«Στέλλα, Κρατάω Βιβλίο!» | Βιβλιοπροτάσεις με Θέμα τις Χαμένες Πατρίδες

χαμένες πατρίδες

Η ιστορία επαναλαμβάνεται ή, καλύτερα, η νομοτέλεια της ιστορίας. Ο ξεριζωμός από τη γη που γεννήθηκες και μεγάλωσες. Οι χαμένες πατρίδες.

Οι πρόσφυγες, οι πολεμικοί και οικονομικοί μετανάστες. Ο επεκτατισμός και το ασύδοτο κέρδος εις βάρος των λαών. Αυτοί που αναγκάστηκαν να φύγουν και αυτοί που έμειναν. Το τίμημα και για τις δυο πλευρές πάντα βαρύ.

Γιατί αυτή η Γη δεν μας χωράει όλους;  Γιατί κάποιοι λίγοι πρέπει να αποφασίζουν ερήμην των πολλών; Γιατί το αίμα να λερώνει πάντα τα χώματα που πατάμε και να ξεπλένει τη ματαιοδοξία;

Και όμως, η ύστατη επιθυμία των ανθρώπων που έχουν ξεριζωθεί είναι να επιστρέψουν, όταν έρθει η ώρα, και να έχουν την τελευταία τους κατοικία στα χώματα που γεννήθηκαν, στις χαμένες πατρίδες τους.

χαμένες πατρίδεςΘα Μείνω Εδώ | Marco Balzano | Εκδόσεις Πατάκη

Όταν η εξουσία ασκεί τη δύναμη και την υπεροχή της μη λογαριάζοντας ούτε καν αυτούς που την ανέβασαν στο βάθρο, τότε συμβαίνουν δεινά που δεν απαλύνονται με υποσχέσεις κάλπικες και με λίγες πενταροδεκάρες.

Το Κουρόν ήταν μια περιοχή που ανήκε μέχρι το 1919 στην Αυστρία. Μετά τον πόλεμο δόθηκε στην Ιταλία. Όταν έγινε αυτό, οι κάτοικοι είχαν το «δικαίωμα» επιλογής, να φύγουν ή να μείνουν. Κάποιοι προτίμησαν το δεύτερο γιατί ο ξεριζωμός για αυτούς ήταν βαρύς.

Για τους Γερμανούς όμως, όσοι έμειναν θεωρήθηκαν κατάσκοποι. Η Τρίνα, κάτοικος του Κουρόν, ήθελε να γίνει δασκάλα, όμως –υπό την ιταλική κατοχή– απαγορευόταν να μιλούν γερμανικά, με όλα τα συνεπακόλουθα όταν τους έπιαναν να συμβαίνει αυτό. Η Τρίνα το κάνει κρυφά, σαν άλλο «κρυφό σχολειό». Η Τρίνα δεν εγκαταλείπει το όνειρό της παρ’ όλες τις τραγικές καταστάσεις που προκύπτουν.

Ερωτεύεται και παντρεύεται τον Έριχ και κάνουν δυο παιδιά, τον Μίχαελ και τη Μαρίκα. Όταν η φασιστική κυβέρνηση του Μουσολίνι κατασκεύασε το φράγμα και βύθισε το χωριό τους για πάντα, δεν δίστασε να ακολουθήσει τον Έριχ στα βουνά, κουβαλώντας ένα βαθύ τραύμα: τον αποχωρισμό από τη μικρή Μαρίκα, που την έκλεψε η θεία της για να την πάρει μαζί της στη Γερμανία.

Στο βιβλίο αυτό, η Τρίνα αφηγείται και αποκαλύπτει στην κόρη της τη ζωή της, σαν να διαβάζει ένα ημερολόγιο εξομολόγησης. Μοιράζεται τα βαθύτερα συναισθήματά της, φανερώνει στιγμές της ζωής της, τη δύναμη των ανθρώπων που είναι προσηλωμένοι στα ιδεώδη, στα δίκαια και τα σωστά, αλλά και πόσο ανεπανόρθωτα πληγωμένοι είναι από τον πόνο της αναγκαστικής απώλειας του τόπου και των δικών τους ανθρώπων.

Περιγράφει πώς καταστράφηκε ένα χωριό, μαζί με τις ψυχές που το κατοικούσαν, επειδή κάποια συμφέροντα οδήγησαν στο να γίνει εκεί το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο. Όταν πάρθηκε η απόφαση, οι αρχές τοιχοκόλλησαν μια ανακοίνωση γραμμένη στα ιταλικά. Οι άνθρωποι δεν κατάλαβαν τίποτα, μια και δεν ήξεραν να διαβάσουν τη γλώσσα, και βέβαια κανείς δεν τους ενημέρωσε.

«Αντιρρήσεις δεν υπήρχαν, όπως είπε ο επίτροπος στους αρμόδιους…». Οι κάτοικοι δεν υποψιάστηκαν. Το αίμα τους πάγωσε όταν είδαν τα μηχανήματα απαλλοτρίωσης της γης. Και βέβαια οι αποζημιώσεις που πήραν δεν έφταναν για τη μετεγκατάστασή τους. Αυτό που έχει μείνει από το τιρολέζικο χωριό είναι το καμπαναριό της Κουρόν, όπως λέγεται. Μνημείο κληρονομιάς. Αξιοθέατο.

• Τη μετάφραση υπογράφει ο Σταύρος Παπασταύρου.

χαμένες πατρίδες Η Τέχνη της Απώλειας | Alice Zeniter | Εκδόσεις Πόλις

«…Εσείς είστε ξεριζωμένοι και σας λυπούνται. Εμείς δεχτήκαμε μια εισβολή και κανείς δεν δίνει δεκάρα τσακιστή. Το βρίσκεις φυσιολογικό;»

Όταν πεθαίνεις για την πατρίδα σου, είσαι ήρωας. Παίρνεις δυο μέτρα γης και ένα παράσημο ανδρείας. Όταν χάνεις την πατρίδα σου παίρνεις παραμάσχαλα τον φόβο, την αγανάκτηση, την πίκρα  και πορεύεσαι, ή παίρνεις των ομματιών σου και φεύγεις μαζί με λέξεις και σκέψεις που θα σε συνοδεύουν παντού.

Η Ναϊμά αφηγείται την ιστορία της οικογένειάς της. Γεννήθηκε στη Γαλλία. Τρίτη γενιά. Ο παππούς της, ο Αλί, ζούσε στα βουνά της Καβυλίας, στην Αλγερία. Ήταν προύχοντας, είχε χωράφια και ανθρώπους που δούλευαν σε αυτά. Τα κουμάνταρε όλα και ζούσε ειρηνικά με την οικογένειά του.

Η Αλγερία ήταν υπό γαλλική κατοχή. Ο Αλί πολέμησε στο πλευρό των Γάλλων στον παγκόσμιο πόλεμο. Αθέλητα. Όταν ήρθε η ώρα της επανάστασης των Αλγερινών, ήρθαν και τα δύσκολα. Η οικογένειά τους ζούσε υπό τον φόβο και των μεν και των δε, υπό τον φόβο της σφαγής και των αντιποίνων. Αποφάσισε να φύγουν.

Νόμιζε ότι θα έβρισκαν πατρίδα να τους υποδεχτεί και να τους αγκαλιάσει. Πού να ήξερε ότι εκεί θα ήταν ο πρόσφυγας, ο ξένος, ο παρείσακτος. Ότι ο ίδιος και η οικογένειά του θα στοιβάζονταν σε γκέτο χωρίς σωστή τροφή και καθαριότητα. Χωρίς χώρο να αναπνεύσουν.

Πού να ήξερε ότι για την πατρίδα του θα ήταν ένας προδότης, ένας «αρκί» που δεν θα είχε το δικαίωμα να επιστρέψει ξανά. Πού να ήξερε ότι θα έχανε τα πάντα. Ακόμα και τον εαυτό του, και ότι θα παραδινόταν σιγά σιγά στη σιωπή.

«…κοιτάξτε καλά όλα όσα βρίσκονται γύρω σας, φτιάξτε αναμνήσεις με το κάθε κλαρί, με το κάθε κομμάτι γης, γιατί δεν ξέρουμε τι θα κρατήσουμε. Ήθελα να σας δώσω τα πάντα, αλλά δεν είμαι πια σίγουρος για τίποτα. Αύριο μπορεί όλοι να πεθάνουμε. Μπορεί αυτά τα δέντρα να γίνουν στάχτη πριν καταλάβω τι συμβαίνει. Αυτό που είναι γραμμένο είναι ξένο και η ευτυχία πέφτει επάνω μας ή φεύγει μακριά δίχως εμάς να ξέρουμε το πώς και το γιατί, δεν θα το μάθουμε ποτέ, είναι σαν να ψάχνουμε τις ρίζες της ομίχλης…».

Ο Χαμίντ, ο γιος του, δεν άντεχε αυτήν τη σιωπή. Δεν ήξερε πού πατούσε. Η ζωή του ήταν μπροστά σε ένα δίλημμα. Παρότι μεγάλωνε κλεισμένος στον εαυτό του, παράλληλα προσπαθούσε να αφομοιωθεί στη νέα κοινωνία όπου ζούσε. Όλα ήταν δύσκολα. Αποφάσισε να μην κοιτάζει πίσω, να μη θυμάται τα παιδικά του χρόνια.

Σπούδασε όπως όπως, παντρεύτηκε Γαλλίδα, έκανε οικογένεια, δούλεψε στο δημόσιο, ποτέ όμως δεν αναφερόταν στην καταγωγή του, στην πατρίδα του. Όσο και αν κρυβόταν όμως από την καταγωγή του, η απώλεια αυτή ήταν ένα καρφί μέσα του.

«…δεν έφυγε όσο μακριά θα ήθελε από την παιδική του ηλικία, η επόμενη γενιά θα μπορεί να συνεχίσει από εκεί που σταμάτησε αυτός. Φαντάζεται ότι μέσα στον αποπνικτικό χώρο του γραφείου του συσσωρεύει στην πραγματικότητα αποθέματα ελευθερίας που θα μπορέσει να μοιράσει στα παιδιά του…».

Η Ναϊμά, η κόρη του, ένιωθε ότι κάτι της ξέφευγε από την οικογενειακή της ιστορία. Κάτι της έλειπε. Ήξερε ότι αλλού ήταν οι ρίζες και το καταλάβαινε. Η απώλεια της πατρίδας σήμαινε απώλεια ταυτότητας και η Ναϊμά ήθελε να μάθει από πού προέρχεται και πού πάει.

Η γιαγιά της όμως, η Γιεμά, που θα μπορούσε να τη βοηθήσει, δεν έμαθε ποτέ την ξένη γλώσσα. Η Ναϊμά όμως το ένιωθε μέσα της, καταλάβαινε τον ριζωμένο πόνο που είχαν οι δικοί της, αλλά ποτέ δεν ξεστόμισαν, όπως και τη διαφορετικότητά τους. Την «ταμπέλα» που ήταν ενσωματωμένη στην υπόστασή τους. Οι ξένοι.

Με αφορμή κάποια καλλιτεχνική έκθεση άρχισε να μαζεύει πληροφορίες από τα μέσα επικοινωνίας και από διάφορες ιστορίες που άκουγε. Αποφάσισε τελικά να κάνει αυτό το ταξίδι. Να φτάσει στο χώμα των προγόνων της, στις δικές τους χαμένες πατρίδες, και να δει με τα ίδια της τα μάτια αυτά που δεν της είπαν.

«Το έργο του Λαλλά φέρει το αποτύπωμα μιας παιδικής βίας, αλλά το “παιδική” δεν πρέπει να το δούμε εδώ ως έναν επιθετικό προσδιορισμό που μετριάζει τη βία. Αντίθετα, πρόκειται για το στάδιο στο οποίο η βία είναι πιο τρομερή, επειδή δεν μπορεί να αποκτήσει κανένα νόημα…».

Ένα βιβλίο γεμάτο αποτυπώσεις εικόνων, καταστάσεων, συνειδήσεων, συναισθημάτων, πόνου, εικόνες πολέμου και απώλειας ανθρώπων και αγαθών, χαμένης αξιοπρέπειας και εικόνες χαμένης πατρίδας.

Ένα βιβλίο γεμάτο ανθρώπους που βρέθηκαν για άλλη μια φορά στη δίνη του πολέμου, των αντιπαραθέσεων, των συγκρούσεων, της κατοχής, της έλλειψης σεβασμού. Της προσπάθειας να σταθούν στα πόδια τους και να παλέψουν, ακόμα και αν τους δίνουν μερικά ψίχουλα από αυτά που τους πήραν με τη βία. Και όλα αυτά γιατί;

•  Τη μετάφραση υπογράφει η Έφη Κορομηλά.

Χαμένες πατρίδες σημαίνει χαμένα όνειρα, χαμένες πατρίδες σημαίνει άνθρωποι ξεριζωμένοι. Τα βιβλία βοηθάνε τουλάχιστον να μην ξεχάσουμε!


Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:

«Στέλλα, Κρατάω Βιβλίο!» | Βιβλιοπροτάσεις με Θέμα τη Φιλία

Αυτοβελτίωση και Ιστορία | Βιβλία από τις Εκδόσεις Κάκτος

«Στέλλα, Κρατάω Βιβλίο!» | Βιβλιοπροτάσεις για τα Πλάσματα της Θάλασσας

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ

Η Στέλλα Ερεσσίου γεννήθηκε στην Αθήνα. Έχει καταγωγή από τη Λέσβο και τη Νάξο. Τελειώνοντας το Λύκειο, μεταξύ άλλων, έκανε προετοιμασία για τη Σχολή Καλών Τεχνών αλλά τελικά την κέρδισε η οικογένεια. Έχει δυο παιδιά. Εργάζεται σε εκδοτικό οίκο ή αλλιώς, στο χώρο του βιβλίου, εδώ και 23 χρόνια. Της αρέσει να μπλέκει με πολλά και πάντα διαφορετικά πράγματα, αρκεί να σχετίζονται με έμπνευση και δημιουργία ενώ όλο και κάτι καινούριο βρίσκεται στις σκέψεις της. Όλα όμως, έχουν σχέση με τον πολιτισμό και την τέχνη. Το διάβασμα έχει πάντα την πρώτη θέση. Οι συζητήσεις με φίλους είναι η πιο αγαπημένη της κατάσταση. Και αγαπημένο θέμα συζήτησης: η αίσθηση που της αφήνει κάθε ανάγνωσμα.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+