Ο Kύριος Φώτης και τα Φεστιβάλ

Πού πάει το ντοκιμαντέρ όταν ανάψουν τα φώτα της αίθουσας; Για ποια άλλα πράγματα θα μπορούσε να προσφέρει αφορμή, ταυτόχρονα με τον πολύ σημαντικό δημόσιο διάλογο;

Μια ταινία, που συχνά προϋποθέτει εκτεταμένη έρευνα, πολλές φορές δεν έχει την ευτυχία να “πάει παρακάτω”. Ακόμα και επειδή ο χρόνος ζωής της από τη στιγμή της κυκλοφορίας της είναι μετρημένος, μια και η αγορά κατακλύζεται από ταινίες και η ταχύτητα με την οποία παράγονται και διανέμονται από τα μέσα είναι ιλιγγιώδης. Στην πρώτη επαφή του κοινού με την ταινία, συνήθως μέσω του Τύπου, συχνά απλώς αναπαράγονται ανεπεξέργαστα τα δελτία τύπου. Ίσως από εκεί να γινόταν η αρχή, ως στοιχείο που μπορεί να λάβει υπόψη η χάραξη πολιτικής, ή να γίνει αρχή δημόσιου διαλόγου, βάση για την επίλυση προβλημάτων.

Πόση τέχνη “χωράει” στην πολιτική; Μια ταινία συχνά προϋποθέτει έναν αξιοσέβαστο προϋπολογισμό. Στο έγκυρο αμερικανικό φεστιβάλ Sundance, που ίδρυσε ο Robert Redford και “τρέχει” αυτές τις μέρες, από 1.774 αιτήσεις (934 εκ των οποίων διεθνείς παραγωγές), μόνο 2,8% (49 ταινίες) κατάφεραν να επιλεγούν. Το κόστος παραγωγής αυτών που δεν επιλέχθηκαν φτάνει το 1 δισ. δολάρια. Πού καταλήγουν όλες αυτές οι πανάκριβες παραγωγές;

Το ανεξάρτητο δημιουργικό ντοκιμαντέρ, όλο και περισσότερο παίρνει τη θέση του ανεξάρτητου κινηματογράφου. Μπολιασμένο με την ανεξάρτητη δημοσιογραφία, μετατρέπεται σ’ ένα newsroom με τοπικά νέα διεθνούς σημασίας. Η διαμόρφωση των κριτηρίων για την αξιολόγηση των ταινιών είναι δύσκολη δουλειά, αρκεί να μη βολευτείς στην ευκολία να διαλέξεις ταινίες που έχουν ήδη βραβευτεί αλλού, να μην κοπιάρεις τα βραβεία άλλων μεγάλων φεστιβάλ. Να φανείς ανώτερος από τον αλγόριθμο που προτείνει ταινίες στις διάφορες συνδρομητικές υπηρεσίες streaming.

Μια ταινία, που συχνά προϋποθέτει εκτεταμένη έρευνα, πολλές φορές δεν έχει την ευτυχία να “πάει παρακάτω”. Ακόμα και επειδή ο χρόνος ζωής της από τη στιγμή της κυκλοφορίας της είναι μετρημένος, μια και η αγορά κατακλύζεται από ταινίες και η ταχύτητα με την οποία παράγονται και διανέμονται από τα μέσα είναι ιλιγγιώδης.

Την αλληλεπίδραση των ανθρώπων δεν μπορεί εύκολα να την αντικαταστήσει ο αλγόριθμος. Ο προγραμματισμός προβολών και παράλληλων δράσεων πρέπει φυσικά να λαμβάνει υπόψη τη “γειτονιά” ενός φεστιβάλ – να συμπεριλαμβάνει τα τοπικά νέα και ζητήματα της περιοχής στην οποία διοργανώνεται, όπως αναδεικνύονται σε ταινίες σαν το πολυβραβευμένο -και υποψήφιο για τα φετινά Όσκαρ- “Honeyland” των Ljubo Stefanov και Tamara Kotevska από τη Βόρεια Μακεδονία, που αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας που ζει σ’ ένα ορεινό χωριό με την κατάκοιτη μάνα της και η οποία ασκεί την αρχέγονη τέχνη της συλλογής άγριου μελιού. Το ντοκιμαντέρ συναγωνίζεται το “The Cave”, δανέζικη παραγωγή σε σκηνοθεσία του Feras Fayyad (“Last Men in Aleppo”), για μια Σύρια γιατρίνα που εργάζεται ηρωικά κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου σε ένα “υπόγειο” νοσοκομείο κοντά στη Δαμασκό.

Εντυπώσεις από το IDFA

Μια από τις ταινίες που είδα φέτος στο Άμστερνταμ, στο IDFA, το μεγαλύτερο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ του κόσμου που γίνεται κάθε χρόνο στα τέλη Νοεμβρίου, ήταν το γαλλο-ελβετικής παραγωγής ντοκιμαντέρ “Sing Me a Song”, με θέμα την ιστορία ενός νεαρού μοναχού στο Μπουτάν. Ο σκηνοθέτης Thomas Balmès, με υπομονή και επιμονή (και budget 1,5 εκατ. ευρώ) αποτύπωσε το χρονικό του μετασχηματισμού της χώρας που προκάλεσε η εισαγωγή του internet, εστιάζοντας στη ζωή ενός νεαρού Βουδιστή μοναχού.

Στο Φόρουμ του ίδιου φεστιβάλ, όπου παρουσιάζονται ταινίες εν τη δημιουργία, αναζητούσε χρηματοδότηση και ένα ιταλικό ντοκιμαντέρ για τον Χρήστο, το μοναδικό παιδί στο σχολείο ενός ελληνικού νησιού στα Δωδεκάνησα, των Αρκιών. Δύο ταινίες που “κουμπώνουν” με το θέμα της εκπαίδευσης, που συνιστά και έναν από τους στόχους κάθε φεστιβάλ που φιλοδοξεί να ανοίξει στο κοινό του ένα παράθυρο για το τι συμβαίνει στον κόσμο.

Στην IDFA, ο συριακής καταγωγής διευθυντής του φεστιβάλ, Orwa Nyrabia, ήδη από πέρυσι, αλλά ακόμη περισσότερο φέτος, έστρεψε τη ματιά μας στη Μέση Ανατολή και σε δημιουργούς από ηπείρους λιγότερο προβεβλημένες, όπως η Ασία και η Αφρική, στις ιστορίες που συμβαίνουν εκεί και σπάνια φτάνουν στα μάτια και τα αυτιά μας.

Αυτό είχε ήδη προκαλέσει αντιδράσεις από επαγγελματίες όπως εκείνους της Ανατολικής Ευρώπης, που έχει παράδοση στον κινηματογράφο, και αισθάνονται να “αποκλείονται”, αλλά και από παραγωγούς από χώρες όπως η Γερμανία, που φέτος ενώ είχε 33 ταινίες στο φεστιβάλ, ελάχιστες από αυτές είχαν επιλεγεί για κάποιο διαγωνιστικό τμήμα. Η παλιά Ευρώπη αντιδρά στη νέα κατάσταση, ενώ ταυτόχρονα δεν μοιάζει να τη λαμβάνει σοβαρά υπόψη. Δε βλέπει ή δεν έχει ακόμα αναγκαστεί να δει τις δικές της συναρπαστικές ιστορίες, να τις κάνει ταινία και να δώσει συνέχεια, προτάσεις και τελικά λύσεις, με την ευκαιρία ενός φεστιβάλ. Να αποτελέσουν δηλαδή τα ντοκιμαντέρ βάση για τη δημιουργία προτάσεων και συνεργασίας από ετερόκλητες ή διεπιστημονικές ομάδες σε μια εταιρεία, ένα πανεπιστήμιο, υπουργείο, μουσείο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Προσπαθώντας να δω τη μεγάλη εικόνα, συνειδητοποιώ πόσο δύσκολο είναι όταν είσαι μέσα σε αυτή. Όταν αγωνίζεσαι για την επιβίωση είναι δύσκολο να προγραμματίσεις τα επόμενά σου βήματα, ειδικά όταν βρίσκεσαι στην Ελλάδα. Εδώ, όπου δεν έχουμε παράδοση στις συνεργασίες, τι χρειάζεται για να διακρίνεις τι συμβαίνει και να δημιουργήσεις ένα δίκτυο που θα ενδιαφερθεί για το έργο σου και θα το χρησιμοποιήσει για να μπολιάσει το δικό του;

Ολλανδικό ήταν το ντοκιμαντέρ “Winter in Greece”, που με ορμητήριο ένα βενζινάδικο στην βόρεια Ελλάδα και τη συζήτηση γύρω από το θέμα “πετρέλαιο θέρμανσης” μιλούσε για την κατάσταση στη χώρα μας. Τι πραγματεύονται οι 140 ελληνικές ταινίες που κατατέθηκαν στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης 2020 και πώς αυτές θα γονιμοποιήσουν κάτι παραπάνω από μια προβολή; Ας πάρουμε για παράδειγμα μια από αυτές, για την οποία μπορώ να σας μιλήσω με βεβαιότητα.

“Καλημέρα Κύριε Φώτη”

Με αφορμή το KinderDocs Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ για Παιδιά και Νέους, είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω έναν δάσκαλο και την τάξη του που είχαν έρθει σε μια από τις προβολές για σχολεία. Ο τρόπος που είχε προετοιμάσει τους μαθητές του -που ήταν εμφανές ότι προέρχονταν από άλλες χώρες και πολιτισμούς- ήταν εντυπωσιακός.

Εντυπωσιακότερη, ακόμη, ήταν η ευχέρειά του να κάνει μάθημα σε παιδιά που μιλούσαν ελάχιστα ή καθόλου ελληνικά, να βρει ευκαιρία να τους κεντρίσει τη φαντασία ακόμα και την ώρα που κατέβαιναν τη σκάλα του Μουσείου Μπενάκη Πειραιώς 138, με τις προσωπογραφίες του ιδρυτή Αντώνη Μπενάκη φιλοτεχνημένες από μια σειρά από Έλληνες ζωγράφους. Αυτό με έκανε να τους επισκεφτώ στο σχολείο τους, ένα κανονικό δημόσιο σχολείο στην καρδιά της Αθήνας. Μπαίνοντας στην τάξη, διαπίστωσα ότι στη μία πλευρά της αίθουσας υπήρχε μια σκηνή θεάτρου που είχε κεντρικό ρόλο στη διεξαγωγή του μαθήματος.

Δύο χρόνια μετά την πρώτη αυτή συνάντηση, ολοκληρώθηκε ένα ντοκιμαντέρ, με τίτλο “Καλημέρα Κύριε Φώτη” (70 λεπτά, Ελλάδα 2020). Η ταινία “παίζει” μέσα σε μια πολυφυλετική (πράγμα συνηθισμένο για τη γειτονιά) Έκτη Δημοτικού, όπου ο δάσκαλος επιστρατεύει το θέατρο και την τέχνη για να δημιουργήσει κοινό γλωσσικό και πολιτιστικό κώδικα, καθοδηγώντας 17 παιδιά από 7 χώρες στη γιορτή αποφοίτησης από το Δημοτικό. Αυτό, άλλωστε, κάνει εδώ και 30 χρόνια, ενθαρρύνοντας κάθε μαθητή του να εκφράσει τον καλύτερο του εαυτό μέσα σ’ ένα δίκτυο διάχυσης της γνώσης. Το θέμα αποκτά απίστευτη δυναμική και επικαιρότητα, αν αναλογιστούμε πόσο μεικτές είναι πλέον οι σχολικές τάξεις, και όχι μόνο στην Ελλάδα.

Την εποχή της παγκοσμιοποίησης, τίποτε δεν είναι a priori παγκόσμιο. Συνήθως, μια ταινία ντοκιμαντέρ αφηγείται μια μικρή, τοπική ιστορία που πρέπει να της εξασφαλίσει οικουμενικό αντίκτυπο ή διεθνές ενδιαφέρον, έτσι ώστε να σηκώσει τους θεατές από το κάθισμά τους όχι μόνο για να χειροκροτήσουν, αλλά και για να αναλάβουν δράση.

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ

Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Ludwig Maximilians στο Μόναχο και του Φωτογραφικού Κύκλου (Πλάτων Ριβέλλης) στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του ετήσιου προγράμματος Eurodoc για ευρωπαίους παραγωγούς ντοκιμαντέρ. Επί 20 χρόνια εργάζεται ως δημοσιογράφος σε περιοδικά, τη δημόσια τηλεόραση και το ραδιόφωνο στην Ελλάδα (ΕΡΤ) και τη Γερμανία (ZDF, Deutsche Welle, και Arte, το ευρωπαϊκό κανάλι πολιτισμού). Το 2015 ίδρυσε την εταιρεία Kouzi Productions, που αναπτύσσει συνεργασίες με τον γερμανόφωνο χώρο του ντοκιμαντέρ. To 2016 ίδρυσε το KinderDocs Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ για Παιδιά και Νέους, του οποίου είναι καλλιτεχνική διευθύντρια και παραγωγός.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER