Εκτός από τους πολέμους και την κλιματική αλλαγή, στην εξίσωση της μετανάστευσης σύντομα θα μπει και η ανεργία όταν η «δουλειά» θα γίνεται πλέον από έναν αλγόριθμο. Θα είναι η AI ο «αόρατος κινητήρας» που θα δημιουργήσει τους μετανάστες του 21ου αιώνα; Ή μήπως θα κάνει κάτι πιο παράδοξο, μειώνοντας την ανάγκη για εργατικά χέρια στις γηράσκουσες κοινωνίες – την ίδια στιγμή που θα αυξάνει την πίεση στο εσωτερικό τους, δημιουργώντας μια νέα κατηγορία «πλεοναζόντων» εργαζομένων;
Οι αλυσιδωτές συρράξεις στη γειτονιά μας έχουν ως αποτέλεσμα και μεταναστευτικές ροές. Σε μια Ευρώπη που όλο και περισσότερο διατρανώνει την αντιμεταναστευτική πολιτική της – και συχνά δίνει προβάδισμα στις φωνές που ενεργοποιούν αντανακλαστικά φόβου και θεωρίες περί πολιτισμικής και φυλετικής καθαρότητας.
Κι αν οι μέρες μας απαιτούν ακόμα περισσότερο ψυχραιμία και προσεκτική διαχείριση των ροών που θα προκύψουν, με σεβασμό στην αυταξία της ζωής και της ανάγκης για προστασία, ο προβληματισμός που ήδη υπήρχε και που με την καθολικοποίηση της AI αποκτά επιπλέον περιεχόμενο σε ό,τι αφορά την αντιμεταναστευτική πολιτική δεν παύει να θέτει ερωτήματα.
Όπως αυτά που προκύπτουν από την ψυχρή στατιστική ανάλυση. Καθώς η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια υπαρξιακή πρόκληση που υπερβαίνει τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, τη ραγδαία γήρανση και συρρίκνωση του πληθυσμού της, τα δεδομένα της Eurostat είναι αμείλικτα. Χωρίς τη μετανάστευση, ο πληθυσμός της ΕΕ αναμένεται να μειωθεί κατά το ένα τρίτο έως το 2100, πέφτοντας στα 295 εκατομμύρια από τα 447 που είναι σήμερα.
Όλη αυτή η συζήτηση, όμως, βασίζεται σε μια υπόθεση που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε δεδομένη: ότι οι οικονομίες θα συνεχίσουν να χρειάζονται όλο και περισσότερους εργαζόμενους για να στηρίξουν τα ασφαλιστικά τους συστήματα και την ανάπτυξη. Τι γίνεται αν η υπόθεση αυτή αρχίζει να αποδυναμώνεται;
Στο πινγκ πονγκ των επιχειρημάτων, ο οικονομολόγος Alan Manning (LSE) επισημαίνει ότι η μετανάστευση δεν είναι «πανάκεια». Αποτελεί απλώς ένα απαραίτητο εργαλείο μετάβασης. Γιατί η πρόκληση έγκειται στην ουσιαστική ένταξη: πέρα από τους αριθμούς και τα ποσοστά, για να ωφεληθεί η οικονομία των ευρωπαϊκών χωρών θα πρέπει οι μετανάστες να εντάσσονται άμεσα στην αγορά εργασίας, αποφεύγοντας την παγίδα της εξάρτησης από την πρόνοια.
Άραγε, σε αυτό το τοπίο, ο παράγοντας AI πώς θα μπορούσε να επηρεάσει τα δεδομένα; Μήπως είναι η λύση στην ανάγκη για εργατικά χέρια; Ή μήπως θα προκαλέσει στρατιές ανέργων εντός και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα δημιουργήσουν ένα ακόμη πιο ασφυκτικό πλαίσιο;
Ας Μιλήσουν Πρώτα τα Νούμερα
Αν ρίξουμε μια ματιά στους αριθμούς που προκύπτουν από το σενάριο της μηδενικής μετανάστευσης, συνειδητοποιούμε με τη μία το αδιέξοδο.
Στην Ιταλία, για παράδειγμα, που έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά γονιμότητας στην Ευρώπη, η Giorgia Meloni έθεσε ως προτεραιότητα στην πρώτη της θητεία την πάταξη της μετανάστευσης χωρίς στην εξίσωση αυτής της πολιτικής να λαμβάνεται υπόψη πως, με ένα σενάριο μηδενικής μετανάστευσης, ο πληθυσμός της χώρας της θα μειωνόταν περισσότερο από το μισό μέχρι το τέλος του αιώνα.
Το γερμανικό AfD, δεύτερο στις ομοσπονδιακές εκλογές, που ζητά πλήρες κλείσιμο των συνόρων και άμεση απέλαση όσων απορρίπτονται ανεξάρτητα από το αν η χώρα προέλευσης θεωρείται ασφαλής, επίσης μοιάζει να μη λαμβάνει υπόψη τα ποσοστά: μέσα στα επόμενα 80 χρόνια, ο πληθυσμός της χώρας θα μπορούσε να συρρικνωθεί από τα 83 στα 53 εκατομμύρια.
Κάτι παρόμοιο θα συνέβαινε και στη Γαλλία, όπου η «Εθνική Συσπείρωση» είχε κερδίσει τον πρώτο γύρο των βουλευτικών εκλογών έπειτα από μια εκστρατεία για τον περιορισμό των εισερχόμενων ροών. Το σενάριο μηδενικής μετανάστευσης θα σήμαινε πτώση του πληθυσμού από τα 68 στα 59 εκατομμύρια.
Όμως, παράλληλα με τη συρρίκνωση, κάτι που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι και ο εξίσου σημαντικός παράγοντας της γήρανσης.
Σήμερα, το 21% του πληθυσμού της ΕΕ είναι ηλικίας 65 ετών και άνω. Στο βασικό σενάριο της Eurostat, έως το 2100 οι άνω των 65 ετών θα αντιστοιχούσαν στο 32% και με σενάριο μηδενικής μετανάστευσης στο 36%. Αυτό θα σήμαινε βραδύτερη ανάπτυξη και οικονομική πίεση, φορολογικά βάρη, δαπάνες για τις συντάξεις και την υγειονομική περίθαλψη. Από την άλλη, θα βλέπαμε τους αριθμούς και τα ποσοστά να μειώνονται σε τομείς που αφορούν την εκπαίδευση και τη φροντίδα των παιδιών.
Η εξάρτηση των ευρωπαϊκών συστημάτων υγείας από το ξένο δυναμικό είναι ήδη μια απτή πραγματικότητα. Σε χώρες όπως η Νορβηγία και το Ηνωμένο Βασίλειο, πάνω από το 30% των γιατρών έχει εκπαιδευτεί στο εξωτερικό.
Και ανάμεσα σε αυτή την πραγματικότητα η Ελλάδα, που παρουσιάζει το παράδοξο να διαθέτει τον υψηλότερο αριθμό γιατρών στην ΕΕ (6,6 ανά 1.000 κατοίκους), στηριζόμενη σχεδόν αποκλειστικά σε γηγενές δυναμικό (οι ξένοι γιατροί αντιστοιχούν στο <1%) − αν και η πρόσβαση των ασθενών παραμένει προβληματική για λόγους που δεν θα εξετάσουμε εδώ.
Από την άλλη, η Ελλάδα που εξάγει ιατρικό προσωπικό, υστερεί απελπιστικά στη μακροχρόνια φροντίδα. Με μόλις 0,2 εργαζόμενους ανά 100 ηλικιωμένους (έναντι 5,0 στον ΟΟΣΑ), δεν εξαρτάται από μετανάστες για να χειρουργηθεί, αλλά εξαρτάται άμεσα από αυτούς για να φροντίσει τη γηράσκουσα κοινωνία της και να κρατήσει ζωντανή την παραγωγή της.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως Λύση ή ως «Μαγνήτης» Ανισότητας;
Παρά τις προσδοκίες ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να υποκαταστήσει την ανάγκη για εργατικά χέρια, μια πρόσφατη ανάλυση του ΔΝΤ αναφέρει πως η «ψηφιακή μετάβαση» στην Ευρώπη ενδέχεται να αυξήσει τη μεταναστευτική πίεση.
Αν και η AI υπόσχεται την αύξηση της παραγωγικότητας, την τόνωση της καινοτομίας και τη μεταβολή της φύσης της εργασίας παγκοσμίως, η υιοθέτησή της μέχρι στιγμής είναι άνιση, αντανακλώντας σε μεγάλο βαθμό τις βαθιά ριζωμένες δομικές διαφορές μεταξύ των προηγμένων οικονομιών (AEs), των αναδυόμενων αγορών (EMs) και των χωρών χαμηλού εισοδήματος (LICs). Αναδυόμενες αγορές και οι περισσότερες χώρες χαμηλού εισοδήματος ενδέχεται να δυσκολευτούν να συμβαδίσουν, κάτι που θα επιδεινώσει τις υπάρχουσες εισοδηματικές ανισότητες και θα διευρύνει το χάσμα μεταξύ των χωρών.
Κοιτάζοντας προς το μέλλον, οι χώρες με προηγμένες τεχνολογικές υποδομές και εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό είναι πιθανό να αξιοποιήσουν αποτελεσματικότερα την AI –από την υγεία και την εκπαίδευση έως τη γεωργία και την εφοδιαστική αλυσίδα−, περιορίζοντας έτσι την ανάγκη για εισαγωγή εργατικού δυναμικού.
Στην υπόθεση ότι οι προηγμένες οικονομίες θα επιτύχουν θεαματική βελτίωση της ποιότητας ζωής και μείωση του κόστους των κοινωνικών υπηρεσιών −υποστηρίζει η ανάλυση του ΔΝΤ− η γηράσκουσα Ευρώπη θα αποτελεί έναν ακόμη πιο ελκυστικό προορισμό για τους πληθυσμούς των αναδυόμενων οικονομιών.
Από την άλλη, μεγάλος θα είναι ο ανταγωνισμός για elite migration, με τις χώρες να ανταγωνίζονται όχι για «εργατικά χέρια» αλλά για «μυαλά ΑΙ», με αποτέλεσμα ένα νέο, ενισχυμένο brain drain από τις φτωχότερες προς τις πιο πλούσιες.
Οι Δύο Ταχύτητες της ΑΙ στην Ελλάδα
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα του ΟΟΣΑ, καταγράφεται μια εικόνα «δύο ταχυτήτων»: ενώ σημειώνει θεαματική πρόοδο στον δημόσιο τομέα και στις στρατηγικές υποδομές, υστερεί σημαντικά στην υιοθέτηση της AI από τις επιχειρήσεις. Στον ιδιωτικό τομέα, οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τεχνολογίες AI σε ποσοστό 9,8%, το οποίο υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου (περίπου 13,5%-13,9%). Επίσης, η υστέρηση είναι εμφανής σε κρίσιμους κλάδους όπως η μεταποίηση, οι τηλεπικοινωνίες και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Αυτό οδηγεί σε «απομάκρυνση» από τις των πρωτοπόρες χώρες (όπως οι σκανδιναβικές, που αγγίζουν το 24-28%), με αποτέλεσμα το χάσμα της Ελλάδας με τους ηγέτες να διευρύνεται.
Στις προτάσεις του ΟΟΣΑ ώστε να καλυφθεί το κενό και να διασφαλιστεί ότι η ψηφιακή μετάβαση θα οδηγήσει σε κοινωνική ευημερία και όχι σε περαιτέρω ανισότητα εντάσσονται τα εξής:
- Ο «ψηφιακός εγγραμματισμός», η μαζική επανεκπαίδευση (upskilling) και συνεχής μάθηση, όχι μόνο για τους ειδικούς της πληροφορικής, αλλά για το σύνολο του εργατικού δυναμικού.
- Η υιοθέτηση προσλήψεων βάσει δεξιοτήτων αντί μόνο τίτλων σπουδών, για την καλύτερη αξιοποίηση του ταλέντου.
- Η στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, με στοχευμένα προγράμματα κατάρτισης, οικονομική ενίσχυση και συμβουλευτική καθοδήγηση.
- Η ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας, με την αποσαφήνιση της ευθύνης για τις αλγοριθμικές αποφάσεις και την επένδυση σε υποδομές AI που θα είναι προσβάσιμες και διαφανείς προς τους πολίτες.
- Η αναμόρφωση της εκπαίδευσης, με την ενσωμάτωση της AI από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση έως τα πανεπιστήμια.
Η ΑΙ και η Μεσαία Τάξη: Το Αόρατο Ρήγμα
Μέχρι σήμερα, η μετανάστευση συζητείται κυρίως ως απάντηση σε δύο ελλείψεις: έλλειψη εργατικών χεριών και έλλειψη δημογραφικής ανανέωσης. Όμως η τεχνητή νοημοσύνη εισάγει έναν τρίτο παράγοντα, λιγότερο ορατό αλλά ενδεχομένως πιο ανατρεπτικό: την πιθανή συρρίκνωση της ίδιας της ανάγκης για μεσαίες θέσεις εργασίας στον τριτογενή τομέα.
Οι ευρωπαϊκές οικονομίες είναι κατά βάση οικονομίες υπηρεσιών. Διοίκηση, χρηματοοικονομικά, νομικές υπηρεσίες, marketing, media, λογιστική, ανάλυση δεδομένων – το μεγαλύτερο μέρος της μεσαίας τάξης εργάζεται σε επαγγέλματα που βασίζονται στη γνώση και στη διαχείριση πληροφορίας. Και ακριβώς εκεί η ΑΙ λειτουργεί ως επιταχυντής παραγωγικότητας, αλλά και ως παράγοντας συμπίεσης.
Αν λιγότεροι εργαζόμενοι μπορούν να παράγουν περισσότερη αξία, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα μεταναστεύσει προς την Ευρώπη, αλλά ποιος θα παραμείνει χωρίς θέση εντός της.
Το δημογραφικό πρόβλημα αλλάζει έτσι μορφή. Δεν αφορά αποκλειστικά τον αριθμό των πολιτών, αλλά τον αριθμό των πολιτών που συμμετέχουν ενεργά και φορολογήσιμα στην οικονομία. Αν η ΑΙ οδηγήσει σε μείωση των μεσαίων θέσεων εργασίας, τότε η πίεση δεν θα αφορά μόνο τα σύνορα, αλλά και τα δημόσια οικονομικά: εισφορές, φορολογία, βιωσιμότητα συνταξιοδοτικών συστημάτων.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μια κοινωνία με λιγότερες γεννήσεις ίσως να μην αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα που φανταζόμασταν μέχρι σήμερα – εφόσον η παραγωγικότητα αυξάνεται δραστικά. Το κρίσιμο ερώτημα μετατοπίζεται: όχι πόσοι είμαστε, αλλά πώς κατανέμεται η αξία που παράγεται.
Και εδώ προκύπτει μια ακόμη αντιστροφή. Οι αναπτυσσόμενες οικονομίες, με μεγαλύτερη εξάρτηση από τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα, ενδέχεται να βιώσουν βραδύτερη διαταραχή στην πρώτη φάση της ΑΙ. Αντίθετα, οι πιο προηγμένες οικονομίες ίσως αντιμετωπίσουν εντονότερη εσωτερική αναστάτωση.
Η επόμενη μεταναστευτική κρίση, λοιπόν, μπορεί να μην είναι μόνο διακρατική. Μπορεί να είναι ενδοκοινωνική – μια κρίση μεσαίας τάξης, όπου το ζήτημα δεν θα είναι ποιος διασχίζει τα σύνορα, αλλά ποιος χάνει την οικονομική του θέση εντός τους.
***
Η τεχνολογία από μόνη της δεν προεξοφλεί την ευημερία. Εναπόκειται στις κυβερνήσεις να αποφασίσουν αν τα κέρδη παραγωγικότητας από την ΑΙ θα διοχετευθούν μέσω της δημοσιονομικής οδού σε πολιτικές κοινωνικής δικαιοσύνης −όπως η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και η φορολόγηση του κεφαλαίου− ή αν θα συσσωρευτούν ως κεφάλαιο, οξύνοντας την παγκόσμια ανισότητα.
Αν η διαχείριση αποτύχει, η ΑΙ δεν θα λειτουργήσει απλώς ως νέος παράγοντας μετανάστευσης. Θα αναδιαμορφώσει τη σχέση μεταξύ εργασίας, δημογραφίας και συνόρων. Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι μόνο ποιος μπαίνει στην Ευρώπη, αλλά ποιος περισσεύει μέσα σε αυτήν.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Τεχνητή Νοημοσύνη: 50 Εκατομμύρια Νομπελίστες, 5 Κίνδυνοι κι Ένα Τελεσίγραφο
Sensory Literacy: Πώς η Αισθητηριακή Επιστήμη Αλλάζει το Μέλλον της Διατροφής

