ήδη βιώσει και προσαρμοστεί σε ραγδαίες κοινωνικές και τεχνολογικές αλλαγές κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Θα μπορούσε, μάλιστα, να υποστηριχθεί ότι έχουν ζήσει περισσότερες μεταβολές από οποιαδήποτε άλλη γενιά. Ενδεικτικά, βίωσαν την εμφάνιση και την ευρεία διάδοση του τηλεφώνου, της τηλεόρασης, του αυτοκινήτου, της κινητής τηλεφωνίας και του διαδικτύου, τεχνολογιών που άλλαξαν ριζικά την καθημερινότητα. Επομένως, είναι σημαντικό να μην αντιμετωπίζουμε τους μεγαλύτερους ανθρώπους ως άτομα που δυσκολεύονται εκ φύσεως να προσαρμοστούν στις αλλαγές, καθώς έχουν αποδείξει επανειλημμένα ότι διαθέτουν αυτή την ικανότητα.
Εδώ, όμως, δεν έχουμε την έλευση κάποιας συσκευής μα ένα ολοκληρωμένο σύστημα πρόσβασης στις καθημερινές μας υποχρεώσεις και ανάγκες. Υγεία, τράπεζες, κράτος, μετακινήσεις, επικοινωνία… Όλα πλέον βρίσκονται σε μία οθόνη. Και σε αυτήν την οθόνη περιλαμβάνεται η ευθύνη του συμπεριληπτικού σχεδιασμού. Δεν μπορούμε να αναφερόμαστε στον ψηφιακό κόσμο ως μία πύλη προς κάθε υπηρεσία και να τη σχεδιάζουμε για έναν χρήστη γρήγορο, εξοικειωμένο, με ψυχραιμία και ευχέρεια απέναντι σε κάθε νέα διαδικασία. Πολύ απλά γιατί ο χρήστης αυτός δεν είναι ο μέσος άνθρωπος.
Επιπροσθέτως, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι μεγαλύτεροι άνθρωποι δεν είναι εκτός τεχνολογίας. Η Καθημερινή έχει αναδείξει το ζήτημα, φέρνοντας ως παράδειγμα ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν υπολογιστές για χρόνια, αλλά δυσκολεύονται πλέον από την αυξανόμενη πολυπλοκότητα εφαρμογών, κωδικών και τραπεζικών διαδικασιών, ενώ αξιοποιούν την τεχνολογία για ενημέρωση, επικοινωνία, ψυχαγωγία και επαφή με την οικογένεια. Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι η απουσία χρήσης, αλλά η έλλειψη αυτοπεποίθησης από έναν άνισο «φιλικό σχεδιασμό» και η απουσία ουσιαστικής και προσωποκεντρικής υποστήριξης.
Αν ρίξουμε μια ματιά στους αριθμούς, το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς στη χώρα μας, σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), οι άνθρωποι άνω των 65 ετών αποτελούν ήδη σχεδόν το ένα τέταρτο του πληθυσμού. Άρα, δεν συζητάμε για μια ομάδα ανθρώπων που χρειάζεται «ειδική μεταχείριση», αλλά για μεγάλο μέρος της κοινωνίας που δικαιούται ισότιμη πρόσβαση στην ευκολία χρήσης μιας υπηρεσίας που παρέχεται –ορισμένες φορές κατ’ αποκλειστικότητα– διαδικτυακά.
Από την άλλη πλευρά, κάποιος μπορεί να προβάλει το επιχείρημα πως ο πληθυσμός αλλάζει. Οι ηλικιωμένοι του 2050 –εγώ, για παράδειγμα– θα έχουμε ζήσει για δεκαετίες μέσα στην ψηφιακή πραγματικότητα. Θα είμαστε, πιθανότατα, πιο εξοικειωμένοι με τις «έξυπνες» συσκευές και τις εφαρμογές τους, θα πραγματοποιούμε με άνεση –αν δεν έχει αλλάξει κάτι ριζικά– ηλεκτρονικές πληρωμές και θα συνδιαλεγόμαστε με την τεχνητή νοημοσύνη με μεγαλύτερη ευκολία από τους ανθρώπους που συνάντησαν αυτή την αλλαγή σε προχωρημένη ηλικία. Αυτό όμως, η αναμονή της ψηφιακά εκπαιδευμένης τρίτης ηλικίας του μέλλοντος, δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι. Οι μεγαλύτεροι άνθρωποι χρειάζονται πρόσβαση τώρα. Όχι το 2050.
Επιπλέον, η εξοικείωση δεν καταργεί τις αλλαγές που φέρνει μαζί της η ηλικία. Η δυσκολία στην όραση, η μειωμένη ακοή, η βραδύτερη επεξεργασία πληροφορίας, η κόπωση, η λεπτή κινητικότητα, η ανησυχία για απάτες ή το άγχος μπροστά σε μια οριστική ηλεκτρονική συναλλαγή δεν λύνονται απλώς επειδή κάποιος ξέρει να χρησιμοποιεί κινητό.
Γι’ αυτό η λύση δεν είναι απαραίτητα ο πλήρης επανασχεδιασμός, αλλά η προσαρμογή. Με τον ίδιο τρόπο που ένας ιστότοπος προσαρμόζεται ώστε να είναι προσβάσιμος σε άτομα με προβλήματα ακοής ή όρασης, έτσι και οι ψηφιακές υπηρεσίες μπορούν να σχεδιαστούν με τρόπο που να «ελαφρύνουν» τους μεγαλύτερους σε ηλικία χρήστες. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της χρήσης απλής και κατανοητής γλώσσας, της μείωσης των απαιτούμενων βημάτων για την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας, της παροχής ευδιάκριτων επιλογών και της δυνατότητας εύκολης επιστροφής σε προηγούμενα στάδια.
Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι σημαντικό να παρέχεται άμεση ανθρώπινη υποστήριξη όταν προκύπτει κάποιο πρόβλημα, αβεβαιότητα ή απορία, αντί οι χρήστες να εγκλωβίζονται σε αυτοματοποιημένα συστήματα που δεν προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια, καταλήγοντας να νιώθουν ότι βρίσκονται μπροστά σε κάποια μηχανή που παίζει κοινώς την «κολοκυθιά».
Το Παράδειγμα των Ψηφιακών Δράσεων στα Μουσεία
Η προσβασιμότητα και η συμπερίληψη δεν αποτελούν απλώς τεχνικές προδιαγραφές, αλλά ουσιαστική έκφραση πολιτισμού. Αντανακλούν την κοινωνική ωριμότητα, τον σεβασμό προς τον συνάνθρωπο και το ήθος μιας κοινωνίας.
Το έχω δει να συμβαίνει μέσα από τη μακροχρόνια συνεργασία μου με το Μουσείο Μοντέρνας & Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή. Από το 2019, που το μουσείο άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό, προσφέρεται αδιάλειπτα και συστηματικά ένα πλήρες πρόγραμμα δράσεων για άτομα άνω των 65 ετών, ανθρώπους που ζουν με άνοια, και τους φροντιστές τους.
Σε αυτή τη βάση, έχουμε σχεδιάσει και υλοποιήσει περισσότερα από 60 πρωτότυπα προγράμματα με την υποστήριξη ιδρυμάτων όπως το ΤΙΜΑ Κοινωφελές Ίδρυμα, το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, το Ίδρυμα Αθηνάς Μαρτίνου, το Υπουργείο Πολιτισμού, καθώς και ιδιωτικών φορέων. Διά ζώσης και ψηφιακά προγράμματα, εργαστήρια τέχνης, προγράμματα για την ψυχική υγεία, δράσεις εικονικής πραγματικότητας, ψηφιακές εφαρμογές. Άλλες δράσεις χρησιμοποιούν το παιχνίδι, άλλες την κίνηση, τη μουσική, την όσφρηση, την αφή, ακόμη και τη γεύση. Υποδεχτήκαμε το ευρύ κοινό, αλλά και Κέντρα Ημέρας Άνοιας, Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων, ενώ επισκεφθήκαμε και γηροκομεία σε όλη την Ελλάδα.
Εστιάζοντας στο θέμα που αγγίζουμε, τη φιλοσοφία που αναφέρθηκε προηγουμένως συνοψίζουν δύο ψηφιακές δράσεις. Η εφαρμογή «Museum Adventure» χρησιμοποιεί την τεχνολογία ως τρόπο εξερεύνησης και συμμετοχής στην τέχνη, με τη μορφή παιχνιδιού, ενώ η δράση «Στο μουσείο με άλλα… γυαλιά» δίνει πρόσβαση στη μοναδική συλλογή του μουσείου με τη χρήση εικονικής πραγματικότητας, ταξιδεύοντας σε γηροκομεία και ανθρώπους που δυσκολεύονται να το επισκεφθούν.
Με λίγα λόγια, μέσα από τις δράσεις μας, δεν ζητήσαμε από τους συμμετέχοντες να προσαρμοστούν στον πολιτισμό. Αναρωτηθήκαμε πώς ο πολιτισμός θα μπορούσε να προσαρμοστεί σε εκείνους. Και αυτή, πιστεύω, είναι η ουσία της πολιτιστικής πρακτικής με επίκεντρο τον άνθρωπο. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν πρέπει να επιμένουμε οι μεγαλύτεροι άνθρωποι να προσαρμοστούν στον ψηφιακό κόσμο που δημιουργούμε και για εκείνους, χωρίς εκείνους, αλλά να φέρουμε πιο κοντά τους την ευκολία που δικαιούνται.
***
Η δαιμονοποίηση ή ο αφορισμός της τεχνολογίας και όσων οι εφαρμογές της συνεπάγονται δεν αποτελεί παραγωγικό δρόμο. Αν καταφέρουμε να φέρουμε την πρόοδο πιο κοντά με την απλούστευση της διαδικασίας, η επόμενη μέρα δεν θα βρει τους μεγαλύτερους ανθρώπους σε έναν πιο «έξυπνο» μα αποκλεισμένο κόσμο, αλλά σε έναν ευέλικτο, περισσότερο ανθρώπινο κόσμο που χωρά διαφορετικούς ρυθμούς και ανάγκες, μια νέα ψηφιακή πραγματικότητα που σέβεται κάθε χρήστη. Μήπως δεν είναι αυτός ένας πιο δίκαιος ορισμός της προόδου;