Πότε ήταν η τελευταία φορά που πήγατε για ψώνια και ζητήσατε… πλαστικό; Όχι φράουλες. Όχι τυρί. Όχι κοτόπουλο. Αλλά «πλαστικό»; Κι όμως, βγαίνοντας από το σούπερ μάρκετ, τις περισσότερες φορές, μαζί με τα διάφορα προϊόντα κουβαλάμε και μια «συλλογή» πλαστικών. Λαχανικά σε δισκάκια, φρούτα σε μεμβράνη, αλλαντικά και τυριά σε νάιλον, σακουλάκια μέσα στα σακουλάκια, απορρυπαντικά και είδη καθημερινής φροντίδας – σχεδόν πάντα μέσα σε πλαστικές συσκευασίες. Και ναι, τα προϊόντα τα επιλέξαμε. Το τόσο πλαστικό, όχι.
Και πώς αλλιώς να συσκευαστούν; Έρχεται η εύλογη ερώτηση. Κάπως πρέπει να διασφαλιστούν ανάγκες και προδιαγραφές ασφάλειας, υγιεινής και μεγαλύτερης διάρκειας. Υπάρχει όμως και μία δεύτερη ερώτηση που δεν τίθεται συχνά: γιατί η απάντηση σε σχεδόν κάθε τέτοια ανάγκη είναι η ίδια, το πλαστικό;
Το Πλαστικό ως Προεπιλογή
Εδώ φαίνεται να βρίσκεται μια μεγάλη παρανόηση. Για χρόνια, η κυρίαρχη αφήγηση θεωρούσε το πλαστικό από δεδομένο έως «αναγκαίο κακό». Τόσο, που η έμφαση δινόταν στο τέλος της διαδρομής: στη ρύπανση σε θάλασσες και ακτές, στα θαλάσσια είδη που παγιδεύονται στα απορρίμματα, στα μικροπλαστικά που εντοπίζονται πλέον στο νερό, στα τρόφιμα και στο ανθρώπινο σώμα.
Η ανακύκλωση παρουσιάστηκε ως μέρος της λύσης. Οι ατομικές συνήθειες επίσης: η πάνινη τσάντα, τα χάρτινα καλαμάκια, η διαλογή απορριμμάτων. Πρακτικές με αξία, που ναι, συμβάλλουν στη μείωση των αποβλήτων. Ωστόσο όταν η συζήτηση επιστρέφει διαρκώς στον καταναλωτή, δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι το βάρος της λύσης βρίσκεται στον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης φαίνεται να βρίσκεται αρκετά πιο πίσω: εκεί από όπου προέρχεται όλος αυτός ο όγκος πλαστικού, σχεδιάζονται τα προϊόντα και οι συσκευασίες και, τελικά, οι ίδιες οι καταναλωτικές συνήθειες.
Το πλαστικό δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά και ζήτημα οικονομικού μοντέλου.
Αυτό αποτυπώνει ένα υποτιμημένο αλλά καθοριστικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης οικονομίας: πολλές από τις επιλογές που θεωρούμε προσωπικές είναι στην πραγματικότητα επιλογές σχεδιασμού. Η συσκευασία δεν προστέθηκε απλώς για να καλύψει μια ανάγκη, αλλά ενσωματώθηκε στο προϊόν ως δομικό του στοιχείο. Η αγορά δεν ακολούθησε παθητικά τη ζήτηση, αλλά διαμόρφωσε ένα μοντέλο όπου το περιτύλιγμα είναι σχεδόν δεδομένο και το πλαστικό σχεδόν πάντα προεπιλογή. Η κλίμακα αυτού του μοντέλου είναι ήδη τεράστια: η παγκόσμια παραγωγή πλαστικών έχει φτάσει περίπου τους 435 εκατομμύρια τόνους ετησίως και εξακολουθεί να αυξάνεται, μαζί με τα απόβλητα και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που τη συνοδεύουν.
Η Μεγάλη Εικόνα
Μια πρόσφατη ανάλυση, όμως, ανοίγει κι άλλο το κάδρο και η μεγάλη εικόνα αποκαλύπτει ότι γύρω από το πλαστικό έχει σχεδιαστεί ένα ολόκληρο οικονομικό σύστημα που μάλιστα δεν αφορά ακριβώς το πλαστικό, αλλά το πετρέλαιο! Πράγματι, καθώς η παγκόσμια τάση στον πλανήτη είναι η μείωση της χρήσης ορυκτών καυσίμων στην ηλεκτροπαραγωγή και στις μεταφορές, πλανάται πάνω από τη βιομηχανία πετρελαίου μια νέα πρόκληση: από πού θα προέλθει η μελλοντική ζήτηση; Η απάντηση που διαμορφώνεται εδώ και χρόνια βρίσκεται στις πετροχημικές εφαρμογές και κυρίως στο πλαστικό. Σύμφωνα μάλιστα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, τα πετροχημικά αναμένεται να αποτελέσουν έναν από τους βασικούς μοχλούς ζήτησης πετρελαίου τις επόμενες δεκαετίες, ακόμη και σε σενάρια ενεργειακής μετάβασης.
Το πλαστικό, επομένως, δεν είναι απλώς υλικό συσκευασίας. Είναι στρατηγικό προϊόν ενός ευρύτερου βιομηχανικού μοντέλου που αναζητά νέες διεξόδους ανάπτυξης. Γι’ αυτό και η εξήγηση ότι η βιομηχανία απλώς «ανταποκρίνεται στη ζήτηση» μοιάζει όλο και πιο ανεπαρκής.
Πολλές από τις επιλογές που θεωρούμε προσωπικές είναι στην πραγματικότητα επιλογές σχεδιασμού.
Λιγότερο Πλαστικό από την Αρχή
Στην Ελλάδα, το θέμα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Μια οικονομία που βασίζεται στον τουρισμό, στην εστίαση και στις υπηρεσίες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις συσκευασίες μιας χρήσης, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες, όταν η κατανάλωση εκτοξεύεται. Την ίδια στιγμή, όμως, η χώρα αντλεί σημαντικό μέρος της αξίας της από το φυσικό περιβάλλον: τις ακτές, τις θάλασσες και το τοπίο, που αποτελούν το συγκριτικό της πλεονέκτημα. Έτσι, το πλαστικό δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα αλλά και ζήτημα οικονομικού μοντέλου. Επομένως, η δημόσια συζήτηση θα πρέπει να επεκταθεί: όχι μόνο από το πώς θα κρατάμε τις παραλίες καθαρές, αλλά και στο πώς θα περιορίσουμε εξαρχής τον όγκο των συσκευασιών που φτάνει στην αγορά.
Διεθνείς εκτιμήσεις, πάντως, δείχνουν ότι οι πιο ουσιαστικές περιβαλλοντικές αλλαγές δεν προέκυψαν από την αλλαγή της συμπεριφοράς των καταναλωτών, αλλά από την αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού που εδώ περιλαμβάνουν: διευρυμένη ευθύνη των παραγωγών, αλλαγή στον σχεδιασμό των προϊόντων, περιορισμό στην παραγωγή, ενίσχυση της επαναχρησιμοποίησης. Με άλλα λόγια, όταν η ρύθμιση προηγήθηκε της κατανάλωσης και η ευθύνη μεταφέρθηκε στην πηγή των κρίσιμων αποφάσεων, ώστε η ουσιαστική μετατόπιση να μην αφορά τη διαχείριση του υπάρχοντος όγκου πλαστικού αλλά τον περιορισμό του πριν ακόμη παραχθεί. Επιπλέον, όπως επισημαίνεται σε αναλύσεις, τα συστήματα επαναχρησιμοποίησης, επαναπλήρωσης και επιστροφής συσκευασιών, που επίσης μπορούν να μειώσουν σημαντικά τα απορρίμματα και να επηρεάσουν τον ίδιο τον σχεδιασμό των προϊόντων προς λιγότερο υλικό και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, έχουν πραγματικό νόημα όταν εφαρμόζονται σε μεγάλη κλίμακα και υποστηρίζονται από κατάλληλα ρυθμιστικά πλαίσια, κίνητρα και υποδομές.
Γύρω από το πλαστικό έχει σχεδιαστεί ένα ολόκληρο οικονομικό σύστημα που, μάλιστα, δεν αφορά ακριβώς το πλαστικό αλλά το πετρέλαιο!
Ως καταναλωτές και πολίτες εξακολουθούμε, πάντως, να έχουμε δύναμη, βάζοντας το «λιθαράκι» μας, το οποίο δεν εξαντλείται στον μπλε κάδο. Μπορούμε να επηρεάσουμε την παραγωγή και τον σχεδιασμό των προϊόντων επιλέγοντας συνειδητά εκείνα με λιγότερη ή επαναχρησιμοποιούμενη συσκευασία, προτιμώντας συστήματα επαναπλήρωσης (refill), αποφεύγοντας την προφανή υπερσυσκευασία και, κυρίως, επιβραβεύοντας στην πράξη επιχειρήσεις που αλλάζουν τον σχεδιασμό των προϊόντων τους.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Όταν τα Κουτιά Πνίγουν το Σπίτι (και τον Πλανήτη)