Από τον «Δον Κιχώτη» στο BookTok και την AI: Ποιος θα Αποφασίζει τα Κλασικά του Μέλλοντος;

Λίστες Καλύτερων Βιβλίων

Οι λίστες με τα «100 καλύτερα βιβλία» μοιάζουν αθώες: λίγο παιχνίδι, λίγη πρόκληση, λίγη αναγνωστική ενοχή. Στην πραγματικότητα, όμως, ανοίγουν ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: ποιος αποφασίζει ποια βιβλία αξίζει να μείνουν;

«Πόσα έχεις διαβάσει;» Το μήνυμα εμφανίζεται δίπλα σε μια λίστα του Guardian με τα 100 καλύτερα βιβλία όλων των εποχών. Κάνεις κλικ, τσεκάρεις όσα έχεις διαβάσει και στο τέλος αντικρίζεις το σκορ σου.

Δεν θέλησα να αναμετρηθώ. Τόσο πολλά βιβλία, τόσο λίγος χρόνος. Και εκεί έξω δεν είναι μόνο αυτά τα 100. Είναι εκατομμύρια βιβλία. Ήδη οι στοίβες με τα αδιάβαστα στο σπίτι έχουν πληθύνει επικινδυνα. Και κάθε φορά μπαίνω στον πειρασμό για ένα ακόμα.

Τελικά, αυτές οι λίστες σε τι άλλο χρησιμεύουν εκτός από το να μας προκαλούν ίλιγγο απέναντι στο… ανέφικτο; Μια υπαρξιακή ματαιότητα για τις σελίδες που δεν θα προλάβουμε ποτέ να αγγίξουμε; Και, τέλος πάντων, ποια είναι τα κριτήρια για τη δημιουργία τους;

Ζήτησα από το ChatGPT να μου φτιάξει τη δική του λίστα με τα 100 καλύτερα και στη συνέχεια το ρώτησα πώς τη δημιούργησε.

Μου απάντησε πως η λίστα του βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στη διάσημη Bokklubben World Library της Λέσχης του Βιβλίου της Νορβηγίας, αλλά με μερικές αλλαγές ώστε να γίνει πιο ισορροπημένη και προσιτή: κράτησε τα κορυφαία κλασικά έργα (π.χ. Tolstoy, Dostoevsky, Kafka, Márquez, Όμηρο), που αποτελούν τον πυρήνα της νορβηγικής λίστας, και πρόσθεσε μερικά πολύ γνωστά και αγαπημένα (όπως τον «Μικρό Πρίγκιπα» και τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών») που λείπουν, καθώς και Έλληνες δημιουργούς (Καζαντζάκη, Καβάφη). Τέλος, παρέλειψε κάποια λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό έργα της σκανδιναβικής ή ισλανδικής παράδοσης.

Τα 100 καλύτερα βιβλία της Bokklubben World Library έχουν προταθεί από 100 συγγραφείς, από 54 χώρες, το 2002. Ο στόχος ήταν να αντικατοπτρίσει την παγκόσμια λογοτεχνία με βιβλία από όλες τις χώρες, τους πολιτισμούς και τις χρονικές περιόδους. Κάθε συγγραφέας έπρεπε να επιλέξει τη δική του λίστα με 10 βιβλία. Οι διοργανωτές έχουν δηλώσει ότι «όλα τα βιβλία είναι ισότιμα», με εξαίρεση τον «Δον Κιχώτη», στον οποίο απονεμήθηκε η διάκριση του καλύτερου λογοτεχνικού έργου που γράφτηκε ποτέ. Ο συγγραφέας με τα περισσότερα βιβλία στη λίστα είναι ο Dostoevsky (4) και από 3 έχουν ο Kafka, ο Tolstoy και ο Shakespeare.

Τελικά, ποια είναι εκείνα τα εύσημα που πρέπει να έχει ένα βιβλίο ώστε να συμπεριληφθεί, από ανθρώπου χέρι και νου, σε μια τέτοια λίστα; Τι είναι αυτό που κρατάει «ζωντανό» έναν συγγραφέα στη μνήμη των κριτών και ακαδημαϊκών της λογοτεχνίας; Πόσα χρόνια πρέπει να περάσουν ώστε να είμαστε σίγουροι ότι η αισθητική τους αξία είναι άτρωτη στο διηνεκές; Ή γιατί να σπάμε το κεφάλι μας ποια αξίζουν να μπουν στην κάθε λίστα όταν η AI μπορεί να δημιουργήσει όχι τον λογοτεχνικό κανόνα σε κάθε εποχή, αλλά –γιατί όχι– να μας υποδείξει ίσως και ποια βιβλία θα συγκροτούν τη λίστα αυτή σε 50 χρόνια από τώρα;

Στα Πόσα Χρόνια Ένα Βιβλίο Θεωρείται Ότι «Άντεξε στη Δοκιμασία του Χρόνου»;

Τα κριτήρια είναι λίγο ρευστά. Η αυστηρή σχολή μιλάει για κανόνα του αιώνα, δηλαδή για τουλάχιστον 100 χρόνια ή τρεις γενιές αναγνωστών – να έχει εξαφανιστεί η προσωπική επιρροή, η νοσταλγία της εποχής, η πολιτική συγκυρία. Η ενδιάμεση σχολή θεωρεί πως αν ένα βιβλίο συνεχίζει να διαβάζεται, να συζητιέται και να επηρεάζει νέους συγγραφείς 25-50 χρόνια μετά, έχει περάσει τη δοκιμασία – π.χ., τα βιβλία του Milan Kundera που γράφτηκαν στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα ήδη θεωρούνται «μοντέρνα κλασικά».

Και, τέλος, υπάρχει και η θεωρία του «Στιγμιαίου Κλασικού» (Instant Classic) για βιβλία που κάνουν τόσο τεράστια αίσθηση με το που κυκλοφορούν, ώστε θεωρείται βέβαιο ότι θα αντέξουν στο μέλλον – αν και συχνά πρόκειται για ένα παιχνίδι του μάρκετινγκ.

Ο λογοτεχνικός και πολιτισμικός κανόνας, τελικά, είναι ένα πεδίο μάχης. Όποιος τον ελέγχει, ελέγχει και το ποιες ιδέες θεωρούνται νόμιμες, σημαντικές και «κλασικές» για τις επόμενες γενιές.

Πολλές Κουλτούρες, Πολλοί Κανόνες – και Ένας Άτυπος στο Στόχαστρο

Εν αρχή είναι ο Λογοτεχνικός Κανόνας (Canon Formation), μια διαδικασία με την οποία ένα λογοτεχνικό έργο «αγιοποιείται» (από την εκκλησιαστική ρίζα της λέξης κανών) και μετατρέπεται σε κλασικό. Δεν είναι ίδιος σε όλους τους πολιτισμούς, ούτε στατικός, καθώς τα κριτήρια κάθε εποχής μπορεί να ανασύρουν ή να καθιερώσουν λογοτεχνικά έργα που δεν υπήρχαν στον κανόνα ή και το αντίστροφο – στον ελληνικό, έργα ή συγγραφείς που αρχικά αποσιωπήθηκαν (π.χ. ο Καβάφης) επανεκτιμήθηκαν και τελικά εδραιώθηκαν στον πυρήνα του κανόνα. Είναι άμεσα συνδεδεμένος με την εκπαίδευση, καθώς όταν όλοι οι μαθητές μιας γενιάς διαβάζουν στο σχολείο, για παράδειγμα, τον Παπαδιαμάντη, τον Σεφέρη ή τον Καβάφη, δημιουργείται κοινή γλώσσα και κοινές αναφορές.

Εκτός από τους «εθνικούς», υπάρχει και ένας άτυπος «δυτικός κανόνας», ένα αναγνωρισμένο σύνολο λογοτεχνικών και φιλοσοφικών έργων που έχουν διαμορφώσει τη σκέψη, τον πολιτισμό και τις αξίες του δυτικού κόσμου. Δεν πρόκειται για επίσημη, νομικά κατοχυρωμένη λίστα, αλλά για έναν κανόνα σιωπηρής συμφωνίας για το ποια βιβλία θεωρούνται «κλασικά» –όπως εκείνα του Shakespeare, του Cervantes, του Dante, του Goethe του Tolstoy του  Dostoevsky κ.ά. Μέσω αυτών, το δυτικό κοινό μοιράζεται έναν κοινό πολιτισμικό κώδικα.

Και αν κάποτε ο κανόνας αυτός έμοιαζε αδιαπραγμάτευτος, εδώ και χρόνια έχει δεχτεί άγρια πολεμική. Για δύο λόγους: α) η συντριπτική πλειονότητα των έργων έχει γραφτεί από νεκρούς λευκούς, Ευρωπαίους άνδρες, αποκλείοντας για αιώνες τις γυναίκες, μη λευκούς δημιουργούς και άλλες ηπείρους και β) γιατί αντιμετωπίζει τη δυτική σκέψη ως την «παγκόσμια» νόρμα, υποβαθμίζοντας εξίσου σπουδαίους και αρχαίους κανόνες όπως τον κινεζικό, τον ινδικό ή τον αραβικό.

Τα μεγάλα πανεπιστήμια των ΗΠΑ (όπως το Columbia, το Yale και το Princeton) βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή αμφισβήτησης του «δυτικού κανόνα». Στο Columbia, στο μάθημα «Contemporary Civilization», που είχε δημιουργηθεί αμέσως μετά τον Α′ Παγκόσμιο Πόλεμο με στόχο να διδάξει στους Αμερικανούς φοιτητές τις κοινές δυτικές αξίες, η ύλη ήταν ένας ακλόνητος «δυτικός κανόνας»: Πλάτωνας, Αριστοτέλης, Αυγουστίνος, Machiavelli, Hobbes, Locke, Rousseau, Kant, Marx, Nietzsche. Στα τέλη του 20ού αιώνα, το πολυπολιτισμικό, πλέον, σώμα των φοιτητών άρχισε να χαρακτηρίζει το μάθημα ευρωκεντρικό, ρατσιστικό και πατριαρχικό. Και όχι μόνο θεωρητικά. Ακολούθησαν καταλήψεις κτιρίων, απεργίες πείνας, διαδηλώσεις, απαιτώντας την κατάργηση του μαθήματος ή τη ριζική αλλαγή του.

Οι υπερασπιστές του κανόνα (Traditionalists) υποστήριζαν ότι αυτά τα κείμενα δεν διδάσκονται επειδή οι συγγραφείς τους ήταν λευκοί, αλλά επειδή οι ιδέες τους (περί δημοκρατίας, ελευθερίας, δικαιοσύνης) θεμελίωσαν τον σύγχρονο κόσμο και συγκροτούσαν κώδικα κοινών αξιών. Από την άλλη, οι αναθεωρητές (Reformers), υποστήριζαν ότι ο κανόνας δεν είναι ιερός, αλλά ένα προϊόν πολιτικής ισχύος.

Το Columbia δεν κατήργησε το μάθημα, αλλά αναγκάστηκε να εφαρμόσει μια πολιτική «ελεγχόμενου εμπλουτισμού», η οποία αναθεωρείται πλέον κάθε τρία χρόνια. Στην ύλη του συμπεριλήφθηκαν το Κοράνι, έργα για τα πολιτικά δικαιώματα των Αφροαμερικανών και έργα φεμινιστικά και αντι-αποικοκρατικά.

Η διαμάχη του Columbia απέδειξε στην πράξη ότι ο λογοτεχνικός και πολιτισμικός κανόνας, τελικά, είναι ένα πεδίο μάχης. Όποιος τον ελέγχει, ελέγχει και το ποιες ιδέες θεωρούνται νόμιμες, σημαντικές και «κλασικές» για τις επόμενες γενιές.

TikTok, TikTok, TikTok…

Και σε όλη αυτή την υπαρξιακής φύσης διαμάχη χρόνων, κατά την οποία έχουν χυθεί τόνοι μελάνης (με συνεχείς αναθεωρήσεις και νέες οπτικές), έρχεται το TikTok να μεταφέρει τη δύναμη της «κανονικοποίησης» από την έδρα του καθηγητή στο δωμάτιο του έφηβου αναγνώστη.

Κοινότητες όπως το BookTok έχουν φέρει τα πάνω κάτω στους παραδοσιακούς λογοτεχνικούς κανόνες, εισάγοντας τον «αλγοριθμικό κανόνα».

Έτσι, περνάμε από την αισθητική ανάλυση στο συναίσθημα – δεν παίζει ρόλο η τεχνική αρτιότητα αλλά το πώς σε κάνει ένα βιβλίο να νιώσεις. Στην ανάσταση των ξεχασμένων βιβλίων – παλιά, ένα μη ευπώλητο βιβλίο στην εποχή του εξαρτιόταν από το αν θα το ανακάλυπτε ένας ακαδημαϊκός, τώρα αυτό το βιβλίο μπορεί να το κάνει viral ο αλγόριθμος. Και στην κυριαρχία των λογοτεχνικών τρόπων (tropes) αντί των ειδών – αντί για τα κινήματα π.χ. του Ρομαντισμού, του Ρεαλισμού, του Μοντερνισμού, έχουμε αφηγηματικά μοτίβα: «enemies-to-lovers» (από εχθροί εραστές), «found family» (επιλεγμένη οικογένεια, συχνά στην queer λογοτεχνία) ή «grumpy-meets-sunshine» (όταν η πλοκή φέρνει κοντά δύο χαρακτήρες με εκ διαμέτρου αντίθετες προσωπικότητες).

Κάπως έτσι το κοινό επιλέγει και «αγιοποιεί» τα νέα κείμενα. Θα μπορούσε να θεωρηθεί εκδημοκρατισμός το γεγονός ότι διαμορφώνεται ένας λογοτεχνικός κανόνας από τη βάση προς τα πάνω; Μήπως, όμως, τείνει ο κανόνας αυτός να ευνοεί πιο «εύκολα», ομοιόμορφα αναγνώσματα με γρήγορη πλοκή; Και τι γίνεται με τα πιο απαιτητικά ή πειραματικά έργα που χρειάζονται χρόνο για να εκτιμηθούν;

Και ενώ τα πανεπιστήμια και τα social media προσπαθούν εδώ και χρόνια να «ανοίξουν» τον λογοτεχνικό κανόνα για να «συμπεριλάβουν», η AI, επειδή κοιτάζει τα δεδομένα του παρελθόντος, τείνει να τον παγώνει στην παραδοσιακή, ανδροκρατούμενη και λευκή μορφή του.

Αγαπητή AI, τι Λες Εσύ για Όλα Αυτά;

Αν τη ρωτήσουμε να μας πει «πέντε κλασικά βιβλία», ο αλγόριθμος θα επιλέξει βάσει της στατιστικής συχνότητας. Όταν το μοντέλο εκπαιδεύεται με δισεκατομμύρια κείμενα από το ίντερνετ (ψηφιοποιημένα βιβλία, πανεπιστημιακές ιστοσελίδες, Wikipedia), ο Shakespeare, ή ο Ernest Hemingway,  ή ο Όμηρος εμφανίζονται εκατομμύρια φορές περισσότερο από μια σύγχρονη Αφρικανή ή ΛΟΑΤΚΙ+ συγγραφέα.

Και ενώ τα πανεπιστήμια και τα social media προσπαθούν εδώ και χρόνια να «ανοίξουν» τον κανόνα για να «συμπεριλάβουν», η AI, επειδή κοιτάζει τα δεδομένα του παρελθόντος, τείνει να τον παγώνει στην παραδοσιακή, ανδροκρατούμενη και λευκή μορφή του: «Αφού οι άνθρωποι για 200 χρόνια έγραφαν κυρίως για αυτούς τους συγγραφείς, αυτοί είναι ο κανόνας» θα εξάγει ως συμπέρασμα.

Γι’ αυτό, όταν συζητάμε με ένα LLM για λογοτεχνία, να ξέρουμε ότι δεν μιλάμε με έναν «προοδευτικό» αλγόριθμο του μέλλοντος, αλλά με έναν ψηφιακό καθρέφτη της δυτικής γραμματείας. Η τεχνητή νοημοσύνη δίνει, από τη φύση της εκπαίδευσής της, προτεραιότητα στους «Dead White European Males», λειτουργώντας ως απόλυτος παραδοσιακός gatekeeper.

Πάντως, ζητώντας από το ChatGPT να μου πει τη λίστα με τα καλύτερα ελληνικά βιβλία του 2075, έχει ενδιαφέρον να αναφέρω αυτά στα οποία «ρισκάρει», που είναι εκείνα της τελευταίας σοδειάς, γιατί, όπως λέει, δεν θα μπορούσε «να αγνοήσει τη λογοτεχνία της κρίσης, της παγκοσμιοποίησης, της αστικής μοναξιάς, της έμφυλης βίας, της μετα-οικογενειακής ζωής, της νέας ελληνικής διασποράς». Μεταξύ αυτών συμπεριέλαβε τα: «Νυχτερινό Δελτίο» (Μάρκαρης), «Ανεμώλια» (Ζουργός), «Το Παιδί» (Παλαβός), «Ζιγκ-Ζαγκ στις Νεραντζιές» (Σωτηροπούλου), «Πεθαίνω σαν Χώρα» (Δημητριάδης), «Νυχτερίδες» (Κιτσοπούλου). Φυσικά, δεν πρόκειται για πρόβλεψη, αλλά για έναν καθρέφτη των σημερινών δεδομένων.

Το πιο πιθανό είναι ότι ο λογοτεχνικός κανόνας του 2075 δεν θα είναι μόνο ένας. Και, σίγουρα, όποιος έχει τη δύναμη να φτιάξει αυτούς τους κανόνες θα ασκεί, όπως σήμερα, δύναμη και επιρροή.

Πάντως, αν οι κάθε είδους λίστες, όπως αυτή του Guardian, μας δημιουργούν ένα μικρό χτυποκάρδι (τόσο πολλά αδιάβαστα, τόσος λίγος χρόνος), ως μικρές ασκήσεις εξουσίας, δεν παύουμε να τις χαζεύουμε. Αν μη τι άλλο, ακόμα κι αν δεν συμφωνούμε με αυτές, δημιουργούνται πολλά ερεθίσματα –πάντα ευπρόσδεκτα και παραγωγικά– για κουβέντες λογοτεχνικές και άλλες.

 

Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ: 

Η Ποίηση ως Γλώσσα Συμπερίληψης και Ανθεκτικότητας

Όταν ο Monet Έγινε «AI SLOP»

Από τον Ζολά στον Coetzee: Η Ηθική της Κατηγορίας και της Ατίμωσης

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

H Δέσποινα Ράμμου διορθώνει και επιμελείται τα κείμενα της αθηΝΕΑς. Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως διευθύντρια σύνταξης στην παιδική έκδοση της Καθημερινής, «Οι Ερευνητές Πάνε Παντού», και ως αρχισυντάκτρια στο περιοδικό GEO. Έχει συνεργαστεί ως επιμελήτρια κειμένων με περιοδικά και εκδοτικούς οίκους. Θεωρεί πως οι ωραίες ιστορίες αξίζει να ειπωθούν τόσο στα παιδιά όσο και στους μεγάλους.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Νέα από το μέλλον, στο inbox σας κάθε πρωί!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER

+