Υπάρχουν ιδέες που ξεκινούν ως μικρές, σχεδόν αόρατες καθημερινές πράξεις. Όπως, μια φωνή που διαβάζει, ένα παιδί που ακούει, λίγα λεπτά που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά μέχρι να γίνουν συνήθεια. Η καμπάνια «Διαβάζω Δυνατά», που αφορά τη μεγαλόφωνη αφήγηση, τα παιδιά και τα βιβλία, γεννήθηκε ακριβώς από αυτή τη σιωπηλή, προσωπική ανάγκη. Ως μια ανακάλυψη που έγινε μέσα στο σπίτι, προτού αποκτήσει δημόσιο λόγο.
Σε μια εποχή όπου ο χρόνος μοιάζει πάντα ανεπαρκής και οι οθόνες διεκδικούν όλο και περισσότερο χώρο στην καθημερινότητα, η μεγαλόφωνη ανάγνωση επιστρέφει σχεδόν αντιστικτικά. Ως μια σύγχρονη πράξη επαφής με τον λόγο, αλλά και ως πράξη σύνδεσης. Εκτός από εργαλείο γλωσσικής και γνωστικής ανάπτυξης, έχει να προσφέρει κάτι πιο δύσκολα μετρήσιμο: τη δημιουργία κοινών εμπειριών.
Μικρή παρακαλούσα τη γιαγιά μου ξανά και ξανά να μου πει τα λίγα παραμύθια που ήξερε. Κι όταν έκαναν μια, δυο, τρεις και δεκατρείς τον κύκλο της αφήγησης, η γιαγιά άρχιζε να διηγείται ιστορίες από την πραγματική ζωή. Υποψιάζομαι ότι δεν ήταν όλες κατάλληλες για τα παιδικά μου αυτιά. Αλλά αυτό που είχε σημασία, τελικά, όπως κατάλαβα πολύ αργότερα, ήταν εκείνες οι στιγμές που οι λέξεις γίνονταν εικόνες και οι εικόνες κτήμα της μνήμης, του νου και της καρδιάς.
Υποψιάζομαι ακόμα πως εκείνες οι ιστορίες –ή, μάλλον, οι στιγμές μας– ήταν και οι ρωγμές απ’ όπου κατάφερνα να αλιεύω από τη σκληρή Ρουμελιώτισσα που είχε περάσει διά πυρός και σιδήρου την τρυφερότητα που δεν είχε κανέναν άλλο τρόπο για να εκφραστεί. Σε εκείνες τις στιγμές χρωστάω και την τρυφερότητα με την οποία τη μνημονεύω κάθε φορά.
Την καμπάνια «Διαβάζω Δυνατά» υλοποιεί από το 2018 η Ζωή Κοσκινίδου, δημοσιογράφος και δημιουργός του ηλεκτρονικού περιοδικού για το παιδικό και εφηβικό βιβλίο Κόκκινη Αλεπού. Μας εξηγεί πως η προφορική αφήγηση διαφέρει από τη μεγαλόφωνη ανάγνωση, όμως συμπορεύονται στο πώς «συνδέονται οι άνθρωποι μέσα από την κοινή αυτή πρακτική».
Μια μελέτη του 2019 από το Πανεπιστήμιο του Οχάιο διαπίστωσε ότι τα μικρά παιδιά των οποίων οι γονείς τους διαβάζουν κάθε μέρα θα έχουν ακούσει σχεδόν 296.660 λέξεις μέχρι τα 5 τους σε σχέση με τα παιδιά στα οποία δεν διαβάζουν καθόλου.
Περισσότερες λέξεις, περισσότερες έννοιες, πιο οξυμένη ενσυναίσθηση και κριτική σκέψη. Ένας ολόκληρος κόσμος που μπορούν να ανακαλύψουν όχι μέσα από οδηγίες, αλλά μέσα από αφηγήσεις. Κι ένας κόσμος με τον οποίο και εμείς, ως ενήλικες, επανασυνδεόμαστε, ανακαλύπτουμε τη χαρά της ανάγνωσης, συλλαβίζουμε ξανά τα σημαντικά της ζωής.
Πότε και πώς γεννήθηκε η ιδέα για την καμπάνια «Διαβάζω Δυνατά»; Ποιο κενό, ποια ανάγκη δημιούργησε τη σκέψη «αυτό πρέπει να γίνει»;

Δύο χρόνια αφότου έγινα μητέρα και έχοντας ξεκινήσει από πολύ νωρίς να διαβάζω δυνατά βιβλία παιδικά στην κόρη μου, συνειδητοποίησα βλέποντας και το παιδί να μεγαλώνει και να μαθαίνει να μιλάει ότι το λεξιλόγιό της γινόταν όλο και πιο πλούσιο. Τότε δεν είχα ιδέα ούτε για τη μεγαλόφωνη ανάγνωση ως πρακτική ούτε αν έχει οφέλη και ποια είναι αυτά. Ήταν μια δική μου προσωπική ανάγκη να βρω τρόπους να συνδεθώ με το παιδί μου.
Ακριβώς όμως επειδή έβλεπα την ίδια να αναπτύσσει με γρήγορο ρυθμό της ικανότητα της ομιλίας της, να εμπλουτίζει το καθημερινό της λεξιλόγιο με νέες λέξεις, να έχει καθαρή άρθρωση του λόγου και, το κυριότερο, να βάζει η ίδια από ένα σημείο και μετά το βιβλίο στην καθημερινότητά της ως κάτι που αγαπάει πολύ, ήταν αυτό που γέννησε την ανάγκη αρχικά για έρευνα. Τι είναι η μεγαλόφωνη ανάγνωση, τι γίνεται στο εξωτερικό, έχουν γίνει έρευνες, υπάρχουν αποτελέσματα που να μας δείχνουν τι συμβαίνει όταν διαβάζεις δυνατά σε ένα παιδί από πολύ μικρή ηλικία;
Και μετά από δύο χρόνια έρευνας και διαβάσματος ήρθε η ιδέα της δημιουργίας αυτής της καμπάνιας της Κόκκινης Αλεπούς, βλέποντας κατ’ αρχάς ότι στην Ελλάδα δεν υπήρχε τότε, το 2016 που άρχισα εγώ να το ψάχνω, ενημέρωση γύρω από το θέμα. Και όταν λέω ενημέρωση, εννοώ να μπορείς ως μέσος αναγνώστης να βρεις τη συγκεκριμένη πληροφορία σε οποιοδήποτε μέσο.
«Υπάρχουν παιδιά που το έχουν μέσα τους και θα το πιάσουν το βιβλίο κι από μόνα τους. Τι γίνεται όμως με τα παιδιά που δεν θα το κάνουν; Πώς θα τους δείξουμε τη μαγεία του βιβλίου αν εμείς οι ίδιοι δεν τους πιάσουμε από το χέρι να τους δείξουμε τον τρόπο;»
Η μεγαλόφωνη ανάγνωση είναι πανάρχαια «συνήθεια». Γιατί είναι τόσο δυνατή η προφορική αφήγηση ιστοριών ώστε να επιβιώνει μέχρι σήμερα;
Θεωρώ ότι αυτό που κάνει τόσο η προφορική αφήγηση των ιστοριών όσο και η μεγαλόφωνη ανάγνωσή τους –γιατί υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα δύο– είναι ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται οι άνθρωποι μέσα από την κοινή αυτή πρακτική. Είναι ο χρόνος που μοιράζεται και δημιουργεί δεσμούς μέσα από τους οποίους περνούν οι ιστορίες από το τότε που ξεκινήσαμε ως είδος να μιλάμε ως το σήμερα.
Αλλάζει ένα παιδί που μεγαλώνει με ιστορίες;
Ένα παιδί που μεγαλώνει με ιστορίες εξελίσσεται. Ανακαλύπτει συναισθήματα, τόπους, άλλοτε υπαρκτούς και άλλοτε πλασμένους από τη φαντασία κάποιου, γνωρίζει πρόσωπα και καταστάσεις, και μέσα από αυτά εξελίσσει τον εαυτό του, την προσωπικότητά του, τη νοοτροπία του και την κοσμοθεωρία του.
Αν ένας γονιός πει «δεν προλαβαίνω», τι θα του απαντούσατε;
Δέκα λεπτά είναι αρκετά για να φέρουν την αλλαγή, για να δει και ο ίδιος ο γονιός ότι η μεγαλόφωνη ανάγνωση βιβλίων για παιδιά είναι η μαγική πύλη –κατά τον Mac Barnett– που ανοίγει τον δρόμο στην καλλιέργεια της φαντασίας, της ενσυναίσθησης, την ανάπτυξης της κριτικής σκέψης.
Τα 10 λεπτά την ημέρα είναι αρκετά ή απλώς η αρχή;
Είναι μόνο η αρχή. Φοβάμαι πως τα 10 λεπτά από ένα σημείο και μετά ποτέ δεν θα είναι αρκετά. Η προσωπική μου εμπειρία ως μητέρα που κάνει ακόμα και τώρα μεγαλόφωνη ανάγνωση, αλλά και ως υπεύθυνη παιδικών δημοσιογραφικών ομάδων και λεσχών ανάγνωσης, τα δέκα λεπτά είναι απλώς το ορεκτικό.
Το καλό είναι πως αυτά τα δέκα λεπτά δεν αλλάζουν μόνο το παιδί στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το βιβλίο και την ανάγνωση για ψυχαγωγία, αλλά και τον ενήλικα που, ακόμα και αν δεν υπήρξε οπαδός των βιβλίων ή της μεγαλόφωνης ανάγνωσης, τον βοηθούν να καταλάβει τη μαγεία της.
Υπάρχει «σωστό/λάθος» στη διαδικασία της μεγαλόφωνης αφήγησης; Για παράδειγμα, χρειάζεται να έχει κάποιος ιδιαίτερο ταλέντο σε αυτό; Θα μπορούσε ένας λάθος τρόπος να «καταστρέψει» μια ιστορία;
Για μένα το μόνο λάθος είναι να μην το τολμήσεις ποτέ, με την πρόφαση όλα τα «πρέπει» ή τα «μη» της καθημερινότητας. Δεν υπάρχει λάθος βιβλίο, ή λάθος ώρα, ή λάθος τρόπος διαβάσματος. Όλα έχουν να κάνουν με την ομάδα που διαβάζει, το πρόγραμμά της, τα προσωπικά τους αναγνωστικά γούστα.
Είναι μια μάχη εκ μέρους του γονιού ή φροντιστή; Πολλές φορές θα πρέπει να κερδίσουν ένα αδιάφορο παιδί;
Ναι, και όπως σε όλα ο ενήλικας είναι αυτός που θα πρέπει κι εδώ να δώσει το παράδειγμα. Δεν μπορείς να θες το παιδί σου να διαβάσει (όπως εμάς μας έλεγαν όταν ήμασταν παιδία «πάρε ένα βιβλίο να διαβάσεις») χωρίς να γίνεις εσύ το παράδειγμά τους.
Θυμάμαι μια φαινομενικά άσχετη συζήτηση που είχα κάνει με την παιδίατρο της κόρης μου για το πώς θα τρώει το παιδί σαλάτες και φρούτα. Η απάντησή της κολλάει και στην περίπτωση της μεγαλόφωνης ανάγνωσης και της διαμόρφωσης της αναγνωστικής κουλτούρας όσο κι αν φαίνεται αστείο: «Εσύ τρως;», με είχε ρωτήσει. «Αν εσύ δεν τρως, πώς θα φάει και το παιδί;». Αν αλλάξουμε το ρήμα «τρώω» και βάλουμε το ρήμα «διαβάζω» θα δούμε εύκολα την αναλογία.
«Δεν μπορούμε να δαιμονοποιούμε την τεχνολογία, είναι εκεί για να μας διευκολύνει. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να σταματήσουμε να τη χρησιμοποιούμε ως «baby sitter»».
Τελικά, τι είναι πιο σημαντικό: το ίδιο το βιβλίο ή η στιγμή που δημιουργείται;
Η στιγμή που δημιουργείται, το δέσιμο ανάμεσα στον γονιό και το παιδί και μετά η αγάπη για το διάβασμα. Το τελευταίο είναι το αποτέλεσμα των δύο πρώτων.
Οι οθόνες κερδίζουν δυσανάλογα μεγάλο έδαφος εις βάρος της ανάγνωσης. Είναι τελικά άνιση η μάχη βιβλίου και οθόνης;
Οι οθόνες ήταν εκεί κι όταν εμείς ήμασταν παιδιά. Κι εγώ προτιμούσα χίλιες φορές στα 7 μου χρόνια να κολλήσω στην τηλεόραση και να δω σερί όλες τις αγαπημένες μου παιδικές σειρές από το να διαβάσω ένα βιβλίο. Δεν μπορούμε να δαιμονοποιούμε την τεχνολογία, είναι εκεί για να μας διευκολύνει. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να σταματήσουμε να τη χρησιμοποιούμε ως «baby sitter». Βλέπω μωρά με κινητά. Δεν λέω ότι δεν το έχω κάνει, σαφώς και βρέθηκα και εγώ στη θέση για χ ψ λόγους να μην μπορώ να είμαι «παρούσα» σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές, να θέλω λίγο χρόνο για μένα, και είναι κάτι που δεν μπορούμε να το στερήσουμε από κανέναν γονιό.
Όμως, υπήρχε και υπάρχει πάντα το βιβλίο ως μέσο ψυχαγωγίας στη ζωή μου, στη ζωή της οικογένειάς μου και αυτής που δημιούργησα εγώ. Είναι μέρος της καθημερινότητας όλων μας, όχι απαραίτητα με τον ίδιο τρόπο για όλους μας. Και υπάρχουν στο σπίτι και τα δύο, και βιβλία και κινητά και τάμπλετ και υπολογιστές και μάλιστα τώρα, στη δύσκολη περίοδο της προεφηβείας και της εφηβείας που τα όρια διαπραγματεύονται κάθε στιγμή, η τεχνολογία και η οθόνη αποτελούν πεδίο καθημερινής μάχης.
Το βιβλίο όμως είναι πάντα εκεί. Μπορεί να μην αποζητάται όπως κάποτε, υπάρχει όμως, όπως υπάρχει και η μεγαλόφωνη ανάγνωση. Και αν υπάρχει κάτι που στην προεφηβεία ζητάται περισσότερο από ότιδήποτε άλλο, είναι η επαφή του προεφήβου με τον γονιό, χωρίς πολλά πολλά: ένα βιβλίο που έχουμε διαλέξει μαζί, λίγος χρόνος που να μην αποσπάται από άλλους παράγοντες και μια αίσθηση χαλαρότητας, χωρίς υποχρεώσεις.
Το έχω πει πολλές φορές σε σημείο που μπορεί να καταντάω γραφική, αλλά για μένα η μεγαλόφωνη ανάγνωση είναι υπερ-όπλο. Με έχει σώσει κι εμένα και την κόρη μου πολλές φορές, ως τρόπος χαλάρωσης και ως μέσο για να μπορέσω να κατανοήσω τι συμβαίνει στο παιδί μου. Γιατί μέσα από αυτή την κοινή μας στιγμή που η ανάγνωση έχει τον πρώτο ρόλο δημιουργείται μια αίσθηση χαλαρότητας, όπου το παιδί αισθάνεται την ασφάλεια να πει ό,τι το προβληματίζει.
Ποιος είναι ο ρόλος του σχολείου στη μεγαλόφωνη ανάγνωση; Υπάρχει ανταπόκριση από εκπαιδευτικούς και κοινότητες;
Ευτυχώς υπάρχουν εκεί έξω πολλοί εκπαιδευτικοί, τόσο της πρωτοβάθμιας όσο και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που και γνωρίζουν από πρώτο χέρι τα οφέλη της μεγαλόφωνης ανάγνωσης και την ενσωματώνουν στην καθημερινότητα της τάξης τους. Όπως υπάρχουν και εκπαιδευτικοί που δεν τα ήξεραν όλα αυτά αλλά έχουν την αγάπη για το λειτούργημά τους και ανοιχτό μυαλό για να δεχτούν όσα έχεις να τους πεις.
Στέκομαι σε αυτούς που δεν ξέρουν και δεν θέλουν να μάθουν, που υπάρχουν όμως σε όλα τα επαγγέλματα. Κι εκεί, όμως, διαπιστώνω πως δεν είναι ότι δεν θέλουν, αλλά τις περισσότερες φορές δεν ξέρουν από πού να ξεκινήσουν ή δεν ξέρουν αν όλη αυτή η προσπάθεια θα έχει αποτελέσματα. Κι εκεί έρχεται και κουμπώνει η καμπάνια της Κόκκινης Αλεπούς, που με τρόπο σαφή και απλό δίνει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για το τι είναι η μεγαλόφωνη ανάγνωση, πώς μπορεί να κάνει θαύματα μέσα σε μία τάξη, πώς μπορείς να επιλέξεις τα πρώτα σου βιβλία για την τάξη ανάλογα την ηλικία των παιδιών κ.λπ.
Δεν είμαι εκπαιδευτικός, όμως μπαίνω πολύ συχνά σε σχολικές τάξεις, λόγω των παρουσιάσεων που κάνουμε σε γονείς και εκπαιδευτικούς για το «Διαβάζω Δυνατά», αλλά και για εκπαιδευτικά εργαστήρια που κάνουμε σε ομάδες παιδιών, και αυτό που μπορώ να πω με απόλυτη σιγουριά είναι πως η ώρα της μεγαλόφωνης ανάγνωσης μέσα σε μια τάξη ή μια ομάδα παιδιών δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που δεν έχω ξανασυναντήσει πουθενά. Δεν ξέρω αν μπορώ να την εξηγήσω με λόγια, είναι κάτι που κάθε φορά με συγκινεί και μου δίνει την ώθηση να συνεχίσουμε να μιλάμε για τη μεγαλόφωνη ανάγνωση στα παιδιά με μόνο σκοπό να ζήσει κάθε παιδί τη μαγική αυτή στιγμή.
Πώς έχει εξελιχθεί το «Διαβάζω Δυνατά» μέχρι σήμερα; Υπάρχουν εκείνα τα αποτελέσματα ή οι στιγμές που επιβεβαιώνουν την προσπάθεια;
Ένα από τα αποτελέσματα της έρευνας που κάναμε πριν από ένα μήνα στην Κόκκινη Αλεπού για τη μεγαλόφωνη ανάγνωση μας και που θα δημοσιευτεί σε λίγο καιρό στο περιοδικό είναι ότι ναι μεν διαβάζουμε δυνατά στα παιδιά μας, αλλά όταν τα παιδιά φτάσουν στην ηλικία που έχουν κατακτήσει την αναγνωστική τους ικανότητα τα παρατάμε στο έλεος των χιλιάδων βιβλίων που υπάρχουν εκεί έξω και των εκατομμυρίων δραστηριοτήτων που τους βάζουμε στο καθημερινό τους πρόγραμμα και τους λέμε «τώρα κολύμπα μόνο σου». Υπάρχουν παιδιά που το έχουν μέσα τους και θα το πιάσουν το βιβλίο κι από μόνα τους. Τι γίνεται όμως με τα παιδιά που δεν θα το κάνουν; Πώς θα τους δείξουμε τη μαγεία του βιβλίου αν εμείς οι ίδιοι δεν τους πιάσουμε από το χέρι να τους δείξουμε τον τρόπο; Εκεί μπαίνει η μεγαλόφωνη ανάγνωση και φυσικά το «Διαβάζω Δυνατά».
Κάθε χρόνο που λανσάρεται η καμπάνια, και κυρίως όσο δουλεύουμε για να στηθεί η καμπάνια της επόμενης χρονιάς, αφουγκραζόμαστε όσα μας μεταφέρουν γονείς και εκπαιδευτικοί, αλλά και βιβλιοθηκονόμοι και βιβλιοπώλες: ποιες ανάγκες τους καλύπτει, τι χρειάζονται να δουν και να διαβάσουν περισσότερο κ.λπ. Έτσι, κάθε χρονιά αλλάζουμε την προσέγγισή μας, είτε μέσα από την επιλογή των εικαστικών για τη δημιουργία της αφίσας είτε μέσα από τη θεματολογία που επιλέγουμε να παρουσιάσουμε μέσα από άρθρα στην Κόκκινη Αλεπού.
Και, τελικά, γιατί να… διαβάζουμε δυνατά;
Καθένας επιλέγει να διαβάσει δυνατά για τους δικούς του λόγους, τους προσωπικούς. Άλλος γιατί τον αφορά το μοίρασμα, άλλος γιατί θέλει να μάθει στο παιδί του κάτι, άλλος γιατί θεωρεί το διάβασμα απαραίτητο. Εγώ επέλεξα να διαβάζω δυνατά στο παιδί μου και στα παιδιά με τα οποία δουλεύω μαζί γιατί νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ μαζί τους αυτό το συναίσθημα που με πλημμύριζε όσο η γιαγιά μου μου διάβαζε δυνατά παραμύθια όταν ήμουν μικρή, αυτό που δεν μπορώ να περιγράψω ακριβώς με λέξεις.
Αν αυτά τα παιδιά –και το δικό μου μαζί– στο μέλλον θα επιλέξουν να γίνουν αναγνώστες, είναι δική τους απόφαση. Εμένα με ενδιαφέρει να ζήσουν έστω και για λίγο αυτή τη μαγεία. Γιατί αυτή η μαγεία αυτής της κοινής εμπειρίας που περιλαμβάνει ένα βιβλίο, έναν ενήλικα κι ένα ή περισσότερα παιδιά.
Διαβάστε επίσης στην αθηΝΕΑ:
Στη Σκιά του Πατέρα ή H Aργή Eνηλικίωση της Aπώλειας
Η Ποίηση ως Γλώσσα Συμπερίληψης και Ανθεκτικότητας
Matteo Nucci: «Ο Μόνος Πλούτος που Έχει ο Άνθρωπος Είναι ο Χρόνος»
