Ποιο Ήταν το… Soundtrack της Αρχαίας Ελλάδας;

αρχαία

«Κανείς δεν κατάφερε ποτέ να βγάλει άκρη με την αρχαία ελληνική μουσική, ούτε πρόκειται ποτέ». Το 1932, ο μουσικολόγος Wilfrid Perrett μετέφερε σε διάλεξή του στο Royal Musical Association μια φράση που είχε ακούσει από έναν καθηγητή Κλασικών Σπουδών. Η αρχαία ελληνική μουσική θεωρούνταν τότε –και για πολύ καιρό ακόμη– το μεγάλο χαμένο κεφάλαιο του δυτικού πολιτισμού. Ξέραμε πώς έμοιαζε εκείνος ο κόσμος, αλλά δεν ξέραμε πώς ακουγόταν.

Κι όμως, η αρχαία Ελλάδα δεν ήταν βουβή. Κάθε άλλο. Ήταν ένας πολιτισμός γεμάτος μουσική. Οι Μούσες ήταν προστάτιδες της «τέχνης» με τη σημερινή έννοια: ήταν θεότητες του τραγουδιού, της ποίησης και της μνήμης. Στα Ομηρικά Έπη, η μουσική σηματοδοτεί τον πολιτισμένο βίο απέναντι στη βαρβαρότητα του πολέμου, ενώ ο Αχιλλέας, μακριά από τη μάχη, παίζει τη «γλυκόφωνη φόρμιγγά» του για να γαληνέψει την ψυχή του.

Η μουσική ήταν παιδεία, λατρεία, ψυχαγωγία και πολιτική πράξη. Οι αοιδοί τραγουδούσαν τον Όμηρο, η Σαπφώ και ο Πίνδαρος συνέθεταν ποίηση για να εκτελεστεί με μουσική. Ακόμη και το αρχαίο δράμα ήταν, στην ουσία, ένα είδος μουσικού θεάτρου, όπου λόγος, τραγούδι, χορός και μουσική συνυπήρχαν σε ενιαίο σύνολο.

Ξανακούγοντας την Αρχαία Ελλάδα

Το παράδοξο είναι ότι, ενώ γνωρίζουμε πολλά για τη θέση της μουσικής στην αρχαία ελληνική κοινωνία, δεν ξέραμε σχεδόν καθόλου πώς ακουγόταν. Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Διαθέτουμε περίπου εξήντα σωζόμενα μουσικά αποσπάσματα, σημειογραφία ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ., θεωρητικές πραγματείες, αρχαιολογικά ευρήματα και ανακατασκευασμένα όργανα. Δεν αρκούν για να αναπαράγουμε με βεβαιότητα την αρχαία μουσική, αρκούν όμως για να την προσεγγίσουμε με τρόπο που πριν από λίγες δεκαετίες θα φάνταζε αδιανόητος.

Aυτό ακριβώς κάνουν σήμερα ερευνητές όπως ο κλασικιστής και μουσικός Armand D’Angour, ο οποίος ανασύνθεσε και παρουσίασε ζωντανά αποσπάσματα από τον «Ορέστη» του Ευριπίδη. Η έρευνά του αμφισβήτησε την παλαιότερη αντίληψη ότι τα μικροδιαστήματα των σωζόμενων παρτιτούρων έκαναν την αρχαία ελληνική μουσική να ακούγεται «παράξενη» ή ακόμη και «φάλτσα» στα σύγχρονα αυτιά, εξηγώντας ότι πολλά από αυτά λειτουργούσαν ως περαστικές νότες μέσα σε ένα τονικό πλαίσιο πολύ πιο οικείο απ’ όσο πιστεύαμε.

Παράλληλα, το European Music Archaeology Project έφερε κοντά αρχαιολόγους, οργανοποιούς και μουσικούς για να ξαναδώσουν ζωή σε όργανα όπως ο αυλός και η λύρα. Δεξιοτέχνες όπως οι Barnaby Brown και Callum Armstrong έδειξαν έμπρακτα ότι αυτά τα όργανα δεν είναι μουσειακά εκθέματα, αλλά ζωντανά μουσικά εργαλεία με πλούσιο ηχόχρωμα και εκφραστικές δυνατότητες. Για πρώτη φορά έπειτα από αιώνες, η αρχαία ελληνική μουσική έπαψε να είναι μόνο αντικείμενο μελέτης και έγινε ξανά ακουστική εμπειρία.

Η «Οδύσσεια» του Nolan

Και κάπου εδώ η επιστήμη συνάντησε και το Hollywood. Όταν ο Christopher Nolan ανέθεσε στον Ludwig Göransson τη μουσική της ταινίας «Οδύσσεια», η πρώτη του οδηγία ήταν: «Ξέχνα τη συμφωνική ορχήστρα». Άλλη μία δημιουργική ιδιοτροπία ενός σκηνοθέτη που φημίζεται για την τελειομανία του ή μήπως μια εύστοχη ιστορική παρατήρηση; Αν η Οδύσσεια εκτυλίσσεται στην Εποχή του Χαλκού, γιατί να ακούγεται σαν τον Wagner ή τον Mahler; Γιατί θεωρούμε αυτονόητο ότι το ταξίδι του Οδυσσέα χρειάζεται βιολιά, όμποε, κόρνα, τρομπέτες και μεγάλη συμφωνική ορχήστρα, όταν όλα αυτά είναι εφευρέσεις πολλών αιώνων αργότερα;

Περισσότερο από κάθε teaser της ταινίας, μου άρεσε ιδιαιτέρως αυτή η δημιουργική απόφαση. Γιατί η ενορχήστρωση είναι σε μεγάλο βαθμό και πολιτισμική δήλωση. Η ίδια μελωδία παιγμένη από ένα βιολί, έναν αυλό ή ένα συνθεσάιζερ δεν αλλάζει μόνο ηχόχρωμα, αλλάζει χωροχρόνο, κοσμοαντίληψη και το εύρος των συναισθημάτων που δημιουργεί.

Ο Nolan, λοιπόν, δεν ζήτησε από τον Göransson να συνθέσει μουσική για την αρχαία Ελλάδα. Του ζήτησε να ξεχάσει πώς μας έμαθε ο κινηματογράφος ότι «πρέπει» να ακούγεται μια ιστορία για την αρχαία Ελλάδα. Έτσι, ο συνθέτης ξεκίνησε να αναζητά ανθρώπους που ανακατασκευάζουν όργανα τα οποία είχαν σιγήσει εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια. Στο στούντιο βρέθηκαν αυλοί βασισμένοι σε αρχαιολογικά ευρήματα, λύρες, κρουστά, καθώς και τριάντα πέντε γκονγκ διαφορετικών μεγεθών. Ο Callum Armstrong συμμετείχε στις ηχογραφήσεις του αυλού, ενώ η Ελληνίδα (εκ Θεσσαλονίκης ορμώμενη) λυρίστρια Rosa Fragorapti έφερε στο ηχοτοπίο της ταινίας ένα όργανο που οι περισσότεροι γνωρίζουμε μόνο από παραστάσεις πάνω σε αγγεία.

Αυλοί και… Συνθεσάιζερ

Εκεί όμως που θα περίμενε κανείς να ακούσει μόνο αυλούς, λύρες και κρουστά, ο Göransson παρεμβάλλει συνθεσάιζερ, ηλεκτρονικά εφέ και σύγχρονες ηχητικές υφές. Παράδοξο; Ίσως. Η ιστορική πιστότητα, όμως, όπως φαίνεται, δεν ήταν ποτέ ο τελικός του στόχος. Δεν επιδίωξε να αναπαραγάγει έναν χαμένο ηχητικό κόσμο, αλλά να δημιουργήσει ένα ηχητικό σύμπαν εμπνευσμένο από όσα γνωρίζουμε σήμερα γι’ αυτόν. Δεν προσπάθησε να αντιγράψει την ιστορία, αλλά να συνομιλήσει μαζί της.

Αυτός ο διάλογος είναι που κάνει το soundtrack της «Οδύσσειας» πραγματικά ενδιαφέρον. Μας προσκαλεί να φανταστούμε την αρχαία Ελλάδα όχι μόνο ως έναν κόσμο από μάρμαρα, αγγεία και κείμενα, αλλά και από φωνές, τραγούδια και μουσική. Και δεν πρόκειται για αυθαίρετη προβολή: οι ίδιοι οι αρχαίοι πίστευαν ότι η μουσική είχε τη δύναμη να διαμορφώνει τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του ανθρώπου.

Για αιώνες ξέραμε πώς έμοιαζε η αρχαία Ελλάδα. Σήμερα αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε και πώς ακουγόταν. Και μόνο που μια κινηματογραφική υπερπαραγωγή μάς έκανε να θέσουμε αυτό το ερώτημα, έχει ήδη πετύχει κάτι σημαντικό. Γιατί όταν η έρευνα συναντά την τέχνη, γεννιούνται συχνά τα πιο ενδιαφέροντα ερωτήματα. Άλλωστε, κάθε μεγάλο ταξίδι ξεκινά με μια απορία. Και η Οδύσσεια δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση.

  • Ακούστε ολόκληρο το soundtrack της «Οδύσσειας» εδώ.


Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:

Χωράει η Μουσική σε Ένα Prompt;

Ποιος Φοβάται την Ωραία Ελένη του Christopher Nolan;

Όταν το «Παράσημο» της UNESCO Γίνεται… Βάρος

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
Συντάκτρια | Thunder Road
Συντάκτρια | Thunder Road

H Μαρία Σπανουδάκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι μητέρα τριών παιδιών, πτυχιούχος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθήνας (Τμήμα Οικ. Επιστήμης) και του Εθνικού Ωδείου Αθήνας (Πιάνο). Την κέρδισε η μουσική, με την οποία ασχολείται επαγγελματικά. Αγαπά τους ήχους, τις παύσεις, τη φωτογραφία, το τρέξιμο, το διάβασμα, τα ταξίδια, τη μαύρη σοκολάτα, τα βαμβακερά σεντόνια. Προτιμά τις ανατολές από τα ηλιοβασιλέματα, το τσάι αντί του καφέ και στο μεγάλο δίλημμα «κιθαρίστας ή ντράμερ» διαλέγει «μπασίστας».

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε πρωί!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+