Κάποτε κρύβαμε ότι πηγαίνουμε σε ψυχολόγο. Σήμερα λέμε «ο ψ μου» και μιλάμε για τραύματα, triggers, όρια και gaslighting. Αυτό δεν σημαίνει ότι το στίγμα εξαφανίστηκε ή ότι μάθαμε να μιλάμε με την ίδια ευκολία για όσα πραγματικά μας πονάνε. Πώς, όμως, περάσαμε από το ταμπού στην εξοικείωση με τη γλώσσα της ψυχοθεραπείας – και πότε αυτή η εξοικείωση άρχισε να γίνεται υπεραπλούστευση;
Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, στο Χόλιγουντ κυκλοφορούσε ήδη το head-shrinker –κυριολεκτικά, «αυτός που συρρικνώνει κεφάλια»– ως αργκό για τον ψυχίατρο. Η παλαιότερη γνωστή έντυπη αναφορά εντοπίζεται το 1950 στο Time, που εξηγούσε στους αναγνώστες του τι σήμαινε ο όρος. Η έκφραση εμπεριείχε ισχυρή δόση μαύρου χιούμορ και αναφερόταν στην πρακτική της συρρίκνωσης ανθρώπινων κεφαλών, που η Δύση είχε συνδέσει με αυτόχθονες λαούς του Αμαζονίου.
Πέντε χρόνια αργότερα, ο head-shrinker είχε φτάσει στη μεγάλη οθόνη, στον «Επαναστάτη Χωρίς Αιτία»: όταν ο Plato ερωτάται αν έχει μιλήσει ποτέ με ψυχίατρο, απαντά «You mean a head-shrinker?». Περίπου μία δεκαετία μετά, ο head-shrinker έχασε το… κεφάλι του. Το 1966, ο Thomas Pynchon γράφει στο μυθιστόρημά του «Η Συλλογή των 49 στο Σφυρί» για τον Dr. Hilarius, τον shrink ή psychotherapist της ηρωίδας του.
Το shrink θα εξαπλωθεί στην αμερικανική καθομιλουμένη και σταδιακά θα χάσει μέρος από τη σκωπτική φόρτιση του προγόνου του. Από το αστείο για μια μάλλον παράξενη και ίσως απειλητική φιγούρα, θα φτάσει στο πολύ πιο οικείο my shrink.
Στα ελληνικά ακολουθήσαμε διαφορετικό γλωσσικό δρόμο. Μια ενδιαφέρουσα δημόσια εμφάνιση του «ψ» συναντάμε ήδη το 2008. Με αφορμή την επίσκεψη του Irvin Yalom στην Αθήνα, το «Βήμα» δημοσίευσε συζήτηση με τη Φωτεινή Τσαλίκογλου με τίτλο «Η Θεραπευτική Δύναμη των “Ψυ”». Οι «Ψ» ήταν ψυχίατροι, ψυχολόγοι και ψυχαναλυτές που είχαν αρχίσει να περνούν από το ντιβάνι στη λογοτεχνία – και ο Yalom είχε συμβάλει όσο λίγοι σε αυτή τη μετακίνηση.
Σήμερα, από τους «Ψυ» του 2008 φτάσαμε στο ακόμη πιο οικείο «ο ψ μου».
Με το «Όταν Έκλαψε ο Νίτσε», τον «Δήμιο του Έρωτα», το «Στο Ντιβάνι» και άλλα έργα του, ο Yalom άνοιξε για ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό την πόρτα του θεραπευτικού δωματίου. Ο αναγνώστης μπορούσε πλέον να παρακολουθήσει όσα συνέβαιναν εκεί και, κυρίως, να δει τον θεραπευτή όχι ως απόμακρη φιγούρα απέναντι από έναν «ασθενή», αλλά ως άνθρωπο που ακούει, αμφιβάλλει, συμμετέχει και συνομιλεί. Όπως έλεγε τότε η Φωτεινή Τσαλίκογλου, ακόμη και κάποιος που δεν είχε απευθυνθεί ποτέ σε ψυχοθεραπευτή μπορούσε, διαβάζοντας Yalom, να φανταστεί ότι μια τέτοια συνάντηση «δεν θα έχει τίποτε το τρομακτικό».
Από τους «Ψυ» του 2008 φτάσαμε σήμερα στο ακόμη πιο οικείο «ο ψ μου». Δεν έχουμε στοιχεία που να μας επιτρέπουν να χαράξουμε μια ευθεία γραμμή ανάμεσα στα δύο, ούτε να χρονολογήσουμε πότε ακριβώς γεννήθηκε η σημερινή χρήση. Η γλωσσική μετατόπιση όμως έχει ενδιαφέρον: από έναν όρο-ομπρέλα για τους επαγγελματίες του χώρου, το «ψ» χρησιμοποιείται πλέον και προσωπικά, για τον δικό μας θεραπευτή.
Ταμπού Ήταν και Πάει;
Ο Yalom άνοιξε λογοτεχνικά μια χαραμάδα στην πόρτα του θεραπευτικού δωματίου. Στα χρόνια που ακολούθησαν, όμως, η χαραμάδα έγινε ευρύχωρο άνοιγμα. Η ψυχοθεραπεία, παρότι σε ορισμένα κοινωνικά περιβάλλοντα εξακολουθεί να είναι ταμπού, ευρύτερα άρχισε να χάνει κάτι από το στίγμα που τη συνόδευε και να γίνεται κομμάτι της καθημερινότητας.
Τα στοιχεία από τις ΗΠΑ αποτυπώνουν καθαρά αυτή τη μετατόπιση. Το 2019, το 9,5% των ενηλίκων είχε κάνει ψυχοθεραπεία ή συμβουλευτική με επαγγελματία ψυχικής υγείας μέσα στους προηγούμενους δώδεκα μήνες. Το 2024, το ποσοστό είχε φτάσει στο 14%: σχεδόν ένας στους επτά ενηλίκους – αύξηση περίπου 47%. Αντίστοιχα, σε έρευνα του 2024, το 43% των Αμερικανών δήλωνε ότι είχε επισκεφθεί θεραπευτή ή σύμβουλο κάποια στιγμή στη ζωή του, έναντι του 33% είκοσι χρόνια νωρίτερα. Στις ηλικίες 18-34 ετών το ποσοστό έφτανε το 59%.
Η πανδημία λειτούργησε ως επιταχυντής μιας αλλαγής που είχε ήδη αρχίσει. Η ψυχική υγεία έγινε αντικείμενο δημόσιας συζήτησης με ένταση που δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Ταυτόχρονα, η τηλεθεραπεία περιόρισε ένα πρακτικό –και ίσως συμβολικό– εμπόδιο: για να μιλήσει κάποιος με τον θεραπευτή του δεν χρειαζόταν πλέον καν να περάσει την πόρτα ενός ιατρείου.
Σήμερα, μάλιστα, η θεραπευτική συζήτηση έχει μετακινηθεί ακόμη περισσότερο έξω από το ιατρείο, καθώς ολοένα και περισσότεροι αναζητούν ψυχολογική υποστήριξη ακόμη και από chatbots τεχνητής νοημοσύνης, όπως είχαμε γράψει προ καιρού στην αθηΝΕΑ στο άρθρο «Μπορεί ένα Chatbot να Αντικαταστήσει τον Θεραπευτή;».
Στην εξοικείωση συνέβαλε και κάτι ακόμη: η ψυχική υγεία απέκτησε δημόσιο πρόσωπο. Ηθοποιοί, τραγουδιστές και αθλητές άρχισαν να μιλούν ανοιχτά για ψυχοθεραπεία, άγχος ή κατάθλιψη, ενώ στα social media η συζήτηση πέρασε από τους ειδικούς στους ίδιους τους χρήστες. Το να λες ότι κάνεις θεραπεία μπορούσε πλέον να αποτελεί μέρος μιας συνέντευξης, ενός podcast ή μιας ανάρτησης – όχι απαραίτητα μια πληροφορία που φυλάσσεται για τους πολύ κοντινούς.
Στην Ελλάδα δεν διαθέτουμε εξίσου καθαρή χρονοσειρά για να παρακολουθήσουμε την ίδια διαδρομή. Ήδη όμως το 2014, 4,7% των ατόμων ηλικίας 15 ετών και άνω δήλωνε στην Ευρωπαϊκή Έρευνα Υγείας της ΕΛΣΤΑΤ ότι είχε επισκεφθεί ψυχίατρο ή ψυχολόγο μέσα στους προηγούμενους δώδεκα μήνες. Και το 2023, οι μισοί Έλληνες θεωρούσαν την ψυχοθεραπεία ή τη συμβουλευτική αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισης προβλημάτων ψυχικής υγείας.
Οι αριθμοί δεν σημαίνουν ότι το στίγμα εξαφανίστηκε. Δείχνουν όμως πόσο έχει μετακινηθεί το όριο του τι θεωρούμε συνηθισμένο και, κυρίως, του τι είμαστε διατεθειμένοι να συζητήσουμε. Κάποτε το ζητούμενο ήταν να μη μάθει κανείς ότι «πηγαίνεις σε ψυχολόγο». Σήμερα μπορεί να συζητάς με φίλους τι σου είπε «ο ψ» σου.
Therapy-Speak
Μαζί με τον «ψ» βγήκε από το θεραπευτικό δωμάτιο και το λεξιλόγιό του. Τραύμα, όρια, τοξικός, ναρκισσιστής, αυτοφροντίδα, trigger –κάτι που πυροδοτεί μια έντονη συναισθηματική αντίδραση–, gaslighting – η χειραγώγηση που κάνει κάποιον να αμφισβητεί τη δική του αντίληψη για την πραγματικότητα: λέξεις και έννοιες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια συναντούσαμε κυρίως σε συνεδρίες, βιβλία ψυχολογίας ή διαγνώσεις, σήμερα βρίσκονται σε αναρτήσεις στο Instagram και στο TikTok, σε podcasts, σε παρέες, ακόμη και σε καβγάδες ζευγαριών.
Το φαινόμενο διαδόθηκε τόσο ώστε απέκτησε και όνομα, therapy-speak, η γλώσσα δηλαδή της ψυχοθεραπείας όταν περνά στην καθημερινή επικοινωνία. Το 2025, οι Carme Isern-Mas και Manuel Almagro, σε μελέτη τους στο επιστημονικό περιοδικό «Theoretical Medicine and Bioethics», το περιέγραψαν ως την ασαφή ή επιφανειακή ενσωμάτωση της γλώσσας της ψυχοθεραπείας στην καθημερινή επικοινωνία. Καθώς, όμως, ψυχολογικοί όροι περνούν από το κλινικό πλαίσιο στην καθημερινή γλώσσα, η σημασία τους συχνά διευρύνεται, απλοποιείται ή και αλλοιώνεται.
Έτσι, ένας δύσκολος άνθρωπος μπορεί να γίνει «τοξικός», ένας άνθρωπος που συμπεριφέρεται εγωιστικά να χαρακτηριστεί «ναρκισσιστής» και μια πολύ δυσάρεστη εμπειρία «τραύμα». Το gaslighting μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μια απλή διαφωνία, ενώ τα «όρια» μπορεί να πάψουν να αφορούν τη δική μας συμπεριφορά και να μετατραπούν σε απαιτήσεις για το πώς οφείλουν να συμπεριφέρονται οι άλλοι.
Η θεραπευτική γλώσσα μπορεί, μάλιστα, να χρησιμοποιηθεί και ως όπλο. Ένας όρος με θετικό πρόσημο, όπως τα «όρια», μπορεί να προσδώσει νομιμοποίηση σε μια συμπεριφορά που στην πραγματικότητα είναι ελεγκτική ή ακόμη και σεξιστική. Αντί κάποιος να πει «δεν θέλω να ντύνεσαι έτσι» ή «δεν θέλω να συναναστρέφεσαι αυτούς τους ανθρώπους», μπορεί να παρουσιάσει τις ίδιες απαιτήσεις ως «τα όριά μου». Η γλώσσα της αυτοπροστασίας χρησιμοποιείται τότε για να ελεγχθεί η συμπεριφορά κάποιου άλλου.
Ο «ψ» ίσως συμπυκνώνει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο αυτή τη διαδρομή. Μαζί με την οικειότητα ήρθε ο αποστιγματισμός· μαζί με την απομυθοποίηση της αυθεντίας των ειδικών μια πιο ανοιχτή συζήτηση για την ψυχική μας υγεία. Στην άλλη πλευρά της ζυγαριάς, όμως, μπήκε η υπεραπλούστευση. Η ψυχολογική γνώση έγινε πολύ πιο προσβάσιμη, αλλά μαζί της διαδόθηκε και μια απλουστευμένη εκδοχή της: όροι που χάνουν το νόημά τους, διαγνώσεις που μοιράζονται απλόχερα, μια θεραπευτική γλώσσα που μπορεί ακόμη και να χρησιμοποιηθεί ως όπλο για να δικαιολογήσει συμπεριφορές και νοοτροπίες.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το επόμενο στοίχημα μετά τον αποστιγματισμό: να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα που αποκτήσαμε. Να μπορούμε να μιλάμε για την ψυχική μας υγεία χωρίς φόβο, αλλά και χωρίς την ψευδαίσθηση ότι γίναμε όλοι «ψ». Γιατί το ότι μιλάμε περισσότερο για την ψυχική υγεία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι την κατακτήσαμε για τον εαυτό μας – και ακόμη λιγότερο ότι ξέρουμε τι χρειάζονται οι άλλοι.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Η Αρχιτεκτονική της Ευτυχίας (ή Πόσο η Πόλη Καθορίζει το Πώς Νιώθουμε;)
Τι Μαθαίνει το Σχολείο στα Παιδιά για το Φύλο (Χωρίς να το Διδάσκει)