4η Βιομηχανική Επανάσταση: Προσοχή στο Κενό

Η 4η βιομηχανική επανάσταση αλλάζει ριζικά τον τρόπο που οι επιχειρήσεις παράγουν, “σκέφτονται”, επικοινωνούν με πελάτες, αλλά και εσωτερικά. Η 3η βιομηχανική επανάσταση εστίασε στη μείωση κόστους και την αυτοματοποίηση μέσω της πληροφορικής και της ρομποτικής. Η 4η διασυνδέει πλέον ανθρώπους και μηχανές με ευφυείς τεχνολογίες, με απώτερο στόχο την εύρεση νέων πηγών εσόδων και αγορών.

Η διασύνδεση ξεπερνάει τα όρια εφαρμογών λογιστηρίου, διαχείρισης αποθηκών, ηλεκτρονικού εμπορίου, ελέγχου παραγωγής και στατιστικής επεξεργασίας πωλήσεων. Αξιοποιεί διασυνδεδεμένες λύσεις τεχνητής νοημοσύνης, αναγνώρισης καταναλωτικών συνηθειών, διαδικτύωσης μηχανών, υπολογιστικού νέφους, αυτόματης αναγνώρισης λαθών, προληπτικής συντήρησης μηχανημάτων, ψηφιακής προσομοίωσης, κ.λπ.

Τη στιγμή που ο διεθνής ανταγωνισμός απολαμβάνει σημαντικά οφέλη, η ψηφιακή και τεχνολογική ωριμότητα οικονομίας και επιχειρήσεων στην Ελλάδα υπολείπεται αισθητά, πλην περιορισμένων εξαιρέσεων. Μια υστέρηση που οφείλεται μερικώς στην οικονομική κρίση. Οι ελληνικές επιχειρήσεις αναγνωρίζουν ορθά την παραγωγική ευελιξία που προσφέρει η τεχνολογική αναβάθμιση. Όμως συχνά, υποεκτιμούν τις ισχυρές ανταγωνιστικές πιέσεις σε όσες χώρες και επιχειρήσεις δεν ακολουθήσουν τις εξελίξεις. Εκτός από προϋπόθεση βιομηχανικής αναζωογόνησης και δημιουργίας περισσότερων διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων, η 4η βιομηχανική επανάσταση μπορεί να εξελιχθεί σε παράγοντα επιβίωσης λόγω υποχώρησης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και απαξίωσης των υφιστάμενων προϊόντων όσων δεν προσαρμοστούν έγκαιρα.

Τη στιγμή που ο διεθνής ανταγωνισμός απολαμβάνει σημαντικά οφέλη, η ψηφιακή και τεχνολογική ωριμότητα οικονομίας και επιχειρήσεων στην Ελλάδα υπολείπεται αισθητά, πλην περιορισμένων εξαιρέσεων.

Ο ΣΕΒ σύστησε το “Παρατηρητήριο Ψηφιακού Μετασχηματισμού”, ως ένα μόνιμο μηχανισμό που καλύπτει το διαχρονικό κενό τεκμηρίωσης και παρακολούθησης των πολιτικών στην Ελλάδα. H πρώτη έκδοση του Παρατηρητηρίου χαρτογραφεί λεπτομερώς την ψηφιακή ετοιμότητα με χρήση 100 δεικτών, αλλά και πρωτογενούς έρευνας.

Η χαρτογράφηση επιβεβαιώνει ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις επενδύουν διαχρονικά σε ψηφιακές τεχνολογίες, έχοντας την 11η θέση στην ΕΕ-28 μέσα στην κρίση. Η προσπάθεια όμως δεν εστιάζει στις ανάγκες της 4ης βιομηχανικής επανάστασης. Ως αποτέλεσμα η τεχνολογική ωριμότητα τους παραμένει χαμηλή (26η θέση).

Συνεπώς, η πρώτη πρόκληση για τις επιχειρήσεις είναι η μεταστροφή των επενδύσεων από συστήματα εσωτερικής υποστήριξης προδιαγραφών ERP σε προηγμένες λύσεις όπως υπολογιστικά νέφη (28η θέση σήμερα), τεχνολογίες αυτόματης αναγνώρισης παραγωγής RFID (26η), ηλεκτρονικό εμπόριο με διασυνδεδεμένη παραγγελειοληψία (28η), αυτόματες συναλλαγές και εφοδιασμός μέσω EDI (27η). Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις 9,5% των επιχειρήσεων ανταλλάσσει ηλεκτρονικά δεδομένα παραγωγής με συνεργάτες και προμηθευτές.

Η διαμόρφωση πυξίδας τεχνολογικού μετασχηματισμού είναι η δεύτερη πρόκληση. Ενώ το 90% των επιχειρήσεων θεωρεί το μετασχηματισμό ως στρατηγικής σημασίας, μόνο το 48% έχει ψηφιακή στρατηγική, ενώ οι μισές επιχειρήσεις δεν διαθέτουν αρμόδιο διευθυντικό στέλεχος.

Τρίτη πρόκληση είναι η κατανόηση των επενδυτικών αναγκών της 4ης βιομηχανικής επανάστασης. Πρώτη προτεραιότητα στην Ελλάδα (24% των τεχνολογικών επενδύσεων) παραμένει η μείωση κόστους. Μόλις 11% των τεχνολογικών επενδύσεων διευρύνει τις πηγές εσόδων και μόλις 7% αφορά στην επέκταση σε νέες αγορές. Στην ΕΕ οι προτεραιότητες είναι το αντίθετο.

Τέταρτη πρόκληση είναι η ψηφιακή αναβάθμιση των μικρότερων επιχειρήσεων. Tην τελευταία τριετία, μία στις δύο μικρομεσαίες επιχειρήσεις (έσοδα μέχρι €30 εκ.) επένδυσε κάτω από €100.000.

Ξεκινώντας από τη βιομηχανία, ο ΣΕΒ θεωρεί ζωτικής σημασίας την ταχεία υλοποίηση ενός εθνικού προγράμματος για την 4η βιομηχανική επανάσταση. Η προσαρμογή κράτους και επιχειρήσεων παραμένει, στην καλύτερη περίπτωση, αποσπασματική. Οι παρεμβάσεις του ΣΕΒ θα κορυφωθούν στο Βιομηχανικό Συνέδριο, στις 19 Δεκεμβρίου. Κεντρικό θέμα είναι η 4η Βιομηχανική Επανάσταση, η ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί.

Ο Δρ Γιώργος Ξηρογιάννης είναι σήμερα Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής του ΣΕΒ. Στο χαρτοφυλάκιό του περιλαμβάνονται τα κρίσιμα θέματα της βιομηχανικής πολιτικής, των αναπτυξιακών στρατηγικών, των επενδύσεων, της καινοτομίας, της ψηφιακής οικονομίας, της εξωστρέφειας, της περιφερειακής ανάπτυξης και του διασυνοριακού εμπορίου. Από το 2017, διατελεί Αντιπρόεδρος στην Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου & Επενδύσεων της BusinessEurope, με αρμοδιότητες σε θέματα διεθνών εμπορικών συμφωνιών και προσέλκυσης επενδύσεων. Στο παρελθόν διατέλεσε Ανώτερος Διευθυντής (Senior Manager) στην PricewaterhouseCoopers, έχοντας την ευθύνη των υπηρεσιών Strategy & Operations καθώς και του κλάδου Government & Public Sector. Διεύθυνε σειρά σημαντικών έργων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό στο χρηματοπιστωτικό κλάδο, στις τηλεπικοινωνίες, στην κεντρική και ευρύτερη δημόσια διοίκηση. Επίσης διδάσκει στο τμήμα Πληροφορικής του Πανεπιστήμιου Πειραιά. Στο παρελθόν δίδαξε στο τμήμα Μηχανικών Οικονομίας και Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Έχει συγγράψει σειρά βιβλίων για τη σύγχρονη επιχειρηματικότητα. Διαθέτει σημαντικό επιστημονικό έργο με δημοσιεύσεις σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά και ομιλίες σε διεθνή συνέδρια σε θέματα που αφορούν στη σύγχρονη επιχειρηματικότητα. Ο Δρ. Γιώργος Ξηρογιάννης είναι Διδάκτωρ (Ph.D.) τεχνητής νοημοσύνης του τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Heriot-Watt, Edinburgh, Βρετανία, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος (M.Sc.) στην τεχνητή νοημοσύνη από το Bristol University, Βρετανία και πτυχιούχος μαθηματικός του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER