Από τους Βαρόνους Πετρελαίου στο Facebook

Όποιος παρακολουθούσε καρέ-καρέ τις εξελίξεις εκείνη την τρελή, τρελή εβδομάδα μετά από τις αμερικανικές εκλογές, καθώς οι πολιτείες μετρούσαν ακόμα ψήφους και ο Donald Trump αμφισβητούσε ανοιχτά -και αβάσιμα- τη νομιμότητα των διαδικασιών πριν την ανακοίνωση του αποτελέσματος, θα θυμάται ίσως τον προβληματικό ρόλο των κοινωνικών δικτύων απέναντι στις εξωφρενικές δηλώσεις του.

…εταιρείες που κάποτε ήταν εφευρετικά, αουτσάιντερ startups που αμφισβήτησαν το status quo έχουν γίνει μονοπώλια…

Μπορεί τόσο το Facebook όσο και το Twitter να έλαβαν κάποια μέτρα για να περιορίσουν την εξάπλωση της παραπληροφόρησης στις πλατφόρμες τους, όμως μεταξύ των δύο, το Facebook υιοθέτησε μάλλον τη χαλαρότερη στάση. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν εφάρμοσε μέτρα για να εμποδίσει χρήστες από το να αλληλεπιδρούν με τις δημοσιεύσεις του Trump αφού, ακόμη κι αν έμπαινε ειδική σήμανση ότι το περιεχόμενο ήταν αμφισβητούμενο ή και παραπλανητικό, είχαν ακόμα τη δυνατότητα να μοιράζονται ή να κάνουν like στις σχετικές αναρτήσεις. Αντιθέτως, το Twitter υπήρξε πιο επιθετικό και σε ορισμένες περιπτώσεις εμπόδισε tweets του Trump να εισπράττουν likes ή retweets.

Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι η αδυναμία των κοινωνικών δικτύων να βρουν μια χρυσή τομή μεταξύ της ελευθερίας της έκφρασης, της κερδοφορίας τους, αλλά και της προστασίας των χρηστών και της κοινωνίας από τη διαβρωτική επίδραση των fake news ο λόγος που το Facebook έγινε πάλι χθες πρωτοσέλιδο. Η αμερικανική Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου (FTC) και οι εισαγγελείς 48 πολιτειών και περιοχών των ΗΠΑ κατηγορούν τον κολοσσό κοινωνικής δικτύωσης για δημιουργία μονοπωλιακού καθεστώτος, μέσω των εξαγορών των Instagram και WhatsApp, καταθέτοντας μηνύσεις εναντίον της εταιρείας για παραβίαση των κανόνων υγιούς ανταγωνισμού.

Το Facebook κατηγορείται ότι εμποδίζει την ανάπτυξη νέων εφαρμογών, με τους εισαγγελείς να ζητούν την απόσχιση του Instagram και του WhatsApp και νέους περιορισμούς σε μελλοντικές συμφωνίες – μια δέσμη μέτρων που θα ισοδυναμούσε με κάποιες απ’ τις πιο αυστηρότερες κυρώσεις που μπορούν να απαιτήσουν οι ρυθμιστικές αρχές. Η νέα αυτή προσπάθεια χαλιναγώγησης των τεχνολογικών κολοσσών στις ΗΠΑ έρχεται λίγους μήνες μετά την αγωγή του Υπουργείου Δικαιοσύνης κατά της Google τον Οκτώβριο.

Η αμερικανική Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου και οι εισαγγελείς 48 πολιτειών και περιοχών των ΗΠΑ κατηγορούν τον κολοσσό κοινωνικής δικτύωσης για δημιουργία μονοπωλιακού καθεστώτος, μέσω των εξαγορών των Instagram και WhatsApp

Όσο για το πολιτικό κλίμα που έχει διαμορφωθεί, ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ μπορεί να μην έχει ξεκαθαρίσει τη στάση που θα τηρήσει σχετικά -αν και είχε πει στο παρελθόν ότι ο κατακερματισμός του Facebook “είναι κάτι που πρέπει να εξετάσουμε εξονυχιστικά”- πάντως οι Δημοκρατικοί στη Βουλή των Αντιπροσώπων δεν έχουν κρατήσει κρυφές τις προθέσεις τους. Πριν δυο μήνες η Επιτροπή Δικαιοσύνης δημοσίευσε έκθεση σχετικά με την 15μηνη έρευνά της στις τακτικές των Google, Apple, Facebook και Amazon, όπου αναφέρεται χαρακτηριστικά: “Για να το θέσουμε απλά, εταιρείες που κάποτε ήταν εφευρετικά, αουτσάιντερ startups που αμφισβήτησαν το status quo έχουν γίνει μονοπώλια όπως αυτά που τελευταία φορά είχαμε δει στην εποχή των βαρόνων πετρελαίου και των μεγιστάνων των σιδηροδρόμων”.

Μείνετε συντονισμένοι για τη συνέχεια μιας δικαστικής διαμάχης που θα έχει μεγάλη διάρκεια, αλλά και τεράστιο ενδιαφέρον.

ΥΓ. Ρίξτε μια ματιά εδώ για την ενδιαφέρουσα οπτική γωνία του Venture Capitalist Fred Wilson για τον καλύτερο τρόπο να εισάγουμε μεγαλύτερο ανταγωνισμό στις συγκεκριμένες αγορές, ωθώντας τις εταιρείες να “ανοίξουν” τις υπηρεσίες τους αντί να κατακερματιστούν. Για παράδειγμα, στο εμπόριο “αν μπορούσα να αγοράσω παντού τόσο εύκολα όσο στο Amazon, θα υπήρχε περισσότερος ανταγωνισμός” εξηγεί, καλώντας μας να φανταστούμε τι θα γινόταν αν το Facebook, το Instagram, το Twitter, το LinkedIn κ.λπ. “ήταν πρωτόκολλα, όχι εφαρμογές, και υπήρχαν πολλοί πελάτες υψηλής ποιότητας που συμμετείχαν σε αυτά”.
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ
Εκδότρια & Αρχισυντάκτρια
Εκδότρια & Αρχισυντάκτρια

Η Μαριάννα Σκυλακάκη είναι οικονομολόγος, εκδότρια και αρχισυντάκτρια της αθηΝΕΑς, του βραβευμένου ελληνικού διαδικτυακού μέσου ενημέρωσης που έχει τα μάτια του στραμμένα στο μέλλον. Σπούδασε Oικονομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Bristol και κατέχει μεταπτυχιακό στη Δημόσια Διοίκηση (MPA in Public Policy & Management) από τo London School of Economics. Ξεκίνησε την καριέρα της στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε ως αναλυτής στο τμήμα επενδυτικής τραπεζικής της Goldman Sachs για μια τριετία. Επέστρεψε στην Αθήνα και ίδρυσε την αθηΝΕΑ το 2014 με σκοπό να απευθυνθεί σε ένα ευρύ κοινό δραστήριων και απαιτητικών ελληνόφωνων αναγνωστών που αναζητούσαν μια ενημέρωση πιο κοντά στα δικά τους ενδιαφέροντα. Αρθρογραφεί τακτικά στον ελληνικό τύπο ως πολιτική και οικονομική αναλύτρια και έχει αποκομίσει σημαντική εμπειρία στο συντονισμό συζητήσεων σε συνέδρια και ημερίδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Εργάζεται παράλληλα ως σύμβουλος σε θέματα οικονομικών και δημόσιας διοίκησης, με ιδιαίτερη εμπειρία σε projects στον κλάδο του τουρισμού, της αγροδιατροφής και του clustering.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Τα σημαντικότερα νέα της ημέρας, στο inbox σου κάθε μεσημέρι!

ΕΓΓPΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER