Πότε η Πρόοδος Γίνεται Προκοπή;

Εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ

Αν έπρεπε να κρατήσω μία φράση από τη φετινή ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ, δεν θα ήταν κάποιο από τα ποσά που κυριάρχησαν, αναπόφευκτα, στους τίτλους. Θα ήταν δύο λέξεις: «κοινωνική ανταπόδοση».

Η λογική είναι απλή. Η ελληνική οικονομία έχει διανύσει μεγάλη απόσταση τα τελευταία χρόνια. Η ανεργία έχει υποχωρήσει, η χώρα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, τα δημόσια οικονομικά έχουν βελτιωθεί. Ήρθε λοιπόν η ώρα, μας είπε ο πρωθυπουργός, αυτή η συλλογική πρόοδος να μετατραπεί σε «ατομική προκοπή». Η πρόοδος «στον αριθμό» να περάσει στην καθημερινότητα του πολίτη.

Είναι ένας απολύτως θεμιτός στόχος. Είναι όμως, παράλληλα, και μια παραδοχή. Αν, έπειτα από τόσα χρόνια βελτίωσης των βασικών μεγεθών της οικονομίας, χρειάζεται σήμερα να ανακηρύξουμε ως κεντρικό πολιτικό στόχο τη μεταφορά αυτής της προόδου στην τσέπη του πολίτη, τότε σε κάποιο βαθμό και σε κάποιο στάδιο, η μετάδοση δεν λειτούργησε όσο θα έπρεπε.

Κι αυτό είναι, για μένα, το πιο ενδιαφέρον ερώτημα που άφησε πίσω της η φετινή ΔΕΘ. Γιατί;

Γιατί η ανάπτυξη δεν μεταφράστηκε περισσότερο σε πραγματική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος; Γιατί η στέγη έχει γίνει τόσο δυσβάσταχτη για μια ολόκληρη γενιά; Γιατί βασικές υπηρεσίες και αγαθά εξακολουθούν να κοστίζουν τόσο πολύ σε σχέση με τους ελληνικούς μισθούς;

Και πόσο από την απάντηση βρίσκεται στο επενδυτικό έλλειμμα που εξακολουθούμε να κουβαλάμε έπειτα από δύο δεκαετίες αποεπένδυσης – και στη χαμηλή παραγωγικότητα που αυτό συνεπάγεται; Ποιες άλλες στρεβλώσεις, αγκυλώσεις και χρόνιες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας εξακολουθούν να εμποδίζουν αυτή τη μετάδοση;

Αλλά η ανακούφιση δεν είναι μεταρρύθμιση. Και όσο πιο πειστική είναι η περιγραφή της μακροοικονομικής επιτυχίας της χώρας, τόσο πιο επιτακτικό γίνεται το ερώτημα γιατί απαιτούνται τόσες παρεμβάσεις για να τη νιώσει ο πολίτης.

Έχει ενδιαφέρον ότι στη συνέντευξη Τύπου της Κυριακής ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναγνώρισε τις ιδιωτικές επενδύσεις ως μία από τις μεγάλες προκλήσεις της επόμενης περιόδου. Και δικαίως: η συζήτηση για το πώς η ανάπτυξη φτάνει τελικά στους μισθούς και στο διαθέσιμο εισόδημα δύσκολα μπορεί να γίνει χωρίς τη συζήτηση για το κεφάλαιο, την παραγωγικότητα και τις επενδύσεις.

Θα περίμενε λοιπόν κανείς αυτή η διάγνωση να καταλαμβάνει μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης για την οικονομική πολιτική της επόμενης περιόδου. Και, για να είμαστε δίκαιοι, υπήρχαν στις εξαγγελίες μέτρα που κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση.

Ξεχωρίζω τον «Κουμπαρά για τη Νέα Γενιά», όχι τόσο ως μέτρο στήριξης των οικογενειών, όσο ως μια απόπειρα να χτιστεί από πολύ νωρίς μια διαφορετική σχέση με την αποταμίευση και την ιδιοκτησία κεφαλαίου. Ξεχωρίζω επίσης τις ταχύτερες αποσβέσεις για νέες επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό: ένα συγκεκριμένο κίνητρο για να επενδύσουν οι επιχειρήσεις περισσότερο στην παραγωγική τους βάση.

Η μεγάλη εικόνα του πακέτου, ωστόσο, παραμένει κυρίως μια σειρά μέτρων ανακούφισης. Πολλά από αυτά χρήσιμα. Κάποια απολύτως απαραίτητα για ανθρώπους που πιέζονται σήμερα και δεν μπορούν να περιμένουν την ελληνική οικονομία να γίνει παραγωγικότερη σε πέντε ή δέκα χρόνια.

Αλλά η ανακούφιση δεν είναι μεταρρύθμιση. Και όσο πιο πειστική είναι η περιγραφή της μακροοικονομικής επιτυχίας της χώρας, τόσο πιο επιτακτικό γίνεται το ερώτημα γιατί απαιτούνται τόσες παρεμβάσεις για να τη νιώσει ο πολίτης.

Αυτή είναι μια διαχρονική κριτική στον χαρακτήρα που έχουν λάβει οι πρωθυπουργικές εξαγγελίες στη ΔΕΘ – και σίγουρα δεν αφορά μόνο τη σημερινή κυβέρνηση. Σταδιακά, η κεντρική οικονομική ομιλία του εκάστοτε πρωθυπουργού έχει μετατραπεί σε κάτι που παρακολουθούμε σχεδόν σαν ετήσια άσκηση κατανομής δημοσιονομικού χώρου: πόσα υπάρχουν, ποιοι θα πάρουν, ποιος φόρος θα μειωθεί, ποια ομάδα θα ενισχυθεί. Φταίει η προσδοκία ή η πρόθεση; Η κότα ή το αυγό;

Κι όμως, αν υπήρξε ποτέ στιγμή που θα άξιζε να μιλήσουμε για κάτι πολύ μεγαλύτερο, είναι αυτή.

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ίσως το πιο προφανές παράδειγμα. Για μια χώρα που εξακολουθεί να κουβαλά στρώματα γραφειοκρατίας, επαναλαμβανόμενων διαδικασιών και αναποτελεσματικότητας, τα εργαλεία που έχουμε πλέον στη διάθεσή μας δημιουργούν δυνατότητες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια απλώς δεν υπήρχαν.

Από τον φορολογικό έλεγχο και τη δικαιοσύνη μέχρι την υγεία, την αδειοδότηση και τις δημόσιες προμήθειες, μπορούμε να ξανασκεφτούμε όχι απλώς πώς να κάνουμε τα ίδια πράγματα λίγο καλύτερα, αλλά ποια πράγματα δεν χρειάζεται πια να κάνουμε με τον ίδιο τρόπο καθόλου. Το ίδιο ισχύει για την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων, τις δεξιότητες και τις δουλειές μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας που μπορούμε να δημιουργήσουμε.

Αυτή θα ήθελα να είναι η συζήτηση μιας ΔΕΘ το 2026. Πώς θα μεγαλώσουμε την πίτα. Και κυρίως, πώς θα αλλάξουμε τους μηχανισμούς που εμποδίζουν ένα μεγαλύτερο κομμάτι της να φτάνει στους πολίτες χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά η κυβέρνηση να παρεμβαίνει για να το μεταφέρει.

Οι μεταρρυθμίσεις, βέβαια, έχουν συχνά άμεσο κόστος και όφελος που αργεί να φανεί. Η ανακούφιση είναι άμεση, μετρήσιμη και πολιτικά ευανάγνωστη. Δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Είναι ένας από τους αρχαιότερους πειρασμούς της δημοκρατικής πολιτικής.

Μόνο που αυτή τη φορά εμφανίζεται σε μια καθόλου συνηθισμένη στιγμή. Μπροστά μας έρχεται μια περίοδος τεράστιας τεχνολογικής και οικονομικής ανατροπής. Οι χώρες που θα κινηθούν γρήγορα μπορούν να κερδίσουν παραγωγικότητα, επενδύσεις και ευημερία με τρόπους που πριν από λίγα χρόνια δεν ήταν καν διαθέσιμοι. Εκείνες που θα περιοριστούν στη διόρθωση των χθεσινών στρεβλώσεων κινδυνεύουν να ανακαλύψουν ότι, στο μεταξύ, το παιχνίδι έχει αλλάξει.

Η κοινωνική ανταπόδοση είναι απαραίτητη. Και για πολλούς πολίτες, τα μέτρα που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ θα έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο. Αλλά αν η συλλογική πρόοδος δεν έχει μετατραπεί αρκετά σε ατομική προκοπή, το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι πόσα χρήματα μπορούμε τώρα να επιστρέψουμε. Είναι γιατί δεν μετατράπηκε, και τι πρέπει να αλλάξει ώστε, σε λίγα χρόνια, να χρειάζεται να επιστρέφουμε λιγότερα.

Γιατί ένα μέρος της επιτυχίας της οικονομικής πολιτικής είναι να δημιουργεί τον δημοσιονομικό χώρο για να επιστρέφει περισσότερα στους πολίτες. Το άλλο μισό είναι να δημιουργεί μια οικονομία στην οποία όλο και περισσότεροι πολίτες τα κερδίζουν εξαρχής.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:

Η Αγορά Εργασίας στη Σκιά του AI Bubble

Η Ψηφιακή Μετάβαση Αφήνει Κάποιους Πίσω

Γιατί μια Εκλογή για το Παρελθόν Είναι Επικίνδυνη για τον Κυριάκο Μητσοτάκη

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
Founder & Publisher”
Founder & Publisher”

Η Μαριάννα Σκυλακάκη είναι οικονομολόγος και στρατηγική σύμβουλος επικοινωνίας. Είναι ιδρύτρια και εκδότρια της αθηΝΕΑς, ενός σύγχρονου ελληνικού μέσου που εστιάζει στις μεγάλες αλλαγές που διαμορφώνουν το μέλλον της οικονομίας, της τεχνολογίας, της κοινωνίας και της καθημερινότητας. Παράλληλα, είναι παρουσιάστρια και συμπαραγωγός της τηλεοπτικής σειράς ντοκιμαντέρ Brave New Greece, η οποία προβάλλεται από τον ANT1 και εξερευνά τις δυνάμεις που μετασχηματίζουν τη σύγχρονη Ελλάδα. Έχει επίσης ιδρύσει τη Forest + Tree, μια εταιρεία στρατηγικής επικοινωνίας και positioning που συνεργάζεται με οργανισμούς και ηγετικές ομάδες πάνω σε θέματα αφήγησης, δημόσιας εικόνας και επικοινωνίας σε περιόδους μετασχηματισμού Σπούδασε Οικονομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Bristol και κατέχει μεταπτυχιακό στη Δημόσια Διοίκηση (MPA in Public Policy & Management) από το London School of Economics. Ξεκίνησε την καριέρα της στο Λονδίνο ως αναλύτρια επενδυτικής τραπεζικής στη Goldman Sachs. Αρθρογραφεί και συντονίζει συζητήσεις σε συνέδρια και διεθνή fora γύρω από την οικονομία, την καινοτομία, την τεχνολογία, την ηγεσία και τις μεγάλες προκλήσεις της επόμενης ημέρας.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε πρωί!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+